Νεκταρία Μαραγιάννη, Ρολόι

19+id+IMAGESofEYES

Σε αυτό το δείκτη τελειώνει η ζωή
και αρχίζει ο μύθος…
Έρχονται να μιλήσουν οι Μεγάλοι Ποιητές
για τα έργα της ζωής
που απρόσμενα χαράζουν το δρόμο μας…

Τα μικρά μου βλέφαρα σηκώνονται δειλά προς το Ουρανό…
…ξεπροβάλλει ένας ήλιος που φωτίζει με τις ακτίνες του
τον πέτρινο δρόμο δυο σκίουρων…
…ένας άλλος ήλιος μιλά στα φύλλα που χορεύουν ρυθμικά
τον εκστασιακό χορό,
χαραγμένο από τις πνοές του Αιόλου,
φεύγουν τα φύλλα
κι εγώ τρέχω ανάμεσα στις κούνιες και τα ψάχνω…
Κάθε φορά που τα μάτια μου τα παίρνουν
φυσά ξανά και φεύγουν
και κάθε φορά κλαίω όλο και πιο πολύ
στο δικό μου Ήλιο…
…μα, ο δικός μου Ήλιος έφυγε!
Ήταν κι αυτός μια περιστασιακή πνοή
διαθέσεως φτηνής,
αξιοπρόσεχτα οφθαλμαπάτη μιας ζωντανής ψυχής
που δεν πίστευα πως θα χαράξει τη ζωή μου…

Είμαι μικρή, μάταια τα βλέφαρά μου αναζητούν
το δικό μου Ήλιο, το δικό μου ουρανό…

Τώρα πια, ξέρω πως μόνο ο απέραντος Ουρανός
δε θα απαρνηθεί το λαμπερό τόξο που χύνει
η αγάπη των ματιών μου…

…κι η ζωή: ένα ατέλειωτο ρολόι
με παγωμένους δείκτες…

Νέττα

Γιώργος Μακρής, Τριλογία

1374223_10151920070849540_1102544228_n

1

Δεν ξέρω πια αν τίποτα αξίζει να κρατώ
Στην μνήμη άξιο προσοχής παλαιότερα αισθητό.
Τα δέντρα αυτής της εξοχής και τα χλωμά κλαδιά τους
Φέρνουνε καθημερινά αναίμακτους θανάτους.
Τρώγοντας κάθε απόγευμα φρούτα και χειμερινά
Εν άδειο βλέπουμε κουτί κονσέρβας ανανά
Κι είναι μια αφορμή αυτό να φέρουμε στο νου
Τις χώρες και τους φοίνικες του Ισημερινού^
Τις ιστορίες π’ ακούσαμε π’ ακούσαμε πως γίναν στην Μπατάβια
Από ‘ ναν τρίτο πλοίαρχο σε ξενικά καράβια.
Αχ! Κάθε μας περίπατος κάθε περιοδεία
Μοναχική είναι για μας ουσία από κηδεία,
Όταν γνωστοί και συγγενείς κρατώντας τα παλτά τους
Εκφράζουνε τα θλιβερά συλλυπητήριά τους.
Στην χώρα που ναι πίσω μας ολοχρονίς βαστά
Μια χλιαρή κατάσταση και μεις σαν τα παστά
Τα ψάρια ή σαν δύό κάλτσες πάνω στο σκοινί
Είμαστε πάντα αδιάφοροι, γεμάτοι υπομονή.
Κακό για μας κάνουνε ποτέ Δε θα μπορέσουν.
Αν Δε μας αγοράσουνε θα μας ξαναφορέσουν
Η σκόνη δεν κατέρχεται παρ’ άμα υψωθεί
Το ύψος μόνο θα πρέπε κανείς να φοβηθεί,
Όταν το βράδυ ακούγοντας στριγκλιές αυτοκινήτων
Κοίτα στους έκτους ορόφους των νέων ακινήτων
Ρεκλάμες με συστήματα αμερικανικά
( άρμακα, κηλεπίδεσμοι, ζώνες, καλλυντικά).

Continue reading

Άννα Αχμάτοβα, 1935

563587_10201053192466867_1063742425_n

Σε πήραν μακριά την αυγή
περπατούσα πίσω σου σαν σε κηδεία
Τα παιδιά έκλαιγαν στο σκοτεινό δωμάτιο,
Τα κεριά έσταζαν κοντά στην εικόνα
Η παγερότητα της εικόνας στα χείλη σου.
Ιδρώτας θανάτου στο μέτωπό σου… Μη ξεχνάς!
Θα ουρλιάζω κοντά στους πύργους του Κρεμλίνου
σαν τις γυναίκες των Στρέλτσι*
*Το ποίημα αναφέρεται στη σύλληψη του Ν.Ν.Πούνιν)
**Οι Στρέλτσι ήταν στρατιωτικό σώμα που οργανώθηκε γύρω στα 1550 από τον Ιβάν τον Τρομερό. Στα 1698 ο Πέτρος τους νίκησε έξω από την Μόσχα και τους διέλυσε.

Φερνάντο Πεσσόα Το βιβλίο της Ανησυχίας (Απόσπασμα)

970929_403406183121078_1165703118_n

Όπου ανθεί ο μέσος όρος, παύω να υπάρχω.
Μόνο στα όνειρα είμαστε αληθινοί,
γιατί όλα τα άλλα, από τη στιγμή που
πραγματοποιούνται, ανήκουν στον κόσμο
και σ’ όλους τους ανθρώπους.

Αν κάποιο όνειρό μου έπαιρνε σάρκα και οστά,
θα το ζήλευα, γιατί θα με είχε απατήσει
επιτρέποντας στον εαυτό του να πραγματοποιηθεί.

«Έκανα τις επιθυμίες μου πραγματικότητα»,
λέει ο αδύναμος και ψεύδεται∙
η αλήθεια είναι πως ονειρεύτηκε προφητικά
ό,τι πραγματοποίησε η ζωή γι’ αυτόν.

Τίποτα δεν πραγματοποιούμε εμείς.
Η ζωή μας πετάει στον αέρα σαν πετραδάκια,
κι εμείς φωνάζουμε από κει πάνω: «Κοιτάτε πώς κουνιέμαι».

Ιάσωνας Σταυράκης, In memoriam

1278505_364212077042782_563266955_n

Όταν ανεβάζω το βλέμμα
αταξινόμητα πουλιά
κελαηδούν στα τύμπανα μου
πως ο άνεμος είναι
το σκοτωμένο σπέρμα
του τυφώνα…
Μου κλείνουν το μάτι
και θωρακίζουν
τον καλαμιώνα
που συνθέτει
τα τσακισμένα
πλευρά μου
και με ρίχνουν στην μάχη…
Τώρα πια δεν θα ρίξω τις λέξεις μου στο κόκαλο…
Τώρα πια θα ορμήξω στο μεδούλι…
Δεν θέλω να γίνω ποιητής…
Θέλω να γίνω το καντήλι
πάνω απ’ τον τάφο του ναζισμού…

Άρης Ταστάνης, Οι λαχτάρες των παραλύτων – Εις μνήμην

22-15-thumb-large

Καμιά φορά,
ας πούμε,
εμείς οι ανέλπιδοι φορείς της εγκεφαλικής πάρεσης
και της κακιάς μας μοίρας, θλιβεροί οινοχόοι,
οι καταδικασμένοι ερήμην σε μεταφυσικά ιερατεία
να σερνόμαστε στη λασπερή σκιά ανάλγητης πραγματικότητας, λαχταρούμε…

Τρελή – διαβολεμένη – Μέδουσα – Μαινάδα
η μορφή της.
Μέσα στις γαλαρίες των πνευμόνων μας έρπει
κι αλλάζει κρυστάλλινες προσωπίδες.
Τα δάκρυά μας,
λαθραίο μουρουνόλαδο με βιταμίνη Β’
τη θρέφουν σαν κοτόπουλο «Μιμίκος».
Τη γιγαντώνουν τα μεταλλαγμένα σκύβαλα,
περίσσευμα απ’ το σακούλι αγαθών γερόντων,
που επιμένουν κάθε πρωί -παρά την άνοια και την οστεοπόρωσή τους-
να μας αλλάζουν τα κατουρημένα υποσέντονα,
να μας χτενίζουν μ’ αλαβάστρινο χτένι,
να μας ποτίζουν καφέ χωρίς καφεΐνη,
να μας αλείβουν αλοιφές από τη Μονή των «Παμπλιστών».

Λαχταρούμε,
μ’ ανοιχτό πουκάμισο να βαδίζουμε στις λεωφόρους
π’ οργισμένες σημαίες κυματίζουν.
Λαχταρούμε,
τα χνάρια μας στην παραλία με ηλιοβασίλεμα
άνεμος θαλασσινός να τα σβήσει.
Λαχταρούμε από το γείσο των πέτρινων γεφυριών
να εμπιστευτούμε στους γερανούς την ονειροπόλησή μας.
Λαχταρούμε,
όταν τ’ όνομά μας περιπαιχτικά λαλούν,
στου πελάγου τις απαγορευμένες αρτηρίες να φτερουγίσουμε. Λαχταρούμε,
η ανάσα μας σαν αμυγδαλιάς ανθός
στις κουπαστές των δουλεμπορικών χάδι στοργικό να είναι.
Λαχταρούμε,
μ’ άστρα και κοχύλια να στολίσουμε τα σώματα των κοριτσιών
πριν τα κοιμίσουμε στις θαλασσοσπηλιές της Αιολίας.
Λαχταρούμε,
τσιγάρο να μοιραστούμε στα κολλημένα φανάρια
με τους επικηρυγμένους λαθρέμπορους χαρτομάντιλων.
Στα ημερολόγια των παιδιών που ξέρασε το βουβό κύμα
να ζωγραφίσουμε αεροπλάνα, γλάρους κι ουράνια τόξα.

Αχ λαχτάρα!
Πάντα μακρινή κι ανεξήγητη…
Σαν τους σπασμούς στα μαραγκιασμένα κορμιά μας και σαν του άγνωστου ωκεανού τη νοσταλγία…


*Από τη συλλογή «Το εγώ μου και ο χρόνος», 2003.

44682

Πέθανε ο Άρης Ταστάνης, αγωνιστής και λογοτέχνης

D4174F8783D6BDC9DBEF177AFA605E5F

Έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 60 ετών ο Άρης Ταστάνης, ένας γνήσιος αγωνιστής του πνεύματος και της ζωής, σταθερά προσηλωμένος στις αξίες της αριστεράς της δημοκρατίας και στους αγώνες του λαού. Ο Άρης Ταστάνης, μέχρι και χθες συγκέντρωνε υπογραφές και προωθούσε καταγγελίες για τις περικοπές, που επιβάλλονται στις δομές της υγείας, ενώ σε όλη τη ζωή του, γνώριμη φιγούρα με το αναπηρικό καροτσάκι του ήταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα, των κινητοποιήσεων, των πολιτιστικών εκδηλώσεων για τα κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα. Έπασχε από “μυϊκή δυστροφία των άκρων”, καθηλωμένος από 22 ετών.

Από παιδί γνωρίζει καλά όλες τις αρνητικές πτυχές του νοσηλευτικού συστήματος και της κοινωνικής μέριμνας επανένταξης. Ο Άρης Ταστάνης θα είναι πάντα κοντά μας γιατί πάνω απ΄ όλα αφήνει ένα πλούσιο πνευματικό έργο, με βαθιές ρίζες στη γενέτειρα γη του τη Λέσβο και τους δημοκρατικούς αγώνες. Από τα πρώτα του βήματα στην ποίηση το έργο του γίνεται αποδεκτό, ενώ ο Τάσος Λειβαδίτης θα γράψει το 1977 στην Αυγή για τις πρώτες του εκδόσεις («Πίσω από τους γυάλινους τοίχους» και «Αιολικά»), ότι είναι «ο Θεόφιλος της ποίησης». Την ποιητική του διαδρομή σημαδεύουν τα πάθη και οι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Μαζί πάντα και ο νόστος και η θύμηση της Αιολίδας.

