Αλέξανδρος Μηλιορίδης Νο 422 (συνηθισμένη ζωή)

535901_344172225728852_82657011_n

Σκεπασμένες
οι λέξεις,
με σιωπές,
έκσταση γοτθική
και η καρδιά,
μηχανής και λαθραία:
τα αισθήματα
και η ζωή του,
πρόζα
και μεταλλικές φωτιές,
ρευστές,
ηχογραφημένες,
με πόνο
και ψιθυριστές ικεσίες
και ο βυθός,
αρχαία ερείπια
στο ενυδρείο:
οι αναμνήσεις του,
γοργόνες
πλαστικές,
μισοθαμμένες•
φοίνικες,
κυλινδρικό το σπίτι
σκοτεινό
και οι σκιές πήλινες,
στη λίμνη
του παγωμένου αίματος,
το ταμπούρλο
βαρούν:
σεντόνια τσακισμένα,
το κορμί του
και οι σκέψεις,
σταγόνες
από λιωμένες ελπίδες:
απεγνωσμένος
και ακτίνες
από σούπερ νόβα
και βράχοι ιπτάμενοι
και πολεμιστές οράματα
τον κυνηγούν,
κι αυτός
νεκρούς ήλιους
να σκέπτεται
και διπλωμένος
να κλαψουρίζει•

18-9-2013

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό έκτο

lotta-di-classe

Στο δολοφονημένο από τους φασίστες Παύλο Φύσσα

Ευημερείτε! Και λοιπόν; Τι καταφέρατε αργυρό,
πολίτες της έννομης φρίκης; Τι ευθαρσώς
αργυρό, σαν την σταγόνα μιας αδέσποτης βροχής,
που αρνείται ν’ αποχωριστεί του πεύκου τη βελόνα,
όταν ο ήλιος την καλεί στη μάχη του μεσημεριού;
Καν τόσο, τόσο καν δεν έλαμψε η ζωή σας,
πίσω από τα παράθυρά σας,
σαν άδεια από λαχτάρες και φωνές
κι ανάσες ταραγμένων σεντονιών
και μαραμένων σεντονιών•
τα σπίτια: τελευταίας απελπισίας αποθήκες ψυχών
επιπλωμένη άνοια, δάνεια ανία.
Να μου το εξηγήσετε αυτό.
Δεν κουραστήκατε ακόμα να τραβάτε απ’ τα μαλλιά
την αποτελεσματικότητα ενός κόσμου
διεφθαρμένου από μάνα,
χασάπη από πατέρα, ανυπόφορου από τη γέννησή του
–ανυπόφορου, ανόητοι, ή εν δυνάμει τα πάντα
(ξέρει η χυδαιότητα των επινοήσεών σας)• ναι!–
αποφασισμένοι να πνιγείτε αν χρειαστεί,
ξεφωνίζοντας οράματα και σχέδια και προοπτικές,
σαν να μπορούσε το γράμμα της χυδαιότητάς σας
να σας κρατήσει στην επιφάνεια της αιωνιότητας;
Κατάμουτρα ευπατρίδες της ακράτειας σας λέω:
κριάρια, ταύρους, παρήγορους επιβήτορες,
κοντούς, κακάσχημους, ανάπηρους εντελώς στο μυαλό
ηλίθιους στο σώμα, θλιβερούς επιδειξίες
μιας δύναμης που πηδάει από φλέβα σε φλέβα,
σαν μαϊμού στον καιρό της.
Τι να κάνει
μια παράφορη ψυχή μπροστά σε τόση αναίδεια;
Φύλλα χάλκινα στο φως,
κλαδιά δοξαστικά στα χέρια της άπνοιας,
απλόχερη σιωπή νυσταγμένων πουλιών,
χρυσάφι απερίγραπτο σπαρμένο στο νερό•
και κάτω, στον αμνήμονα βυθό, κάτι να σπάζει κάτι,
σαν θρόισμα ή ανάσα του πνιγμένου,
σύριζα στη γαλήνη μιας απλησίαστης ακτής.
Αυτό ίσως λέγεται ελευθερία, ίσως απλά γαλήνη.
Άλλη πληγή η αλήθεια καθενός.

