Sylvia Plath, Το όνειρο

603151_1425246657704036_1466155251_n

«Χθες βράδυ», είπε, «κοιμήθηκα μια χαρά
αν εξαιρέσεις δυο αλλόκοτα όνειρα
που ήρθαν λίγο πριν αλλάξει ο καιρός
όταν σηκώθηκα κι άνοιξα όλα
τα πατζούρια, για να μπει στα δωμάτια
ο ζεστός πουπουλένιος άνεμος με το υγρό του φτέρωμα.

Στο πρώτο όνειρο οδηγούσα
κατεβαίνοντας τα σκότη, μέσα σε μια μαύρη νεκροφόρα
με πολλούς ανθρώπους, ώσπου τράκαρα
σ ένα φως κι αμέσως μια γυναίκα
μαινόμενη μας ακολούθησε κι όρμησε καταπάνω μας
να σταματήσει το αυτοκίνητό μας.

Κραυγάζοντας ήρθε στο νησί
Που είχαμε σταματήσει και με μια βλαστήμια
απαίτησε να πληρώσω πρόστιμο
επειδή φέρθηκα σαν αγροίκος επιδρομέας
και κατέστρεψα όλο το αόρατο
εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού του Σύμπαντος.

Άκουσα τότε πίσω μου μια φωνή
να με ειδοποιεί να της κρατήσω το χέρι
και να τη φιλήσω στο στόμα γιατί
μ αγαπούσε κι αν την αγκάλιαζα με θάρρος
θα γλίτωνα όλη την ποινή.
‘Ξέρω, ξέρω’ είπα στο φίλο μου.

Παρ ολ αυτά περίμενα να μου βάλει πρόστιμο
και πήρα της γυναίκας το λαμπερό ένταλμα
(καθώς εκείνη ξέπλενε τη διαδρομή με δάκρυα),
μετά οδήγησα να ρθω σε σένα πάνω στον άνεμο.
Δεν σου λέω για τον εφιάλτη
που μου συνέβη στην Κίνα.»

*Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.
*Από το http://kousouria.blogspot.gr

Ann Sexton, Αγοράζοντας την πόρνη

matisseodali1922

Είσαι το ροσμπίφ που αγόρασα
και σε γέμισα με τα ολόδικά μου κρεμμύδια

Είσαι η βάρκα που νοικιάζω με την ώρα
και σε κατευθύνω με την οργή μου
μέχρι να προσαράξεις

Είσαι ένα ποτήρι που πλήρωσα για να το σπάσω
και καταπίνω τα κομμάτια μαζί με το σάλιο μου

Είσαι η σχάρα που ζεσταίνω τα τρεμάμενα χέρια μου
καψαλίζοντας τη σάρκα μέχρι να γίνει νόστιμη και ζουμερή

Βρωμάς σαν τη μητέρα μου
κάτω από το σουτιέν σου
και ξερνάω στο χέρι σου όπως ο κουλοχέρης
τα κρύα σκληρά νομίσματα

*Μετάφραση: Μαρία Ροδοπούλου

Anna Akhmatova, Ποιήματα

1385280_238275499662625_888394574_n

2
Ο γαλήνιος Ντον κυλάει ήσυχα
το κίτρινο φεγγάρι μπαίνει στο σπίτι

Μπαίνει με το καπέλο του στραβά
το κίτρινο φεγγάρι βλέπει τη σκιά

Αυτή η γυναίκα είναι άρρωστη
αυτή η γυναίκα είναι μόνη

Ο άντρας στον τάφο, ο γιός στη φυλακή
κάνετε για μένα την προσευχή
5
Δέκα εφτά μήνες ουρλιάζω
και σε καλώ να γυρίσεις σπίτι
Στου δήμιου έπεφτα τα πόδια
γιέ μου εσύ και φρίκη μου
όλα μπερδεμένα είναι εδώ
Ποιός είναι άνθρωπος και ποιός θεριό Για την εκτέλεση θ’ αργήσει
Και μόνο σκονισμένα άνθη
και θυμιατήρι κουδουνίζει
Πατήματα πηγαίνουν πουθενά
Ίσια στα μάτια με κοιτά
Με γρήγορο χαμό απειλεί
πελώριο αστέρι από ψηλά

*Μετάφραση: Μαρία Καρδάτου
**Από το poihshkaipoihtes.blogspot.com

Poetry@FedSquare in Melbourne, Saturday 16 November 2013, 2-4pm, Beer De Luxe upstairs

images

Dear poets and lovers of poetry.