Δεκατεσσάρων ετών οργανώνεται στην Δ.Ν. Λαμπράκη. Το 1974 στον “Ρήγα Φεραίο”. Το 1980 γίνεται μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. 1985 Διεθνής Αμνηστία. 1981 Επιτροπή Συμπαράστασης Πολιτικών Προσφύγων και Παρέμβαση Αναπήρων Πολιτών. Το 1983 εκδίδει το λαογραφικό περιοδικό “Τα Παρακοιλιώτικα” και το 2002 το πολιτιστικό περιοδικό “Γλυφάδα Άνω-Κάτω”.Έχει δημοσιεύσει 11 έργα, ποιήματα και διηγήματα, από το 1976 έως σήμερα. Η κηδεία του Άρη Ταστάνη θα γίνει την Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου στις 4 μμ στην εκκλησία Κοιμήσεως Θεοτόκου στην πλατεία Καραϊσκάκη Άνω Γλυφάδα. Αντί για στεφάνια ο Άρης θα ήθελε να προσφερθούν χρήματα για σκοπούς υπέρ των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο πιό σημαντικός λογοτέχνης με αναπηρία στην Ελλάδα της τελευταίας τριακονταετίας είναι δίχως την παραμικρή αμφισβήτηση ο Μυτιληνιός – από τα όμορφα Παράκοιλα – Αρης Ταστάνης. Το συγγραφικό του έργο είναι επηρεασμένο τόσο από τις πολιτικές καταβολές και πεποιθήσεις του (είναι ενταγμένος στην ελληνική αριστερά) όσο και από την εμπειρία της αναπηρίας – έχει μυϊκή δυστροφία – την οποία βιώνει από τα παιδικά του χρόνια. Το μείγμα των επιρροών στην περίπτωση Ταστάνη έχει λειτουργήσει θαυματουργά. Με μοναδικό τρόπο στα δώδεκα εξαιρετικά (όλα βραβευμένα) βιβλία του, ο Αρης Ταστάνης αναζητά την προσωπική μέσα από την κοινωνική απελευθέρωση αλλά και το αντίστροφο.
Η προσωπική/κοινωνική/πολιτική του πρόταση χαρακτηρίζονται και είναι μοναδικές.

Με αφορμή την έντονη κινητικότητα στον χώρο των διανοούμενων καλλιτεχνών με αναπηρία, τόσο εντός όσο και εκτός ελληνικών συνόρων, προβάλλει αδήριτη η ανάγκη να γίνουν ευρέως γνωστοί οι πλέον σημαντικοί εξ’ αυτών, οι αναμενόμενοι πρωταγωνιστές των όποιων παρεμβατικών εξελίξεων επίκεινται. Ο Αρης Ταστάνης δεν μπορεί παρά να αποδειχθεί ένας εκ των πρωτοπόρων της νέας προσπάθειας που ξεκινά από την νεοσυσταθείσα Κίνηση καλλιτεχνών με αναπηρία, έχοντας ως στόχο την οργανωμένη αντίσταση στην συνθήκη περιθωριοποίησης που οι γκρίζες εποχές επιβάλλουν στους ανθρώπους με αναπηρία. Αλλωστε, ο Ταστάνης λειτούργησε σαν πρωτοπόρος σε εποχές περισσότερο γκρίζες, περισσότερο δύσκολες από την σημερινή. Εχει κατακτήσει το δικαίωμα (να ξέρει) να διεκδικεί χωρίς φόβους και αυταπάτες από τα χρόνια που οι διεκδικήσεις ήταν μοναχικές, προσωπικές, δίχως καν την ασπίδα/άλλοθι της έστω θεωρητικής αποδοχής των “προοδευτικών”.

Ο Ταστάνης δεν ακολούθησε προοδευτικά ρεύματα σκέψης – ειδικά σε ότι αφορά την κατανόηση της κοινωνικής συνθήκης της αναπηρίας – αλλά προσωποποίησε ο ίδιος την προοδευτικότητα , έγινε ο ίδιος πρωτοπορία απαιτώντας συνοδοιπόρους να ακολουθήσουν. Οταν στα μέσα της δεκαετίας του 70 ο πολεμιστής Μυτιληνιός σάλπισε την εκκίνηση του αγώνα του , η αντιδραστική/πατερναλιστική περί αναπηρίας σκέψη και δημόσιος λόγος δεν ισορροπούσε έχοντας να αντιπαρατεθεί με έναν βαθύ προοδευτικό αντίλογο. Ο Ταστάνης ήταν ένας από τους λίγους (και ο μόνος στον χώρο της λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας) που γέννησε προοδευτικό αντίλογο, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην δημιουργία μιάς – έστω στοιχειώδους – ισορροπίας που αποτέλεσε απαραίτητο υπόβαθρο για τις όποιες δικαιωματικές/προοδευτικές προσεγγίσεις της αναπηρίας στην Ελλάδα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ο ίδιος, σεμνός όπως όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι, είναι βέβαιον ότι δεν αποδέχεται τον ρόλο του πρωτοπόρου, μόνο αμηχανία αισθάνεται όταν του αποδίδεται. Ομως αυτό ήταν, αυτό είναι και αυτό θα είναι όλη του την ζωή.