Μα, πώς ματώνει τόση δύναμη στον ύπνο.
Αρπάζομαι από την πληγή του κόσμου
και ξυπνούν τα έλατα μόλις χαράξει στις κορφές
το μέγα πορτοκάλι, σκουντάνε τη σιωπή
(ομίχλη αφράτη ξαπλωμένη αποβραδίς
σαν το πιστό στα πόδια τους σκυλί):
«Άντε κορίτσι μου για ύπνο. Άντε κι έχουμε δουλειές!»
Στη μεγίστη, πολίτη! Πού είσαι, μωρέ;
Βόσκεις ακόμα αστέρια;
Δεν βρήκαν άκρη στο Οτέλ ντε Βιλ.
Καταραμένο μέρος!
Κι εκείνος ο μικρός, εκείνος ο…
Τριγυρίζει μοναχός του. Δεν λέω,
η εξέγερση των Κομμουνάρων
είναι η πρώτη στην ιστορία προλεταριακή επανάσταση
και η Κομμούνα η πρώτη εργατική εξουσία.
Αλλά μόνος του; Εκείνος ο… πώς τον είπαμε, πολίτη;»
«Δεν θυμάμαι, καπετάνιε! Τι θυμήθηκες τώρα!»
«Δεν θυμάσαι! Δεν θυμάσαι!
Μυρίζει ο τόπος σκίνο και θυμάρι κι εσύ δεν θυμάσαι!
Κρίμα, να πάρει ο διάολος!
Μέρες που πάει ο θάνατος και βρίσκει!»
«Όχι, βέβαια, καπετάνιε!
Ο θάνατος γυρεύει κόκαλα για τα δόντια του στην Κίνα•
κι είναι σκοτάδι τώρα εκεί».
«Μα φυσικά, πολίτη! Άντε, ξημέρωσε, πια.
Ησύχασε τα κλαδιά σου.
Πότε είπαμε σε παραχώσανε εσένα;»
«Στις 15 του Μαγιού, στα 1823!»
«Με πέρασες, πολίτη•
στις 15 Μαΐου, του 1947, εμένα!»
«Με λάκκους μετράει ο κόσμος τα όνειρα, καπετάνιε!»
«Με λάκκους, πολίτη, αλλά…
για ποιο πράγμα είπαμε πως ξυπνήσαμε μια μέρα
και θεωρήσαμε ανάξιο να κρύβουμε τις απόψεις
και τις προθέσεις μας, δηλώνοντας ανοιχτά
πως οι σκοποί μας μπορούν να πραγματοποιηθούν
μονάχα με τη βίαιη ανατροπή…
ποιου πράγματος, πολίτη;»
«Δεν ξέρω. Νομίζω… ένα συμβάν ήταν…
ανάμεσα στα χόρτα και τις δροσιές.
Χιόνιζε, ο κόσμος μας έλεγε τρελούς.
Εμείς, αν δεν ήμαστε τρελοί,
δεν θ’ αρχίζαμε χορούς στα λιανοχορταρούδια,
γιατί θα σκεφτόμαστε πρώτα για πολεμοφόδια, καβαλαρία, πυροβολικό, τις αποθήκες
και τα μαγαζιά μας• και θα μετρούσαμε τη δύναμη
τη δική μας και του Άλλου τη δύναμη.
Και τώρα που αποτύχαμε δεν μας λένε τρελούς,
αλλά καταραμένους κι αναθεματισμένους.
Και είμαστε σαν το καράβι,
που δεν έμεινε στο λιμάνι δειλό κι ανάξιο,
αλλά σηκωθήκαμε με τέτοια φουρτούνα
και τέτοιον άνεμο κι έλεγαν: ‘Ιδού παλικάρια
που πηγαίνουν να πουλήσουν,
να γυρίσουν πίσω ευδόκιμοι και όχι
αναλυτές των συνθηκών’.
Κι όταν γυρίσαμε μισοπνιγμένοι:
‘Δες εκεί κάτι παλιάνθρωπους•
πήραν τον κόσμο στον λαιμό τους’.
Μα ποιος μπορεί να γνωρίζει τις συνέπειες;»
«Έτσι είναι, πολίτη. Αν τις γνωρίζαμε
πώς θα μπορούσαμε να δώσουμε ύπαρξη
σε κάτι που δεν έλειπε ευθαρσώς
από αυτόν τον κόσμο;»
«Με λάκκους μετράει ο κόσμος τον κόσμο».
«Ε, μη σε παίρνει κάτω η θεμελίωση των από καρδιάς.
Όλα επανεκκινούν, ανά πάσα στιγμή,
όταν είναι αρκετά υπερβατική η εκκίνηση.
Κάποια στιγμή, κάποιος θα βρει
μιαν ακόμα όπερα του Βιβάλντι».
«Έτσι είναι, καπετάνιε».
«Αφού τα έλατα πιάνουν κουβέντα για τον θάνατο
κι ο άνεμος γεννάει λιακάδες στα πανιά με τα θυμάρια».
«Αληθώς!»
«Αληθώς, πολίτη! Δεν ξέρεις πότε οι δρόμοι
εγκαλούν τις δροσιές στα οδοφράγματα,
κι αυτός ο μικρός, αυτός ο…»
«Ρεμπώ, καπετάνιε! Θυμήθηκα• Ρεμπώ!»
«Ναι, Ρεμπώ. Μικρός, αλλά…
Τι γίνεται εκεί κάτω, πολίτη;»
«Δυο σκελετοί διεκδικούν έναν κρεμασμένο, καπετάνιε».
«Τζέιμς Ένσορ δεν είναι αυτό;»
«Ακριβώς!»
«Στη μεγίστη, πολίτη• προφταίνουμε ακόμα!»