16 November 2013 marks the last poetry event at Federation Square event for 2013 and brings in the scene another group of wonderfull poets to close enthusiastically this year.

Featured poets this time are John Stokes, Rose Lucas and Michael Farrell followed by an open mike.

JOHN STOKES is an international poet and author who has won or been shortlisted for many prizes including the Blake, Newcastle and Rosemary Dobson Prizes for Poetry. Publication credits include Antipodes, Meanjin, Island, A River in the Dark and Dancing in the yard at Eden. His poem, The View from the sold house, is available on the RedRoom Company’s free poetry app. His third major collection: “Fire in the Afternoon” has been accepted by Halstead Press for release early in the new year.

ROSE LUCAS is a Melbourne poet, writer and academic, currently teaching poetry and editing at Victoria University, Melbourne. Her poetry collection Even in the Dark (UWAP) appeared in July 2013. She is co-author of Bridgings: Readings in Australian Women’s Poetry (Oxford UP, 1996) and has published widely in the scholarly areas of women’s poetry, feminism, psychoanalysis, literary theory and cinema studies. Her poems have appeared in a range of journals and anthologies and she was shortlisted for the ABR Poetry Prize in 2009. Lucas previously taught in the English Department at Monash University for twenty years. She is also currently Chair of the Western Australian Premier’s Book Awards. Her poems have appeared in Heat, Meanjin, Hecate, Best Australian Poems 2007 and 2009. Even in the Dark is her first collection of poetry.

MICHAEL FARRELL is originally from Bombala, NSW, now living in Melbourne. He co-edited the anthology Out of the Box: Contemporary Australian Gay and Lesbian Poets which was published by Puncher & Wattmann in late 2009. He has completed a PhD at the University of Melbourne on poetics in the nineteenth century and, in 2013, was a creative fellow at UNSW Canberra at the Australian Defence Force Academy. He recently won ABR’s Peter Porter Poetry Prize. He has published several books, most recently open sesame (Giramondo) (2012) and the e-chapbook enjambment sisters present (Black Rider).

We also need around 10 open mic readers. Please drop me a line at poetryfedsquare@gmail.com or troaditisdimitris@gmail.com or come see me on the spot.

Facebook account http://www.facebook.com/PoetryAtFedSquare

Twitter account @poetryfedsquare

Finally, you’ll be notified almost a week prior whether or not the event will be in Beer DeLuxe upstairs again or in The Atrium.

See you there and then!

Dylan Thomas, Εκεί Που Κάποτε Τα Ύδατα Του Προσώπου Σου

1176318_441384889309792_829536678_n

Εκεί που κάποτε τα ύδατα του προσώπου σου
Στις έλικές μου ελίσσονταν,
το άνυδρό σου πνεύμα πνέει,
Γλαρώνει το μάτι του ο νεκρός
Εκεί που κάποτε την κόμη τους οι τρίτωνες
Μεσ’ απ’ τους πάγους σου σφεντόνιζαν,
Άνεμος άνυδρος οδεύει
Μεσ’ απ’ αλάτι και ρίζα κι αυγό ψαριού.
Εκεί που κάποτε οι πράσινές σου αρθρώσεις
Τις αρμογές των βύθιζαν
στο πλέγμα της φουσκονεριάς,
Ο πράσινος πορεύεται διαλύτης,
Ψαλίδι λιπασμένο,
μαχαίρι έτοιμο στο πλάι,
Να κόψει σύρριζα κανάλια
κι υγρούς καρπούς να κόψει.
Αόρατες οι ρυθμικές φουσκονεριές σου
Σ’ ερωτικές ξεσπάζουν κλίνες,
Ξεραίνεται το φύκι της αγάπης.
Γύρω τριγύρω στα λιθάρια σου σκιές
Παιδιών πορεύονται που μεσ’ απ’ τα κενά τους
Στη δελφινάρια θάλασσα προσπέφτουν.
Στεγνά σα τάφοι τα βαμμένα βλέφαρά σου,
Όσο η σοφή μαγεία γλυστρά
σε γη κι ουράνια,
Δεν θα κλείσουν,
Κοράλια η κλίνη σου γεμάτη θα ‘ναι,
Ερπετά οι φουσκονεριές σου,
ώσπου οι θαλάσσιες πίστεις μας να σβήσουν.