Ενα μικρό βιογραφικό όπως το είχε γράψει ο ίδιος:

“Γεννήθηκα στα Παράκοιλα Λέσβου, το 1953. Η αντιστασιακή δράση του πατέρα μου, οι διώξεις στον εμφύλιο, καθώς και οι πρώτες ενδείξεις της σκληρής ασθένειας στο παιδικό μου σώμα, υποχρέωσαν την οικογένεια μου να εγκαταλείψει το νησί και να μεταναστεύσει στην Αθήνα. Από το 1966 κατοικώ στην Τερψιθέα – Γλυφάδας, από το 1973 σε ηλικία πλέον 20 χρόνων μετακινούμαι μόνο με αναπηρικό αμαξίδιο.

Από παιδί γνώρισα κάτι παραπάνω από καλά, γνώρισα βαθιά όλες τις αρνητικές πτυχές του νοσηλευτικού συστήματος και της κοινωνικής επανένταξης. Είχα την “τύχη” να μεγαλώσω σε εποχές γκρίζες κι άγονες για τ’ άτομα με αναπηρία. Σε δύσκολες συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Τότε που ήταν στίγμα για το άτομο και την οικογένεια του η αναπηρία και όνειρο η πρόσβαση στην πόλη και τη ζωή, στη μέριμνα της πολιτείας, στη μόρφωση και την αποκατάσταση…
Μέσα σε αυτές τις συνιστώσες, θέλοντας να δώσω διέξοδο στην ανάγκη δραπέτευσης από τα ψηλά τείχη του αποκλεισμού, αρχίζω να γράφω ποιήματα και να μελετώ αχόρταγα λογοτεχνικά κείμενα. Από τότε θα σημαδέψουν βαθύτατα όλη την ποιητική μου διαδρομή, τα πάθη και οι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Τα όνειρα και οι αγωνίες στις υποβαθμισμένες γειτονιές της μεγαλούπολης. Μαζί πάντα ο νόστος και η θύμηση της Αιολίδας, (τόπος, χρόνος, ιστορία, άνθρωποι, αγώνες, θυσίες, οράματα).”

Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών (ΕΕΛ) από το 1980. Μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας και της Επιτροπής Συμπαράστασης Πολιτικών Προσφύγων από το 1981. Πέραν αυτών είναι ιδρυτικό μέλος του πανελλήνιου συλλόγου παραπληγικών, ενώ από το 2003 είναι ενεργό μέλος της κινηματικής Παρέμβασης Αναπήρων Πολιτών (ΠΑΝΑΠ).

Σε ό,τι αφορά την εκδοτική και δημοσιογραφική του παρουσία: Το 1983 εκδίδει το λαογραφικό περιοδικό «ΤΑ ΠΑΡΑΚΟΙΛΙΩΤΙΚΑ» Λέσβου και το 2002 εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό «ΓΛΥΦΑΔΑ – ΑΝΩ ΚΑΤΩ». Καθ’ όλη την διάρκεια των χρόνων συνεργάζεται και αρθρογραφεί σε αναρίθμητα περιοδικά και εφημερίδες, τόσο στις συνοικίες και στην περιφέρεια, για ποίηση, λογοτεχνία, για τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανάγκη άρσης του, καθώς επίσης και για την ιστορία – λαογραφία της αγαπημένης Λέσβου. Ειδικά σε ότι αφορά την τελευταία, ουδέποτε ο νους του Αρη την εγκαταλείπει, γράφει ακατάπαυστα. Τα τελευταία χρόνια, από 2006 – 2008 γράφει στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» την στήλη «Της Καθημερινής Ζωής μας». 2006 – 2008, ενώ από το 2008 μέχρι σήμερα τα κείμενά του φιλοξενεί η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» , το πλέον έγκυρο προοδευτικό βήμα της μάνας πατρίδας.

Επίλογος με τους τίτλους του λογοτεχνικού έργου του Αρη Ταστάνη αυτού που τον καθιστά αθάνατο μεσ’ τον χρόνο, που τον αναδεικνύει ως έναν εκ των σημαντικότερων νεοελλήνων συγγραφέων και σίγουρα τον σημαντικότερο νεοέλληνα λογοτέχνη με αναπηρία.

