Μαρία Πισιώτη, Η κηλίδα

wings

Στα λευκά κελιά
σαπίζουν τα όνειρα
αφήνοντας μία
κηλίδα
κόκκινη
να γλιστρά
μέσα απ’ τις χαραμάδες
του χρόνου
ν’ ανασταίνεται σα
χρυσαλίδα
τρυπώντας το «είθισται»
των δυνατών
ν’ απλώνει τα λευκά πια
φτερά της
δίνοντας πνοή
στα όνειρα των
«χαμένων εκείνων στιγμών».

*Από την ποιητική συλλογή “Ηδύλη-ακά τοπία;” (Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονία”. Βραβευμένο από το λογοτεχνικό περιοδικό “ΚΕΛΑΙΝΩ”, 2003. Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο http://hdyli.wordpress.com

Τζούλια Φορτούνη, Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

96942-29

(στον Π. Φύσσα)

όλα σου τα κομμάτια είναι στα μάτια μου
και μην κοιτάς άλλο τη φλέβα στο λαιμό μου
 που πάει να σπάσει -πρωθύστερο σχήμα
 το μωβ μου ήδη είχε χυθεί όλο στο δρόμο

όλα μου τα κομμάτια είναι στα μάτια σου

και μη με ακινητοποιήσεις ξανά
στις σκάλες ή στο ασανσέρ
ή στη γωνία μπροστά από τη βιτρίνα
θα σου χιμήξω με τα δόντια
και με όλες τις τίγρεις
που ενεδρεύουν στα νύχια μου 

κι αφού κανείς δεν κινάει τα νήματα
αυτή η ιοβόλα κάμψη των χεριών σου
δεν με παραλύει  
ούτε καν τα μάτια σου- ιδίως αυτά-
που δεν ξέρουν κατά πού να κοιτάξουν
ούτε καν τα μάτια μου που ανατρέπουν
το σκηνικό ενός προαγγελθέντος θανάτου

αφού  κατά βάθος το ξέρεις
όλα μου τα κομμάτια είναι στα μάτια σου
αυτά που επιμελώς αποστρέφεις

κι όχι στο ατσάλι που άστραψες απόψε
δήθεν για να με τσαλακώσεις

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Μωβ Στιγμές στο http://purplestigmes.blogspot.com

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Παύλος Φύσσας

Ήταν ο Παύλος Φύσσας.
Θα μπορούσε να ήταν το παιδί σου
θα μπορούσε να ήταν ο αδελφός σου
θα μπορούσα να ήμουν εγώ
εγώ, που σου μιλώ αυτή την ώρα.
Θέλω να πω πολλά
κι η οργή μ’ εμποδίζει.
Μερικές φορές
η ποίηση γίνεται δράση.
Γιατί εκείνος που σκότωσε
θα ξανασκοτώσει
έναν ακόμα Παύλο Φύσσα,
που θα μπορούσε να είναι το παιδί σου,
που θα μπορούσε να είναι ο αδελφός σου,
που θα μπορούσε να είσαι εσύ,
εσύ, που με ακούς αυτή την ώρα.

Αρθ. Ρεμπώ, Πρωινό Μέθης

264917_160646250672892_3426447_n

Ω Αγαθό μου!
Ω το Ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!
Στρεβλή μαγική!
Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το
θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά.
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών,
θα τελειώσει από αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας,
ακόμα και όταν,
καθώς η φανφάρα στραφεί,
θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια.
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση
καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας,
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο
του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις
τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε
τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε,
μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την
αιωνιότητα,
αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών,
διακριτικότητα των σκλάβων,
αυστηρότητα των παρθένων,
φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων,
να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση
αυτής της αγρυπνίας.
Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο!
όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας
χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από
τις ηλικίες μας.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.

John Karteris, Τα όνειρα πάντα θα δραπετεύουν

kefalia

Με αφορμή μιαν άλλη επίθεση….

Τα δεκατέσσερα τα χρόνια του
δεν συγκινήσαν τα θεριά
που μάρκαραν το χώρο
ουρώντας τη χολή τους
Η ανεμελιά της νιότης τον παρέσυρε
στο αδιέξοδο στενό
όπου το φως κρυβότανε από ντροπή
άνομες πράξεις να μην βλέπει
Εκεί που οι σάπιες οι προθέσεις τους κουρνιάζανε
σαν όρνια στα τηλεγραφόξυλα
και στήνανε καρτέρι με σκοπό
να διαφεντεύουνε το βρώμικο αγέρα.
Σπασμένα μπουκάλια του χάραξαν το πρόσωπο
μεθώντας στις πληγές το μίσος
που στάλα-στάλα μάζευαν ανύπαρκτες ψυχές
που άνθρωποι δεν θέλησαν να γίνουν
Οι δολοφόνοι της ελπίδας
δεν μπόρεσαν να αφανίσουν τα όνειρα
Αυτά δραπέτευσαν μακριά- (πάντα θα δραπετεύουν)
στην αγκαλιά της μάνας του.
Δεν υπολόγισαν ως φαίνεται καλά Είναι πολλοί αυτοί που αντιλαμβάνονται τα σκοτεινά τους πλάνα , Οι υλακές του φασισμού της εξουσίας αρωγοί ηχούν στα αυτιά τους , εμβοές Και είναι αφορμή αντίδρασης το αίμα στο υγραμένο άσπρο των αθώων του ματιών .

Μαρία Τσολιά, Δύο ποιήματα

1082360_10151861440868896_715856570_n

ΕΞ ΑΡΧΗΣ

Αλλάζω τους κώδικες
μηδενίζω τους μετρητές
των συναισθημάτων

με νέες κλίμακες
λογαριάζω το ανηλεές

αυτό
που κάποιοι
θα ονόμαζαν
έρωτα.

ΣΕΝΤΟΝΙ

Γδύθηκα
τα κελύφη
που μου φόρτωσαν
δανεικά κι αχρείαστα

φόρεσα
μόνον την ψυχή μου
λευκό σεντόνι
νά’ χω να στρώσω
του έρωτα
και του θανάτου.

* Η Μαρία Τσολιά γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1966 στην Άρτα. Σπούδασε Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών και Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Η μεταπτυχιακή της εργασία στην Νεοελληνική Φιλολογία αφορά την εικονοθεσία στο έργο του Ν. Καββαδία. Εργάστηκε επί αρκετά έτη ως Γραμματεύς Διευθύνσεως και Σύμβουλος σε θέματα Ανθρωπίνων Πόρων. Την τελευταία δεκαετία εργάζεται στον ευαίσθητο τομέα της Μετανάστευσης.

**Από τη συλλογή “Όσο κόκκινο μου αρνήθηκες” (εκδ. Οσελότος).

Βασίλης Κουστούδας, Ανθρώπινα πλάσματα

Ανθρώπινα πλάσματα
τόσο ανόητα και επαρμένα

μέσα στα πράγματα

μέσα στην κίνηση

μες τον αέρα

στα γκρίζα τους φάσματα

με αδίστακτα φράγματα

και μνήμες που εγκλωβίστηκαν
γύρω απ΄το ψέμα,

του απείρου φαντάσματα

ανθρώπινα πλάσματα

τόσο παράξενα

και τόσο θλιμμένα!

*Το ποίημα είναι από τη δεύτερη συλλογή του Βασίλη Κουστούδα “Κύματα του νεκρού νερού”.