Antonin Artaud, Σκατά στο πνεύμα

Αρτώ, Θεός

Μετά τον ρομαντισμό,
ο συμβολισμός,
ο ντανταϊσμός,
ο σουρεαλισμός,
ο λετρισμός
και ο μαρξισμός,
δηλαδή εκατό “σχολές” πολιτικής, φιλοσοφικής και λογοτεχνικής ανατροπής, υπάρχει μια λέξη, ένα πράγμα, που έμεινε όρθιο, μια αξία που έμεινε αναλλοίωτη, που διατήρησε σε πείσμα όλων την υπεροχή της, είναι η λέξη και το πράγμα πνεύμα,
η αξία που προσδίδεται στο πνεύμα,
η αξία του πράγματος πνεύμα,
λες και θ’ αρκούσε να προφέρουμε την μαγνητική αυτή λέξη,
λες και θ’ αρκούσε να την αφήσουμε να ξεπηδήσει στη γωνιά μιας σελίδας, για να έχουν ειπωθεί όλα.
Σαν να εννοείτο, πράγματι,
και σαν αρχή και σαν ουσία, ότι το πνεύμα είναι η έμφυτη έννοια, η αξία υπόδειγμα,
η λέξη κορυφή,
που από το σημείο αυτό και πέρα, ο παλιός αταβιστικός αυτοματισμός του ζώου που ονομάζεται άνθρωπος θα έπαυε να κλυδωνίζεται.
Γιατί το φορείο θα ήταν καλά στερεωμένο στη θέση του.
Παντού ήταν αναμφισβήτητο, μετά από, δεν ξέρω κι εγώ πόσα, χρόνια Καββαλισμού, ερμητισμού, μυσταγωγίας, πλατωνισμού και ψυχουργίας,
ότι το σώμα είναι τέκνο του πνεύματος, του οποίου φαίνεται να είναι η διόγκωση,
το σύμφυρμα ή ο μαγικός σωρός
και πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε σώμα που να μην είναι, στο τέλος της φυσικής πορείας, η κατάληξη μιας σκοτεινής σύζευξης του πνεύματος με την ίδια του τη δύναμη, το όριο μιας διαδρομής επιλεγμένης απ’ το ίδιο το πνεύμα κατά την πορεία του,
σαν να μην μπορούσε να υπάρχει σώμα, εάν δεν υπήρχε κάπου το πνεύμα,
σαν η κατάσταση που αποκαλείται σώμα, το πράγμα που ονομάζουμε σώμα, να ήταν ουσία και φύσει κατώτερο από την κατάσταση πνεύμα και να πήγαζε απ’ αυτήν.
Σαν το σώμα να ήταν η άμαξα και το πνεύμα, το άλογο, που οδηγείται από ένα άλλο πνεύμα που ονομάζεται αμαξάς.
Σαν το σώμα να είναι οι εργάτες του εργοστασίου και το πνεύμα, το αφεντικό, το οποίο έχει επινοήσει το αλυσσόδεμα των εργατών στη διαδικασία παραγωγής.
Σαν το σώμα να ήταν το κορμί όλων των στρατιωτών που σκοτώνονται υπό τις διαταγές αυτού του μεγάλου πνεύματος, του Στρατηγού, που τους στέλνει να σφαγιασθούν.
Σαν να ήταν αυτονόητο για τη ζωή ότι το σώμα είναι αυτή η βρωμερή ουσία μέσα στην οποία το πνεύμα κάνει το ποδόλουτρό του, όπως ένας καπουτσίνος ξεπλένει τις μπότες του μέσα στο λουτρό αίματος του πολέμου.
Και το σώμα δεν έχει παρά να το βουλώσει.
Θα ήθελα να δω το σώμα ενός πνεύματος να οργανώνει τα μελλοντικά του κοιμητήρια.
Αλλά πιο πριν, θα ήθελα να μιλήσω για τους εφιάλτες.
Αστεία ανακολουθία, δεν είναι;
Να περνάς έτσι ξαφνικά και κτηνώδικα από το πνεύμα στους εφιάλτες.
Οι εφιάλτες προέρχονται απ’ τους παληανθρώπους, απ’ όλους τους αρνητές του σώματος,
απ’ όλους τους πλήρεις πνεύματος, που ασκούν μαγεία για να ζήσουν και που δεν έχουν βιώσει παρά μόνο πνεύμα, δηλαδή τη μαγεία.
Χωρίς τους υποστηρικτές της καθαρότητας του πνεύματος,