Το πρώτο εκδοθέν ποίημα του Ταστάνη υπό τον τίτλο «ΜΠΟΡΕΙΣ» – αφιερωμένο στους ζωγράφους με το στόμα και το πόδι – κυκλοφόρησε μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες στο ημερολόγιο της Διεθνούς Ένωσης Αναπήρων Καλλιτεχνών (1976). Εκτοτε ακολουθεί σειρά σημαντικών βιβλίων του, αρχής γενομένης από το ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙΝΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ (Αθήνα 1976) και έναν χρόνο μετά τα ΑΙΟΛΙΚΑ (εκδόσεις Ιωλκός 1977).

Ακολουθούν:
14 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ (εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979) , ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ (εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979), ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1982 με σχεδιασμό εξωφύλλου της εξαίρετης Βάσω Κατράκη), ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ (εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1985, επίσης σχεδιασμός εξωφύλλου της Β. Κατράκη).
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 λογίζεται η ώριμη περίοδος του Ταστάνη, αρχής γενομένης από τα ΑΙΟΛΙΚΑ ΙΙ (εκδόσεις ΚΑΛΑΜΑΣ 1992) και το υπέροχο ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ (εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992, σχ.εξ. Β. Κατράκη). Για να ακολουθήσουν με την ροή των χρόνων ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΆ ΤΩΝ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ (εκδόσεις ΗΡΑ 1999, με υπέροχο σχεδιασμό εξωφύλλου της Τζέλη Χατζηδημητρίου), και μιά τετραετία μετά ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ (εκδ. ΗΡΑ 2003) – γνώμη του γράφοντα, ίσως η περιεκτικότερη μύηση στην συναισθηματική σχέση με την ροή του χρόνου ενός ανθρώπου κοινωνικά αποκλεισμένου που προσφέρει η νεοελληνική λογοτεχνία. Τα τελευταία δύο βιβλία με την υπογραφή του Ταστάνη είναι το TAΞΙΔΙΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΛΙΣΑΧΝΗΣ (εκδ. ΑΣΤΕΡΙΑΣ 2005) και το ιστορικό αφήγημα – ντοκουμέντο ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ (εκδόσεις Κ.Ψ.Μ. 2007) αφιερωμένο στον τελευταίο μυτιληνιό αντάρτη του ελληνικού εμφυλίου.

*Από το portal lesvosnews.net

Έρμα Βασιλείου, Κάλεσμα

tumblr_ms1rhfSto91qarjnpo5_500

Και μέσα μου η θάλασσα ένα ξόμπλι
όση απόμεινε
σε καλεί με τα δόρατα της θλίψης
και με αφοσιωμένο θόρυβο των παράλυτων ψιθύρων
που ισχύουν στα σκουφιά του ανέμου
έλα πνοή και θύελλα να με δεχτείς έτσι ανώριμη
στην πνευματική μου ανάσταση
έλα βροχή και κάψα
να με θυσιάσεις στο νόμο της ευχής
γιατί η ματιά μου δεν αντέχει άλλο
την εικόνα που λυγίζει
λιώνει, αδιαφορεί για το φως
έλα γλυκιά μου αλμύρα
σώσε το γεγονός, σώσε το δέρμα που αποφεύγει να καεί
στο μαρτύριο του ξενοτοπισμένου
καίγομαι στη λέξη απόσταση
βουνάρι ξύλα άναψαν
οι αναστεναγμοί της μέρας
και φτάνουν στα μεσούρανα, οι θυσίες

*Από τη συλλογή “Pain perdu” (εκδ. Αφροδίτη, 2013).

Νίκος Α. Νομικός, Το τριλαμπές

'Ωρες

Χρόνια τα ψίχουλα
ψυχής λυπημένης
μέσα στα σκοτάδια
της όρασης λιμοκτονούν

μη ρωτάς για πυξίδες
κι αξιόλογα οράματα

χτυπάτε μονάχα το στήθος,
αδέλφια μου,
για ν’ ακουστούν οι προσευχές
στις μακρινές πατρίδες
της γιορτής σας.

*Από τη συλλογή “Ώρες Απόλυτες” (εκδ. Κώδικας, 1998)

Τσεζάρε Παβέζε, Εσύ δεν ξέρεις…

BloodRed-Moon

Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδειο ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

*Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη