Ο θάνατος
έτσι κι αλλιώς είναι μέσα σου
ο θάνατος
είναι μια καθημερινή πιθανότητα
καθώς γυρνάς
στους κουρασμένους δρόμους
στα στεγνά γραφεία
στους στοιβαγμένους ανθρώπους.
Η μοναξιά
έτσι κι αλλιώς είναι μαζί σου
κάθε μέρα
καθώς ψελλίζεις δυο λόγια
με τρεμάμενα χείλη
μέσα στο δωμάτιο
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
το θάνατο απ’ τη μοναξιά.
*Από τη συλλογή “Θαμμένος στην άμμο”. Εκδ. Πλανόδιον, Αθήνα 2010.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Στις ράγες του τέλους…
Κομματιασμένα πλάνα
οργίλες διαστάσεις χρησμών
δεν ορίζονται
από κανέναν ουρανό
γιατί οι σύγχρονες Πυθίες
δεν έχουν να δώσουν τίποτα
καμία γαλήνη
καμία πολυφωνία
κανένα όνειρο
το είναι τους
κάτοικος πλέον
του πυθμένα
εκεί που οι αλήθειες
τεμαχίζονται
σε ιερούς βωμούς
του εμπορίου
στις ράγες του τέλους…
*Ευχαριστώ τη Σοφία Αντωνακάκη για την εικόνα της ανάρτησης.
Nanja Noterdaeme, Λόγια
Λόγια φονικά
Λόγια γλυκά,
Λόγια του χθες
Λόγια του σήμερα,
Λόγια βρισιές
Λόγια αγκαλιά,
Λόγια του αύριο
πάνω σε ποδήλατα.
Λόγια φτερά,
σαν χέρια απαλά,
Λόγια κόκκινα
γεμάτα κεράσια,
Λόγια της τζαζ,
Λόγια ρεμπέτικα,
Λόγια pour toujours
Λόγια à jamais
Λόγια d’amour
Λόγια d’adieu
Λόγια τεράστια
σαν τα κολοκύθια
Λόγια τραχανά
και λόγια σάπια,
Λόγια σπάνια
et de tous les jours,
Λόγια σιωπής
Λόγια χορού,
Λόγια θυμήσου,
Λόγια λησμονιάς.
Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ο wild west wind…
Ω Ζέφυρε σκληρότατε
Άγριε Δυτικέ άνεμε
Που γυρνάς
Κοίτα να με ξεχάσεις

Θα ήθελα να ήμουν φύλλο νεκρό
Όμοιο με φάντασμα
Να στροβιλίζομαι
Στα πόδια των αγαλμάτων
Μικρή μαύρη μούχλα που ανεβαίνει
Μέχρι το φρύδι το σηκωμένο του Στρατηγού
Που έχει πια πεθάνει
Να δραπετεύω
Τις πολεμικές τις σάλπιγγες
Να μην ακούω
Την διαρκή επανάληψη
τον εφιάλτη
Μόνο το μισοδαγκωμένο μήλο
– πέντε δόντια από παιδάκι –
Σκουντουφλώντας στο σκοτάδι να βρίσκω…
Έντγκαρ Λη Μάστερς, Νόουλ Χοχάιμερ
Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης
του MISSIONARY PRIDE
Σαν ένοιωσα το βόλι να μου τρυπά την καρδιά
πόθησα να βρισκόμουν στο χωριό μου και στη
φυλακή κλεισμένος
επειδή έκλεψα τα γουρούνια του Κερλ Τρέναρυ
κι όχι να το ‘χα σκάσει και να γινόμουν
στρατιώτης.
Χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή
παρά να βρίσκεσαι κάτω από τούτη τη φτερωτή
μαρμάρινη μορφή
και το γρανιτένιο τούτο βάθρο
με την επιγραφή ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
Τι σημασία ΄χουν όλ’ αυτά τέλος πάντων;
*Αναδημοσίευση από το αναρχοκομμουνιστικό δελτίο “Κοινωνική Αρμονία”, τεύχος 13 (V 1997). Μετάφραση: Σ.Κ.
Δημήτρης Ψαλλίδας, Ο γίγαντας
Ένα ποίημα για τον αγώνα των εκπαιδευτικών
Άνοιξε τα μάτια σου. Ξέρω, θα τυφλωθείς από το φως.
Αυτό παθαίνει όποιος κινείται στα σκοτάδια για 15 μήνες.
Άνοιξε τα μάτια σου.
Πρέπει να βλέπεις τον εχθρό,
αν θες να αμυνθείς.
Κλείσε τ’ αφτιά σου.
Όσα σου ψιθυρίζουν τα ερπετά δεν είναι τίποτα παρά εντυπώσεις.
Αυτά σε κράτησαν σκυφτό, αμήχανο και τρομαγμένο.
Μην τους ακούς.
Αυτοί εφεύραν το ψέμα
και ξέρουν καλύτερα από τον καθένα
στις καρδιές πως επιδρά,
και πως τη λάμψη σβήνει απ’ τη ζωή
κι αφήνει μια θαμπάδα.
Πέθανε ο Seamus Heaney, βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας

*Αναδημοσίευση από το “Εντευκτήριο”.
Πέθανε, σε ηλικία 74 ετών, ο Ιρλανδός ποιητής Σέιμους Χήνυ, ο οποίος θεωρούνταν από πολλούς ως ο σημαντικότερος ποιητής της χώρας του από την εποχή του Γέητς.
Ο Χήνυ γεννήθηκε το 1939 στην επαρχία Μόσμπον, στην κομητεία του Ντέρι (Βόρεια Ιρλανδία). Πρώτο παιδί εννεαμελούς αγροτικής οικογένειας καθολικών, σπούδασε στο Columb’s College του Ντέρι και έπειτα στο Πανεπιστήμιο Queen’s του Μπέλφαστ, στο οποίο αργότερα δίδαξε ο ίδιος. Το 1972 αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στο Δουβλίνο και τη Βοστόνη, όπου δίδασκε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Διετέλεσε καθηγητής ποίησης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης από το 1989 ώς το 1994.
Το 1995 του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Η είδηση της βράβευσης τον βρήκε σε ένα ταξίδι στην Ελλάδα· συγκεκριμένα στην Αρκαδία, στην οποία, όπως δήλωνε ο ίδιος, επέστρεφαν τόσο αυτός όσο και τα ποιήματά του.
Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα έργα του: «Η κυβέρνηση της γλώσσας» (Πατάκης), «Η ελληνική εμπειρία» (Νεφέλη), «Το αλφάδι» (Ερμής) και «Τα ποιήματα του βάλτου» (Καστανιώτης).
Visit Regularly / Να Επισκέπτεσθε Συχνά – Νο1
Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
http://www.ekebi.gr
Australian Literature
http://www.austlit.edu.au/
Australian Poetry Library
http://www.poetrylibrary.edu.au/
Poetry / Anarchist Library
http://theanarchistlibrary.org/topics/poetry
Translatum
http://www.translatum.gr
Ιδεόστατο
http://www.ideostato.gr/
Ηδονιστική Διεθνής
http://pleasurefields.wordpress.com
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
http://anghelaki-rookelfh2007.blogspot.com
Ποιητικό Ξέσπασμα
http://poihtiko-ksespasma.blogspot.com
White Shadows
http://iliannamathioudakis.wordpress.com
The Allen Ginzberg Project
http://ginsbergblog.blogspot.ca
James WF Roberts
http://jameswfrobertsdapoet.wordpress.com
Αλέξης Αντωνόπουλος
http://www.alexantonopoulos.com
Μηδέν και Ένα
http://midenkaiena.blogspot.com
Τεύχος
http://teuxos.blogspot.com
Ταξίδι στο Χωροχρόνο
http://taxidihorohrono.wordpress.com/
Logotexnia21
http://logotexnia21.blogspot.gr
Κλείτος Κύρου
http://kleitoskyrou.blogspot.gr/
Ποιητική Αλήθεια
http://poihtikhalitheia.wordpress.com/
Bookstand
http://bookstand.gr
Dylan Thomas, Σαν ξύπνησα
Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να ‘ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ὑπὸ ξένην σημαία
περίληψη προηγουμένων
Συναντήσαμε τοὺς δρόμους αὐτοὺς πρὸς δυσμὰς τῆς ἐφηβείας
ὅταν ἡ μάχη εἶχε κριθεῖ χωρὶς νὰ χάσουμε σταγόνα αἷμα
ἕτοιμο ἤδη μᾶς περίμενε τὸ φέρετρο καὶ τ’ ὁλοκαίνουριο κοστούμι
ἡ χειραψία τοῦ προϊστάμενου κι ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς τῶν φίλων
– τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ μέσα σὲ τοῦτο τὸ τοπίο
ἠλεκτρικὸ νεκροταφεῖο μ’ εὐτυχισμένους νεκροὺς κουρδισμένα τραγούδια
τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ
ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας εὔκολο μάθημα
ξέρουμε ποὺ ἀρχίζει ποὺ τελειώνει
(ἄμμος χωμένη μὲς στὰ νύχια νὰ σὲ πονάει ξαφνικὰ σὰ φῶς ποὺ σὲ
ξυπνάει τὴ νύχτα
ριπὲς ἀνέμου μὲς στὸ ἀκίνητο αἷμα, φάντασμα σημαίας λυγμὸς παλιοῦ
χαρτιοῦ μὲς στὸ συρτάρι
λόγια ἐνὸς ρήτορα παράκαιρου φύλλα ξερὰ μέσα σὲ πάρκα ποὺ λησμό-
νησαν τὴν ἄνοιξη)
Ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας, μελάνι καὶ χαρτὶ
μελάνι καὶ χαρτὶ
– μιὰ ἠχὼ καλοκαιριοῦ μέσα σὲ δέκα κούφια χρόνια