του καθαρού πνεύματος σαν αρχή των πραγμάτων και του Θεού ως καθαρού πνεύματος,
δεν θα υπήρχαν εφιάλτες.
Και όλοι βέβαια, από τότε που υπάρχει η γη, έχουν να παραπονεθούν για έναν εφιάλτη, να του προσάψουν, μόλις ξυπνήσουν, ότι τους βασάνισε τη νύχτα, χωρίς όμως να δώσουν μεγαλύτερη σημασία,
χωρίς να δώσουν προσοχή στην σοβαρότητα του γεγονότος.
Δεν γνωρίζουν ότι ο εφιάλτης είναι η είσοδος του παραλογισμού από το κενό,
η αναρχία μέσα στην κανονική λογική του μυαλού τους,
το δηλητήριο που ρίχνεται στην ευμάρεια, μια παρέμβαση από κάτω προς τα πάνω, ότι είναι η σταγόνα του μίσους κάποιου άλλου, που κυλάει στη βραδυνή αναπνοή τους, η ενστάλαξη μιας νύμφης του πνεύματος, ένα δάκρυ καθαρού πνεύματος που αθόρυβα εισήχθη στο σώμα τους, από κάθε τι που είναι αδυναμία, απουσία, κενό, μίσος, αρρώστεια ή επιθυμία.
Ο εφιάλτης λοιπόν, για την πλειοψηφία των κοιμωμένων στη γη δεν είναι παρά μια ωραία ιστορία που διηγούνται μόλις πεταχτούν απ’ το κρεβάτι.
Κάτι σαν διήγημα του Έντγκαρ Πόε, του Ερμάν Μελβίλ, του Χόφμαν, του Λαμότ Φουκέ, του Ναθαναέλ Χώθορν, του Λιούις ή του Καμίσο,
των οποίων το όνειρό τους παρέχει το υλικό για την απεικόνιση τάχα της ζωής,
αλλά δεν υποψιάζονται,
δεν αντιλαμβάνονται,
πως κάποιοι άνθρωποι ψάχνουν μεθοδικά, μέσα στο όνειρο, τον τρόπο για να σταματήσουν τη ζωή, να αποκτήσουν αυτοί οι ίδιοι ζωή, εις βάρος της στρεβλωμένης αγωνίας του κοιμώμενου που αυτοί έχουν κυριεύσει.
Με ποιο τρόπο;
Επωφελούμενοι απ’ τον ύπνο του ανθρώπου,
από την χαλάρωση που προσφέρει ο ύπνος στον άνθρωπο, για να ξεριζώσουν από τη φυσιολογική ροή του μοριακού τρόπου ύπαρξης ενός ανθρώπου, μια μικρή φέτα ζωής, ένα μικρό αιμάτινο δίκτυο ατόμων που θα τους χρησιμεύσει για να θρέψουν τη δική τους ζωή.
Ένας εφιάλτης δεν είναι ποτέ τυχαίο συμβάν, αλλά συμφορά ολόδική μας, ξαμολημένη από μια πουτάνα, από το στόμα ενός βαμπίρ που μας βρίσκει πολύ πλούσιους σε ζωή και που δημιουργεί, με ορισμένες σταλαγματιές αλληλεπιδράσεων μέσα στις σκέψεις μας,
καταστροφικά κενά στις διαδρομές των αναπνοών του κοιμώμενου σώματός μας το οποίο νομίζει ότι έχει γλιτώσει από τις έγνοιες.
Είναι οι άνθρωποι λοιπόν που δημιουργούν αυτούς τους εφιάλτες, αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι πνεύματα που θέλησαν να παραμείνουν� στο πνεύμα χωρίς να προχωρήσουν πιο μακριά στη ζωή.
Και τι είναι το πνεύμα;
Το πνεύμα πραγματικά.
Εννοώ πέρα από τη Φιλοσοφία.
Και γιατί το σώμα να προέρχεται από το πνεύμα και όχι το πνεύμα από το σώμα;
Γιατί το πνεύμα να περιέχει τις αξίες και το σώμα να θεωρείται απλώς η άθλια κατοικία τους, η υλική τους ενσάρκωση;
Λες και υπήρξε ποτέ κάποιο μυστήριο που ονομάζεται ενσάρκωση.
Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα;
Αν σκεφτούμε καλά, καμία.
Γιατί το σώμα ξέρουμε τι είναι, αλλά το πνεύμα,
ποιος είπε πως ήταν η αρχή εκείνου απ’ όπου ξεπηδά ό,τι υπάρχει στη ζωή;
Είναι το πνεύμα που έχει τα δεδομένα.
Μέσα σ’ αυτό είναι που βλέπουμε τις ιδέες, τα μητρικά αυτά μαστάρια απ’ τα οποία τρέφεται ο,τιδήποτε έχει ενέργεια.
Αλλά, μας την σπας, Πλάτωνα. Και σεις, Σωκράτη, Επίκτητε, Επίκουρε, Καντ, ακόμα κι εσύ Καρτέσιε.
Γιατί μπορούμε εύκολα ν’ αντιστρέψουμε το πρόβλημα και να πούμε πως το πνεύμα δε θα είχε υπάρξει, ούτε οι αξίες και τα δεδομένα του, αν το σώμα, που τις διέδωσε, δε βρισκόταν εκεί, τη στιγμή που το πνεύμα, πάντα βρισκόμενο σε ακινησία, αρεσκόταν απλώς να τις κοιτάζει, περιμένοντας να τις σοδομίσει απ’ την πρώτη στιγμή.
Αφού χωρίς την αρχή του σοδομισμού, δεν θα απέμενε πλέον στο πνεύμα παρά να αδειάσει εξίσου τη γη και το μεγάλο κενό των πλανητών, το οποίο ο Πλάτωνας, αυτός ο θλιβερός ημιμαθής, νόμισε κάποια μέρα ότι ήταν επιπλωμένο με ιδέες, που κανείς ποτέ δεν συνάντησε.
Γιατί το πνεύμα είναι μια πομφόλυγα, μια απάτη.
Ένα είδος στοιχειωμένου καπνού που δε ζει παρά μόνο απ’ ό,τι απομυζά από το σώμα, για να κάνει με κόπο μια κίνηση και όχι μια σκέψη ή μια υπόθεση.
Γιατί τι είναι αυτές οι σκέψεις, οι υποθέσεις, οι αξίες και οι ιδιότητες;
Έννοιες χωρίς ζωή που υλοποιούνται μόνο όταν το σώμα τις αποβάλει, δημιουργώντας μια μεγάλη εφίδρωση για να τις αναγκάσει να το εγκαταλείψουν.
Γιατί το σώμα δεν έχει ποτέ ανάγκη να του προσδιορίσουμε τι έκανε.
Χωρίς τις καθημερινές λειτουργίες του σώματος, δεν θα γεννιόταν ποτέ καμιά σκέψη και δεν είναι από το σώμα που γεννιέται, αλλά ενάντιά του, με την ευκαιρία μιας κίνησης δικής του, της οποίας η σκέψη, δηλαδή η σκιά, θέλησε να ζήσει από μόνη της, υπό την επήρεια των λεγόμενων πνευμάτων.
Αυτών των εξόριστων αερικών που ήθελαν να αποκτήσουν υπόσταση χωρίς όμως να κοπιάσουν για να την κερδίσουν.
Όταν κάποιος δεν έχει σώμα και είναι ένα τίποτα, όταν δεν έχει ακόμα αναπνεύσει, απαιτείται φοβερή θέληση για να καταφέρει να κατασκευάσει ένα τέτοιο σώμα και να κατακτήσει μ’ αυτό τη δυνατότητα να αναπνέει καθολικά.
Και αυτό δεν είναι θέμα σκέψης, αλλά μιας τρομερής φρίκης την οποία πρέπει να υπερπηδήσει.
Σ’ αυτό το σημείο είναι που ψόφησε ο μεγάλος αγύρτης,
ο απατεώνας,
ο μέγας γαμημένος από την πλημμύρα των καθαρών ουσιών,
που ως αρχή και ουσία και χωρίς σώμα για να τους αντισταθεί, δεν είναι παρά η τρύπα του αιώνιου περάσματος κάθε σκέψης ή υπόθεσης για ύπαρξη,
ο Θεός,
πνεύμα καθαρό, σκιά και δυνητικότητα.
Πολύ δειλά για να επιχειρήσουν να αποκτήσουν σώμα, τα πνεύματα, πτητικά αέρια, πιο ελαφριά και από κάθε επεξεργασμένο σώμα,
περιφέρονται στο στερέωμα ή στο κενό και η απουσία ζωής, το κενό τους, η απέραντη νωθρότητά τους τα περιορίζει στο πνεύμα.
Βλέποντας το σώμα του ανθρώπου να υπερτερεί, κατέληξαν να φαντάζονται ότι το ξεπέρασαν.
Για να μη περιφρονηθούν και απωθηθούν από τον άνθρωπο,
προσπάθησαν να προσδώσουν σ’ αυτό το κενό που αποκαλούμε πνευματική κατάσταση, στον ευνουχισμό του σώματός τους, αρσενικού ή θηλυκού, στην αδυναμία τους να αναγνωρίσουν ο,τιδήποτε έχει ζωή
και ενέργεια, ένα είδος επικίνδυνης σεμνότητας που στηρίχτηκε στην πιο βρωμερή μαγεία.
Το πνεύμα δεν υπήρξε ποτέ τίποτα άλλο από το παράσιτο του ανθρώπου, το σαράκι που άξιζε στο σώμα του, από τη στιγμή που δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ζωύφιο που δε θέλει να αναγνωρίσει την αξία της ζωής του.
Αλλά πώς ξεπετάχτηκε μια μέρα μέσα από τα αποκρουστικά αυτά βδελύγματα ο Θεός;
Αυτό η Ιστορία δεν το απεκάλυψε ποτέ.
* * *
Και λέω, ΣΚΑΤΑ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ.
Γνωρίζω καλά, από ποιες οργιώδεις περιπτύξεις των νυφών κατέληξε το πνεύμα να υπερισχύσει του σώματος, το οποίο ήταν προγενέστερο.
Γνωρίζω καλά ότι αυτό που αποκαλούμε πνεύμα δεν είναι παρά ένας πολτός χωρίς ύπαρξη, που απαξίωσε να σαρκωθεί και, για να αποκτήσει σώμα και να εξασφαλίσει την τροφή του, στηρίχθηκε πάνω σ’ αυτό που θα έχαναν τα εν ζωή σώματα,
στηρίχθηκε πάνω στα σώματα που θα αφαίμασσε.
Το σώμα που εργάζεται δεν έχει χρόνο να σκεφθεί και να παράξει, καθώς λένε, ιδέες.
Οι ιδέες είναι απλώς το κενό του σώματος.
Αλληλεπιδράσεις απουσίας και έλλειψης ανάμεσα σε δυο κινήσεις καταυγάζουσας πραγματικότητας, που το σώμα με την παρουσία του δεν έπαψε να επιβάλλει.
Δεν είναι μόνο ότι η ύλη ενεργοποιήθηκε πριν τη σκέψη,
είναι κυρίως ότι δεν ενεργοποιήθηκε,
δεν κατευθύνθηκε ποτέ προς το μέρος όπου η ψυχική αντίληψη σκιρτά, στο μέρος όπου εκδηλώθηκε η ζωή, διαλεκτική ή συλλογιστική, στο μέρος όπου η κουλτούρα κατόρθωσε να ξεκινήσει.
Είναι ότι το σώμα υπήρχε ανέκαθεν,
το σώμα, και ότι ο τρόπος ζωής και ύπαρξής του δεν είχε ποτέ να κάνει με το πνεύμα ή τη σκέψη, ούτε καν μ’ αυτό που αποκαλούμε ψυχή.
Το σώμα είναι ένα γεγονός που δεν έχει ανάγκη από ιδέες ή ευαισθησίες, αλλά που, απ’ τα βάθη της άραχλης σπηλιάς του, εποπτεύει τη στιγμή που ακόμα και η καρδιά δεν έχει το χρόνο να αισθανθεί ότι υπάρχει.
Πράγμα που σημαίνει ότι, όταν βλέπω τον Κλωντέλ [Πωλ Κλωντέλ (1868 – 1955): Γάλλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, επηρεασμένος από τον χριστιανισμό.] να ζητά τη βοήθεια των πνευμάτων των αρχών του αιώνα, μπορώ ακόμα να επιτρέψω στον εαυτό μου να γελάσει, αλλά όταν βλέπω στον Καρλ Μαρξ ή στον Λένιν την λέξη πνεύμα, σαν την ίδια και απαράλλαχτη παλιά αξία, όταν βλέπω την επίκληση της αιώνιας αυτής οντότητας σαν σημείο αναφοράς των πραγμάτων
λέω στον εαυτό μου ότι υπάρχει λέρα και παρτούζα και πως ο Θεός έγλειψε τον κώλο του Λένιν
και πως πάντα έτσι γινόταν
και πως δεν αξίζει να συνεχίσω,
δεν πειράζει,
είναι μόνο
ένας γαμημένος λογαριασμός
που πρέπει να τακτοποιηθεί.
Lo kundam
a papa
da mamma
la mamama
a papa
dama
lokin
a kata
repara
o leptura
o ema
lema o ersti
o popo
erstura o erstura
o popo
dima

*Μετάφραση: Αλέξανδρος Ζήτα.
**Δημοσιεύτηκε απ’ τις εκδόσεις Discordia

Αρτώ, Πίσω Εξώφυλλο

Κάλεσμα για μια επαναστατική ποίηση (με αφορμή την ΕΡΤ και όχι μόνο)

1381315_1420572068166090_1200189925_n

Αγαπητοί και αγαπητές φίλοι και φίλες, συνοδοιπόροι στις ποιητικές (και όχι μόνο) διαδρομές,

Όλοι όσοι/ες ασχολούμαστε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο με την ποίηση, πιστεύω ότι ταυτόχρονα είμαστε και κοινωνικά και πολιτικά ευαισθητοποιημένοι/ες, κυρίως όσον αφορά τα τεκταινόμενα των τελευταίων χρόνων με την επέλαση της φτώχειας, της καταπάτησης και των στοιχειωδών κοινωνικών δικαιωμάτων και του φασισμού (χρυσαυγίτικου και μη) -όπως και αν όλα αυτά εκφράζονται- στη χώρα αυτή που λέγεται Ελλάδα, αλλά φυσικά και όπου γης.

Σ’ αυτή τη βάση, σας καλώ να συνεισφέρετε ένα σας ποίημα -πρόσφατο, νέο ή και παλαιότερο- ως μια ποιητική -μικρή μεν- αλλά καθοριστική φωνή προβληματισμού, αντίστασης και αγώνα, για να προστεθεί και αυτή στην αλυσίδα των παλαιότερων, των σημερινών αλλά και των αγώνων που έρχονται, ενάντια στην κοινωνική απάθεια, την ανισότητα, τη διάχυτη αδικία, την καταστολή κάθε φωνής διαμαρτυρίας και ενάντια στην επέλαση του πολύμορφου και πολύπλευρου εκφασισμού της κοινωνίας.

Για μια πραγματικά επαναστατική ποίηση που να παίρνει θέση εδώ και τώρα στα προβλήματα του καιρού μας.

Το ποίημα θα δημοσιευτεί στο Κόσκινο και μετέπειτα ίσως συγκροτηθεί ένα e-book (θα δούμε – και απόψεις, ιδέες και προτάσεις είναι φυσικά δεκτές).

Το ποίημα του Ειρηναίου Μαράκη, ΕΡΤ (που δημοσιεύτηκε προχθές εδώ) θα πρέπει να θεωρείται το πρώτο αυτής της σειράς.

Τα ποιήματα να στέλνονται (ει δυνατόν και με μια εικόνα) στη διεύθυνση troaditisdimitris@gmail.com

Οκτάβιο Πας, Νυχτερινό νερό

bella+luna

Η νύχτα ματιών αλόγου που τρέμουν μες τη νύχτα
η νύχτα ματιών νερού στον κοιμισμένο κόμπο,
είναι μέσα στα μάτια σου, μάτια αλόγου που τρέμει,
μέσα στα μάτια σου, μάτια νερού μυστικού.

Μάτια απο νερό ίσκιου,
μάτια από νερό πηγαδιού,
μάτια από νερό ονείρου.

Η σιωπή κι η μοναξιά,
σα δυό ζωάκια οδηγημένα απ’ τη σελήνη,
πίνουν απ’ αυτά τα μάτια,
πίνουν απ’ αυτά τα νερά.

Αν ανοίξεις τα μάτια,
ανοίγει η νύχτα, μουσκλιασμένες πόρτες,
ανοίγει το μυστικό βασίλειο του νερού
που αναβρύζει απ’ το κέντρο της νύχτας.

Κι αν κλείσεις τα μάτια,
ένα ποτάμι σε πλημμυρίζει από μέσα,
προχωράει, σε σκοτεινιάζει:
η νύχτα μουσκεύει τις μέσα σου όχθες.

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης. Από το βιβλίο Οκτάβιο Πας, “Ποιήματα”, εκδ. Σπηλιώτη 1981.

Συνέδριο για τον Κωνσταντίνο Καβάφη και το Νίκο Καζαντζάκη

nikos kazantzakis

cebaceb1ceb2ceaccf86ceb7cf82

Το Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών και το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου La Trobe διοργανώνουν συνέδριο με την ευκαιρία του έτους Καβάφη και της επετείου των 130 χρόνων από τη γέννηση του Νίκου Καζαντζάκη.

Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στις 21 & 22 Νοεμβρίου 2013 στο Πανεπιστήμιο La Trobe (στο κτίριο που βρίσκεται στην πόλη, 215 Franklin Street, Melbourne (Next to the Victoria Market)
Room: FS 104

Οι γλώσσες είναι η ελληνική και η αγγλική.

Την Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου θα γίνει η επίσημη τελετή έναρξης του Συνεδρίου και το πρόγραμμα συμπεριλαμβάνει:
5.00-6.00μμ, Εγγραφή
6.00-7.00 μμ, Δεξίωση
7.00-7.15, Χαιρετισμοί
7.15-8.00, Τιμητική διάκριση στο Νίκο Νομικό
8.00–9.00, Κύρια ομιλία με θέμα: C. P. Cavafy and the Poetics of “Openness” με ομιλητή το Δρ Αντώνης Δρακόπουλος, Πανεπιστήμιο Σύδνεϋ.

Την Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου από τις 10.00πμ μέχρι τις 5.00μμ περίπου θα διεξαχθούν οι επίσημες εργασίες του Συνεδρίου με ενότητες στον Καβάφη και Καζαντζάκη.

Κύριος ομιλητής για το Ν. Καζαντζάκη θα είναι ο ερευνητής Howard Dossor.

Άλλοι ομιλητές με επιστημονικές ανακοινώσεις θα είναι: ο καθηγητής Μιχάλης Τσιανίκας (Flinders University), ο Dr Nick Trakakis (Australian Catholic University), Dr Tom Petsinis (Victoria University), Δρ Χρήστος Φίφης (La Trobe University), Dimitri Gonis (La Trobe University), Γιάννης Γεωργίου, Δρ Ανθή Μπαλτατζή, Δρ Νίκος Μαθιουδάκης (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης)

Το Συνέδριο θα κλείσει με αναγνώσεις λογοτεχνικών έργων που γράφτηκαν υπό τη επίδραση του Καβάφη και Καζαντζάκη.

Συντονιστές είναι ο καθηγητής Chris Mackie και η Δρ Μαρία Ηροδότου.
Οργανωτική επιτροπή: Δρ Χρήστος Φίφης, Δημήτρης Γκόνης, Δρ Σταυρούλα Νικολούδη, Δρ Αθανάσιος Σπηλιάς,

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με τη συντονίστρια του Συνεδρίου Dr. Maria Herodotou, m.herodotou@latrobe.edu.au

Edgar Lee Masters, Oaks Tutt

9781843911081_p0_v1_s260x420

My mother was for woman’s rights
And my father was the rich miller at London Mills.
I dreamed of the wrongs of the world and wanted to right them.
When my father died, I set out to see peoples and countries
In order to learn how to reform the world.
I traveled through many lands.
I saw the ruins of Rome,
And the ruins of Athens,
And the ruins of Thebes.
And I sat by moonlight amid the necropolis of Memphis.
There I was caught up by wings of flame,
And a voice from heaven said to me:
“Injustice, Untruth destroyed them. Go forth!
Preach Justice! Preach Truth!”
And I hastened back to Spoon River
To say farewell to my mother before beginning my work.
They all saw a strange light in my eye.
And by and by, when I talked, they discovered
What had come in my mind.
Then Jonathan Swift Somers challenged me to debate
The subject, (I taking the negative):
“Pontius Pilate, the Greatest Philosopher of the World.”
And he won the debate by saying at last,
“Before you reform the world, Mr. Tutt
Please answer the question of Pontius Pilate:
‘What is Truth?'”

*From the Spoon River Anthology.