Το Ον: μια πληγή που τρέχει ανθρώπινη ιστορία.

Βύρων Λεοντάρης, Ανασύνδεση

0826f4507917baabfb1e9f56b32524fb

Στο δολοφονημένο από τους φασίστες Παύλο Φύσσα

Ι

Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες.

Πάνω απ’ τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια
στεγνά σαν κάνες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο.

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στα αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός κανένα θάμα…
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος που περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.

ΙΙ
Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα
―μα πού πάνε;―
Μόνος, σκοτάδι και τ’ απόμακρά τους βήματα
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα.

Πλατείες που δε σ’ αναγνωρίζουν πια
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ’ τα πόδια σου 48
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν,
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι.

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση
ξένος στον κόσμο απόμεινες
βλέμματα, λόγια, αφές,
γεφύρια που σ’ ενώναν με τους άλλους,
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου ― κι αν θα φωνάξεις, η φωνή σου
ομίχλη πήζει γύρω σου.

Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν ― μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λειώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι ζωογόνοι αγέρηδες

46124_202367426593840_1039658082_n

Οι ζωογόνοι αγέρηδες
μετοίκησαν στα μαλλιά σου
καθώς ξεντύνεις
την αφέλειά σου
μέσα σε πανδαισία φωτός
απ’ άκρο σ’ άκρο ριγώντας

καταπατάς όλες
τις πρότερες
συμφωνίες αίματος
και δίνεσαι πλέον
ψυχή τε και σώματι
στους αγέρηδες
της επερχόμενης νοσταλγίας
ορατών τε και αοράτων

Judith Malina, Δύο ποιήματα

Judith Malina

Αινίγματα της αυγής

Η αυγή προβληματίζει τον ουρανό
με τις άλικες ραβδώσεις της
Μια νύχτα που σβήνει κλέβοντας
συνείδηση
Από τα ημερήσια θηρία
από τα οποία είμαστε
η καλύτερη, αλλά πιο κτηνώδης συνομοταξία.
Εμείς που ξυπνάμε
από τα δεινά που συννεφιάζουν τους ουρανούς
χειρότερα κι από τη
Νύχτα. Ξυπνήστε! Η μέρα απλώνει
μια ελαφρότητα στον αέρα,
Τρυπώντας τη μολυσμένη φούσκα
που θα μας συσκοτίσει
– εμείς, η ενωρίτερη
καταγραφή του λόγου.
Και υπάρχει φως – που είναι καλό
αντιλαλεί στο μάτι,
Τρεμοσβήνοντας με συνείδηση.

Στον κόσμο που οραματιζόμαστε

Στον κόσμο που οραματιζόμαστε
τα νερά ρέουν.
Ανάμεσα στο βουνό
και την πεδιάδα
δεν υπάρχουν σύνορα,
ούτε μεθόριος
αστυνομία να σταματήσει
τους ανθρώπους από το να κινούνται
ούτε ελαιοτριβεία και φράγματα
που μολύνουν
που συγκρατούν τη ροή
καταδικάζοντας τη γη.
Στον κόσμο που οραματιζόμαστε
η ροή είναι σαν την κυκλοφορία
του αίματος
που περικυκλώνει το σώμα
σε έναν τέλειο ρυθμό
όπως τα ποτάμια που είναι
οι αρτηρίες της δράσης,
υδρόβιοι δρόμοι ζωής
για εμάς και τα θηρία της θάλασσας …

*Από την ποιητική συλλογή της Judith Malina «Love and Politics» (Black and Red, Detroit 2001). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Η Judith Malina γεννήθηκε στη Γερμανία το 1926, αλλά μεγάλωσε στις ΗΠΑ. Είναι αναρχική ηθοποιός, σκηνοθέτης, ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια. Μαζί με τον σύντροφό της, Julian Beck (1925-1985), ίδρυσαν και λειτούργησαν στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι στις δεκαετίες ’50 και ’60 το ριζοσπαστικό, πολιτικό θεατρικό σχήμα Living Theatre.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Τακτοποιημένος

friday-21

Οι μέρες που θα ‘ρθούν δε με τρομάζουν.
Θα παρελάσουν μπρος μου σαν γνώριμοι φαντάροι
με βήμα κοφτό, συγκρατημένο, ήρεμο ύφος.
Εγώ, κρατώντας μια θέση βολική μέσα στο πλήθος,
θα καμαρώνω με την ανύποπτη σιγουριά
που δε γνώρισε τρικυμίες ή τις απέφυγε.

Οι μέρες που θα ‘ρθούν δε με τρομάζουν.
Μαζί μου θα σβήσουν
– γυμνές γυναίκες, ήμερες,
ολοκληρωτικά καταχτημένες.
Θα πάρουν μαζί τους το στερνό τραγούδι μου
– εκείνο το γνωστό τραγούδι,
που φοβισμένα ψυθυρίζουμε,
όταν σκεφτόμαστε τρυκιμισμένα όνειρα μιας άλλης εποχής,
ημέρες φωτερές,
ολόδροσα βήματα,
βραδυνά χωρίς υποψία.

Πιερ Ρεβερντύ, Ένας άνθρωπος ξοφλημένος

%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CE%B1

Το βράδυ, περιφέρει, μέσα από τη βροχή και το
νυχτερινό κίνδυνο, την άμορφη σκιά του κι ό,τι του
έδωσε την πικρή γέψη. Τρέμει στο πρώτο
συναπάντημα – πώς να ξεφύγει της απελπισίας; Ένα
πλήθος τριγυρίζει μέσα στον άνεμο που βασανίζει τα
κλαδιά, και ο Κύριος του ουρανού τον παρακολουθεί
με τρομερό μάτι. Μια επιγραφή τρίζει – ο φόβος. Μια
πόρτα σαλεύει και το αποπάνω εξώφυλλο χτυπάει
κόντρα στον τοίχο. Τρέχει και τον εγκαταλείπουν τα
φτερά που σήκωναν τον μαύρο άγγελο. Κι έπειτα,
στους ατέλειωτους διαδρόμους, στα ερημωμένα
νυχτερινά λιβάδια, στα σκοτεινά σύνορα όπου το
πνεύμα σκοντάφτει, οι αναπάντητες φωνές
διαπερνούν τα στεγανά, οι κακοχτισμένες ιδέες
κλονίζονται, αντηχούν οι καμπάνες του
διφορούμενου θανάτου.

*Μετάφραση: Μελισσάνθη

Τέος Σαλαπασίδης, Ο ήλιος πέφτει

431691-anoigmA

Ο ήλιος πέφτει οι σκιές μας προχωρούν
Η νύκτα προχωρεί σα στυπόχαρτο απορροφά τις σκιές μας
Το τέρμα ήταν ανάποδα.
Και μεις ακόμα νέοι. Αγάπη μου

Αν ήξερες το απόγευμα περισσότερα για μένα
Με σιγή θα έκλεινες τον παλιό περίπατο
Αφού τα δέντρα ψιθύριζαν τόσες σκιές στα χείλη σου
όμως εσύ δεν ήξερες. Καληνύκτα

Καληνύχτα. Θα ’ρθώ τον άλλο καιρό
Εσύ πού θά ’σαι… Οι μέρες τότε μεγαλώνουν
Οι νύκτες μικρές για να μας κρύψουν

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ο Πολίτης Δεκαπενθήμερος», τεύχος 17, 26.1.1996, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης. Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 50. Εδώ (μαζί με την εικόνα της ανάρτησης) αναδημοσιεύεται από το http://eccoci.pblogs.gr

vuli z., Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος

gogh.mountain-st-remy

Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τόσο σιωπηλός και βαθύς και απόμακρος,
σαν προς θρήνο ωραίο και προς μαύρα λουλούδια όλα να τα ωθείς.
Μέσα στη λύπη σου όταν με ξεχνάς.
Σε νιώθω παρ’ όλα αυτά κοντά μου, μ’ αρέσεις.
Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τα χείλη μου υγραίνονται για σένα στη σκιά σου.
Kι αναζητούν τη σάρκα σου στον άνεμο,
καθώς το πνεύμα μου ακροθωπεύει
τις παρειές των ωραίων ονείρων σου.
Εκεί στη λύπη σου στέκομαι σύθαμπη.
Mετά μικρών δακρύων συνοδοιπορώ προς το μπορώ.
Εις μάτην δακρυροώ.
Αν και ποτέ ένα δάκρυ δεν πάει χαμένο.
Συμποτίζουμε τα μαύρα λουλούδια σου, ονειρικέ.
Kαι μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Μ’ αρέσει ακόμα κι η θλίψη σου, κρύφιε έρωτα.
⊰✿ ⊰✿..

Upcoming events in Melbourne / Προσεχείς εκδηλώσεις στη Μελβούρνη

The Attic

————————————————

141473-mpu-even-if-the-sun-cover-1

Friday 11 October 2013, 6pm-8pm. .
Collected Works Bookshop, Level 1/37 Swanston St, Melbourne

RSVP: nola.firth@mcri.edu.au

Free event, refreshments provided
Even if the Sun

Union Poet Series chapbook #17
By Nola Firth

Launched by Ross Donlon, award winning Castlemaine poet 
and publisher of Mark Time Books

Readings also by editors: Sue King-Smith, Anne Elvey, Kevin Brophy,
Sue Gillett, and Philton.

RSVP: nola.firth@mcri.edu.au

‘This is a remarkable collection, shaped in such a way that it seems wholly natural and inevitable that the poetry should move from personal memories of the dark book case and determined blue eyes of her father to appreciations of the ‘hot, tough and corrugated’ Australian country, and then finally to the ‘unfolded flight’ of an inner journey towards, perhaps, silence. Like all good poetry it is addictive, and of course this small book ends all too soon. These beautifully sturdy light-filled poems deserve a broad readership.’ Kevin Brophy,

□ Sorry I can’t make it, but please send me …copies of Even if the Sun. I have deposited $18 (which includes postage within Australia) with my name and the book title in the Melbourne Poets Union account (BSB: 063 010 Acc no: 1005 4087).
Name:
Address Email:
Send to: MPU, PO Box 266, Flinders lane, VIC 8009