οι δυό ακουμπισμένοι
όλα απλωμένα
δεξιά κι αριστερά
τρελαμένοι
σερνάμενοι
αμυνόμενοι
σ’ απροκάλυπτες επιθέσεις
γυμνοί
σε γιορτές
και εργάσιμες μέρες
απογεύματα
μέσα από χιλιάδες
ανιαρά φώτα
κι ανίερους χαρτογιακάδες
πορεία τάδε
σ’ άναστρους ουρανούς
Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι λέξεις
Τώρα πια με πληγώνουν οι λέξεις.
Όχι οι νεκρές λέξεις στο άσπρο χαρτί
ούτε οι φλύαρες λέξεις στα στόματα των φίλων
γιατί αυτές δεν το μπορούν.
Μα με πληγώνουν οι άλλες
αυτές που σωπαίνουν
πριν γίνουν θάλασσα, τραγούδι, προσφορά
μια και η καρδιά έγινε όργανο με αρτηρίες
μια και φόρεσα τα κόκκινα χαμόγελα στις εύθυμες παρέες
μια και το μολύβι κοιμάται άψυχο στην χούφτα.
Κι απ’ όλες τις λέξεις πιο πολύ
με πληγώνει αυτή
που δεν μπορώ πια να πω,
γιατί δεν το τολμώ η λέξη “σ’ αγαπώ”.
*Από τη συλλογή “Σχέσεις Σιωπής”, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1984.
Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ο Άγγελος του Αυγούστου
Το παράπονο τα μάτια σκοτεινιάζει
Σπασμένο γυαλί στη γλώσσα
Στόμα που σαλιώνει το μολύβι
Εκεί που πας να γράψεις ένα ποίημα
Για τον μήνα τον σκληρότερο
Του καθενός
Και απορείς για τα φτερά του Aγγέλου σου
τα διάφανα που είδε ο ποιητής
Και πώς τα τρίζει το βράδυ σαν τριζόνι
Επιδεικτικά
Για να γελάς
Ακούγονται ήχοι
Γεμίζουν νερό τα ρουθούνια
Το μποστάνι που βλέπεις απέναντι
Το προικιό της
Εκείνη κολύμπησε τελικά
Πέρασε στην άλλη μεριά
Ακούς τη μελωδία
μυστικοί αυλοί στα αυτιά σου
καλύτερα σιωπή
καλύτερα
Αύγουστος 2013
Δήμος Βιλαέτης, Θεώρημα
Μιχάλης Κατσαρός, Δώρημα
Δώρημα τέλειον. Το είπε απόψε
ο Ντοντέ –τί λέω– η αρχαία Ελένη.
Το ξεφώνησε – με τον τρόπο μας
κρατούσε στα χέρια της
κάτι ασήμαντα – στεκάκια
πιαστηράκια – γάλατα άσπρα
ο Ντοντέ αγόρι προ ολίγων ετών
ωραίο
ίσως ηδονικό
το είπε ρο δισύλλαβον «Δώρον»
εμείς όμως σαν χριστιανοί
το λέμε και – ας είναι
δώρημα τέλειον
ωσάν, ή όχι! Καθώς –
μάλλον – Εάν
το δώρημα όπως μοτοσυκλέτα
να μπει εις τον διάδρομον
και μετά ανοίγεις πόρτα
στον Δον ποτάμι βαλκανίων
ο ρόλος σου εκεί μες στο ποτάμι
Δώρον – ας φτάσει, έστω –
στον Ιορδάνη.
*Από το βιβλίο: Μιχάλης Κατσαρός, «Ενδύματα», Ανδρομέδα, Αθήνα 1977, σελ. 25.
Νίκος Καχτίτσης, Δύο ποιήματα
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ
Μοιάζω με άνθρωπο
που μόλις ήρθε
από κηδεία
με ποτισμένο το μαντίλι του
σ’ αρώματα πικρά.
Εδώ λοιπόν δε θάβουν
τους νεκρούς τους;
Τάφους δε βλέπω εδώ.
Που ‘ναι τα κυπαρίσσια
οι ροδοδάφνες
οι μυρτιές;
ΑΔΙΕΞΟΔΟ
Ο σωσίας μου
συλλέκτης μεσαιωνικών κλειδιών
ζει κάπου αλλού,
στη Λιθουανία υποθέτω
ή πιθανόν στη Σαμαρκάνδη.
Και δέ θ’ αυτοκτονήσει
πριν ανταμώσουμε και πάλι
στο Εδιμβούργο.
Martha Medeiros, A morte devagar (Αργοπεθαίνει)
Aργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
την ίδια παίρνοντας μέρα τη μέρα διαδρομή,
όποιος περπατησιά δεν αλλάζει,
όποιος δεν τολμάει να φορέσει ένα χρώμα καινούργιο,
όποιος δεν μιλάει σ’ αγνώστους.
Αργοπεθαίνει όποιος κάνει την τηλεόραση ταγό του
και γκουρού.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος βάζει το μαύρο πάνω απ’ το άσπρο
και πάνω απ’ το ιώτα διαλυτικά,
όποιος στη δίνη δεν αφήνεται να πέσει
των συγκινήσεων που μεταμορφώνουν
τα μάτια σ’ αστέρια, τα χασμουρητά σε χαμόγελα,
και τα στήθη σε χτυποκάρδια και λάθη.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν σαρώνει από οργή το τραπέζι
όταν πρέπει,
όποιος δεν θυσιάζει το βέβαιο
για το αβέβαιο κυνήγι ενός ονείρου,
όποιος δεν τόλμησε καν μια φορά στη ζωή του
να κάνει πέρα τις συνετές συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν κάνει πανιά γι’ άλλους τόπους,
όποιος δεν ανοίγει βιβλίο,
όποιος δεν χάνεται στη μουσική,
όποιος δεν βρίσκει μέσα του γοητεία και χάρη.
Αργοπεθαίνει
όποιος τον έρωτά του ταπεινώνει,
όποιος δεν γυρεύει απ’ τους άλλους βοήθεια
όταν την έχει ανάγκη,
όποιος περνά τις μέρες του γκρινιάζοντας
για την κακή του τύχη ή τη βροχή που δεν σταματά.
Αργοπεθαίνει
όποιος παρατάει μια ιδέα προτού τη βάλει μπροστά,
όποιος δεν ρωτάει για όσα δεν ξέρει.
Γλιτώνουμε αυτόν τον θάνατο σε δόσεις
όταν θυμόμαστε ότι για να ‘σαι ζωντανός
θέλει προσπάθεια πολύ πιο δύσκολη από της ανάσας.
*Σε πολλούς επικρατεί η πεποίθηση ότι το ποίημα ανήκει στον μεγάλο Χιλιανό Πάμπλο Νερούδα, ενώ η δημιουργία προέρχεται από τη Βραζιλιάνα λογοτέχνιδα και θεατρική συγγραφέα Μάρτα Μεντέιρος. Είναι η ίδια πλάνη που επικράτησε για το πασίγνωστο περί αδράνειας ποίημα «Όταν οι Ναζί πήραν τους κομμουνιστές, εγώ δε μίλησα…» που αποδόθηκε στον Μπρεχτ – ενώ ανήκει στον Γερμανό λουθηρανό πάστορα Μάρτιν Νιμέλερ, ο οποίος πέθανε στο Άουσβιτς.
**Ευχαριστώ την Αυγή Μ. Πλατσή που το ανάρτησε στη σελίδα της στο facebook, μαζί με το link που ακολουθεί.
Jacques Prevert, Τρία ποιήματα
Vous allez voir ce que vous allez voir
Μία κοπέλα κολυμπά γυμνή στη θάλασσα.
Ένα γενειοφόρος άνδρας περπατάει πάνω σστο νερό.
Πού είναι το θαύμα των θαυμάτων
η πιο μεγάλη αποκάλυψη?
Paris at night
Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.
Γαλήνη
Ο άνεμος
Στέκεται
Όρθιος
Στα κεραμίδια της στέγης.
Nanja Noterdaeme, Οφθαλμοπάθεια
Οφθαλμοπάθεια;
ίσως ναι και κάτι:
μίσος και απληστία.
Ο ήλιος στη καρδιά σου
ένα ζεστό βλέμμα, μια καλή λέξη
θα σου τα κόψουν με σπαθί.
Ημιφέγγαρο υπάρχει,
και μισός ήλιος
στην έκλειψη.
Όσο και να θρηνείς
Ο ήλιος κόπηκε,
το μισό κλάπηκε,
το άλλο αιμορραγείται
Και θα ξεγελάμε τα παιδιά με
κρουασάν ο σοκολά;
Kenneth Patchen, Ένα απόσπασμα
And all that is little is soon giant,
all that is rare grows in common beauty
To rest with my mouth on your mouth
as somewhere a star falls
And the earth takes it softly, in natural love…
Exactly as we take each other…
and go to sleep…
Και όλο αυτό που είναι μικρό
σε λίγο θα είναι γιγαντιαίο
όλο αυτό που είναι σπάνιο
μεγαλώνει και γίνεται κοινή ομορφιά
Να ξεκουραστώ με το στόμα μου στο στόμα σου
όπως πέφτει ένα αστέρι κάπου
Και η γη το δέχεται απαλά, με φυσική αγάπη…
ακριβώς όπως δεχόμαστε ο ένας τον άλλο
και πάμε για ύπνο…
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης









