Nanja Noterdaeme, How?

esm1

How much love is there in this world
If there’s one thing you cannot count
for how much of ourselves is left
to sculpt away the wall of Berlin
since it fell?
The wall between you and me needs a
a new type of chisel.

How can I pierce
You, bricks, stone, steel and graffiti?
How long will it take
to take of the veil
of uncertainty while building this world
of momentaneous safety?

Let love out in the remaining
jumble, dogs, magpies and cats
feeding on leftovers.
the world is just what it is, even a short embrace
no matter love left the city,
the city where all are longing for just this.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα 1936-2013

Screen+Shot+2013-12-19+at+3.31.51+AM

Σχεδόν ογδόντα χρόνια
― είναι πολλά που μας χωρίζουν

Με γέννησε το Μεταξουργείο
με άρπαξε από της Κατοχής τα δόντια
η Κεφαλλονιά
και με φανάτισε

Σου γράφω τώρα
από το κάποτε πολύδροσο Χαλάντρι
εγώ
ο πρώτος σου Πακιστανός
ο αόρατος άνθρωπος
συνταξιδιώτης με τους μελλοθάνατους του μετρό
νεοναζί κλεφτρόνια της ελπίδας πρεζόνια τ’ ουρανού
αιώνιοι ευνοούμενοι της ήττας
χαμένοι όλοι από χέρι στην επόμενη στροφή

ω πόλη
κατάσαρκα σε φόρεσα πριν σε προδώσω
σβήνοντας προς τα πίσω ένα ένα
όλα μου τα βήματα στις στάχτες σου
ένοχος ενώπιον εμού του ιδίου
ότι επέζησα των ονείρων μου…

*Από το περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 78 (το πλέον πρόσφατο).

Στέφανος Μπεκατώρος, Περιγραφή της ιδιωτικής κάμαρας

]polh

Αφήστε με να πω τι είναι ποίηση
αφήστε με να απαντήσω τι είναι ποίηση
κύριοι
ένα καντήλι που καίει αίμα
το αίμα μου
καθώς εκείνο σπαρταράει
από την έλλειψη οξυγόνου
κι οι άλλοι πνίγουνται από τον μαύρο αγέρα
εγώ είμαι το φυτίλι που αλλάζει κάθε νύχτα
όταν ο πυρετός το καίει και το μαυρίζει
όταν η πίεση του ουρανού
κάτω απ’ τον άλλο ουρανό το απειλεί
όταν ο ουρανός με θέλει άγγελο
και δεν μπορώ να είμαι
όταν ο ουρανός με θέλει καθώς πρέπει νεκρό
και δεν μπορώ να είμαι –
όχι όπως οι άλλοι νεκροί
που διώχνουν το πρόσωπο και δεν το θέλουν
ή δεν το μπορούν.

Αφήστε με να πω τι είναι ποίηση
κύριοι
προτού με δέσει στη γραβάτα του ο χρόνος
προτού οι άλλοι με πεινάσουν
και γυρίζω στους δρόμους ζητιανεύοντας
εγώ επιστρέφω μόνος στην πατρίδα
πεινώ από μέσα
διψώ από μέσα
λίγο ψωμί
λίγο νερό του άλλου κόσμου
εδώ –

μέσα στον ξένο πυρετό
και την αλλότρια λησμοσύνη. 

*Από τη συλλογή “Πατριδογνωσία” (1972). Ο Στέφανος Μπεκατώρος (1947-2006) ήταν χημικός, βιβλιοθηκάριος και ποιητής. Ανήκε στη λεγόμενη γενιά του ’70.

Αγγέλα Γαβρίλη, “Iridium” (εκδ. Momentum)

BKS.0155001

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στις μέρες μας, που υπάρχει μια πληθώρα εκδόσεων ποιητικών συλλογών, δύσκολα βρίσκει κανείς κάτι, που θα τον εντυπωσιάσει ευχάριστα και αν ακόμα βρει, συνήθως, η όμορφη εντύπωση περιορίζεται σε δυο – τρία ποιήματα. Ευτυχώς, υπάρχουν και μερικές εξαιρέσεις, όπου ολόκληρη η ποιητική συλλογή είναι αξιόλογη και οι όποιες αδυναμίες είναι λίγες και περιορισμένες.

Μια τέτοια εξαίρεση συναντάμε και στην ποιητική συλλογή της Αγγέλας Γαβρίλη: “Iridium”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Momentum”. Ξεκινώντας, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ολόκληρη η ποιητική συλλογή περιέχει έξυπνους συμβολισμούς, ενώ ορισμένες υπερρεαλιστικές εικόνες δίνουν στα ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη μια αίσθηση, που ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη.

Στα ποιήματα της ποιητικής συλλογής “iridium” συναντάμε μια κοινωνική διαμαρτυρία, όπου μιλώντας σε πρόσωπο α΄ πληθυντικό η Αγγέλα Γαβρίλη συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό της στα όσα κατηγορεί: «Αλλά κατά κάποιο τρόπο, / εμείς παραμένουμε ασφαλείς, / σχεδόν ικανοποιημένοι. / Κι η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να βρω, / είναι ότι είμαστε νεκροί. / Αλλά για γραφειοκρατικούς λόγους / δεν μας έχουν ακόμα ενημερώσει» .

Και που μπορούμε να βρούμε καταφύγιο απ’ όλα αυτά, που καθημερινά νιώθουμε να μας βαραίνουν; Στην ποίηση, που δεν έχουμε παρά να τη βρούμε στα δέντρα της Πλατείας Συντάγματος: «που υπάρχουν / που αντέχουν / που δεν κόπηκαν / που δεν κάηκαν / που δεν πέθαναν από αηδία. / Που δεν σηκώθηκαν να φύγουν, περπατώντας στις ρίζες τους».

Όμως, υπάρχει ελπίδα; Υπάρχει αν προσπαθήσουμε να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας, όπως το κοριτσάκι, που πουλάει στο δρόμο «αναπτήρες, χαρτομάντιλα, στιλό, / μισοπεθαμένα λουλούδια».

Η Αγγέλα Γαβρίλη στέκεται αλληλέγγυα στο μικρό κοριτσάκι: «Γιατί θα έρθει η μέρα που δεν θα είσαι πια κοριτσάκι. / Και τότε εσύ και οι βιτρίνες αυτού του κόσμου, / θα κλείσετε τους λογαριασμούς σας.» Αλλά, πέρα από την κοινωνική διαμαρτυρία, στην ποιητική συλλογή της Αγγέλας Γαβρίλη “iridium” υπάρχει και η υπαρξιακή διαμαρτυρία, όπου το ερώτημα γιατί να σκοτώνονται νέα παιδιά, εκφράζεται στο συγκλονιστικό ποίημα «Τάλιθα Κούμι», όπου ένα μικρό κοριτσάκι πνίγεται και κανείς δεν υπάρχει για να το σώσει: «Μόνο το νερό σε σκέφτηκε / κι έπνιξε κι άλλους. / Τουλάχιστον, μιαν αγκαλιά στο βυθό θα την έχεις.» Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε την ποιήτρια για τα μηνύματα, που κατάφερε να μας μεταδώσει μέσα από την ποιητική της συλλογή “Iridium”, γιατί, όπως η ίδια αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου της: «Η ποίηση από τέτοιο υλικό είναι φτιαγμένη: υλικό προορισμένο να αντέχει, να γεννά χρώματα και να ταξιδεύει, μεταφέροντας μηνύματα».

Nelly Sachs, Πάντα

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά
μένουν ανέστια τα τρυφερότερα πράγματα
Οδυνηρός είν’ ο μανδύας του λυκόφωτος
Που μέσα του θλιμμένη η ψυχή του κότσυφα
Τη νύχτα αναγγέλλει—
Ενώ άνεμοι ασθενικοί φυσούν πάνω από
τρεμουλιαστό χορτάρι
Σβήνοντας τα ερείπια του φωτός
Σπέρνοντας θάνατο—

Πάντα
Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά
Γίνονται παρανάλωμα τα φλογερά πρόσωπα
Της νύχτας, μοναχικά μέσα στο μυστικό τους—
Και ποιός γνωρίζει τα σήματα
Που στέλνει ο θάνατος:
Ευωδιά του δέντρου της ζωής
Αλέκτορα λαλιά που συντομεύει τη μέρα
Μαγικό ρολόι της φθινοπωρινής φρίκης
Στις παιδικές κάμαρες μπαίνουν, τις καταριούνται-
Κελαριστός, παρατεταμένος ύπνος του χρόνου
Βρέχει τα νερά στις όχθες του σκότους–

Πάντα
Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά
Θολώνουν οι καθρέφτες των κουκλόσπιτων με μια ανάσα
Δεν βλέπουν πια τον χορό των λιλιπούτειων
Ντυμένο με τον χάρτη του παιδικού αίματος
Χορός που στέκει ακίνητος
Σαν κόσμος μέσα σε τηλεσκόπιο
Απόμακρος απ’ τη σελήνη

Πάντα
Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά
Πέτρα κι αστέρια
Και τόσα όνειρα πολλά
Μένουν ανέστια

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Antonin Artaud, Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ

1467359_10202020853754238_1862942656_n

Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ, θα δουν όλες τις γλώσσες να εξαντλούνται, θα δούνε να ξεραίνονται τα πνεύματα, όλες τις γλώσσες να μαραίνονται, τις ανθρώπινες φιγούρες να συνθλίβονται, να εξαϋλώνονται, θαρρείς, από βεντούζες αιμοβόρες, θα μείνει μόνο μια λιπαντική μεμβράνη να επιπλέει στον αέρα, μία μεμβράνη λιπαντική και καυστική, μία μεμβράνη με διπλή πυκνότητα, με πολλαπλά επίπεδα, σε ένα διηνεκές ρωγμών, μια μελαγχολική και γυάλινη μεμβράνη, αισθαντική, επίμονη, ικανή να πολλαπλασιάζεται, να διχοτομείται, ν’ αναδιπλώνεται μες των ρωγμών της την ανάκλαση, το νόημα, το θαυμαστό, τις διεισδυτικές και τις δηλητηριώδεις αρδεύσεις, όλα αυτά τότε επιτέλους θα τα βρούνε κι εγώ δεν θα χω πια ανάγκη να μιλάω.

*Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής, Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, Δεκέμβρης 2010.

Ειρηναίος Μαράκης, Βαν Γκογκ

1474640_760938723922814_1298403252_n

Ο Βαν Γκογκ θα γελάει πάνω από το πτώμα του
αίμα θα τρέχει, ποτάμι σωστό
από μια τόση δα τρυπίτσα
απάνω στο κρανίο του
και τα κόκκινα γένια του φωτιά θα ‘χουν πάρει
ίσως από θυμό κι οργή
μπορεί κι από τον ήλιο της Προβηγκίας
μα το πιο πιθανό, ναι, έτσι πρέπει να ‘ναι
από κάποιο μισοσβησμένο τσιμπούκι στα χείλη του
αλλά πάλι, ποιός θα βρεθεί να μας διαφωτίσει

δεν ξέρω, κάπνιζε ο Ολλανδός;
κάπνιζε, δεν κάπνιζε, ή γράφουμε μυθοπλασία, ποίηση, παραμύθι
όπως το λένε τέλος πάντων
ή δεν γράφουμε

λοιπόν, ο Βαν Γκογκ πάνω από το πτώμα του, σκυφτός
ξανακόβει το κομμένο αυτί του, το παίρνει
έτσι για ενθύμιο
και φεύγει,
κοίτα, παπαρούνες φυτρώνουν εκεί που στάζει το αίμα

ξέρει, τα κοράκια απ’ τα σταροχώραφα το σώμα του θα περιποιηθούν
τελετή ωραία, κατανυκτική θα κάνουν, όπως ταιριάζει σε ζωγράφους
και σε πατατοφάγους που με ξύλινα τσόκαρα
σκυφτοί, σκάβουν τη γη
μόνο για να θαφτούν σ’ αυτή κάποτε
ή και κάθε μέρα
αλλά…

(επ! πρόσεχε, πάλι για προλετάριους θα γράψεις;
πίσω στο θέμα σου)

…κι ο ουρανός χρώματα θ’ αλλάζει
άτακτες, απότομες πινελιές
χρώματα της Μεσογείου
κι ένα φεγγάρι σπειρωτό
που ζαλίζεσαι αν το κοιτάς πολύ ώρα,
θα συνοδεύουν τη φυγή του,
η Νύχτα πέφτει γρήγορα στις Κάτω Χώρες και πάντα έχει κρύο,
μην το ξεχνάς

μόνο εκείνο το χέρι θα μείνει
που κρατούσε το περίστροφο,
ένα σουγιά παλιότερα
εκεί, γυμνό, βρώμικο, λερωμένο
για να σαπίσει πάνω στο σώμα της μάνας γης
κι όσο σαπίζει
μορφή ν’ αλλάζει, τους φτωχούς χωρικούς να φοβίζει
ίδιο το κεφάλι
το αγύριστο, του Γκωγκέν
πάνω σε μια κίτρινη πολυθρόνα, κομμένο, λασπωμένο
κίτρινο από πυρετό να λιώνει

κι από μακριά, απ’ τον παράδεισο
την κόλαση ίσως
που το ίδιο είναι, ε;
ένα γέλιο θ’ ακουστεί
κι ένας νέος ήλιος θ’ ανάψει

ένας νέος ήλιος
για τους πατατοφάγους
και τους πρωτοπόρους ζωγράφους.

5/12/2013

*Από το ιστολόγιο του ποιητή Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr/

Joachim Du Bellay (1522-1560), Heureux qui comme Ulysse a fait un beau voyage

bellay1

Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage,
Ou comme cestuy-là qui conquit la toison,
Et puis est retourné, plein d’usage et raison,
Vivre entre ses parents le reste de son âge!

Quand reverrai-je, hélas, de mon petit village
Fumer la cheminée, et en quelle saison
Reverrai-je le clos de ma pauvre maison,
Qui m’est une province, et beaucoup davantage?

Plus me plaît le séjour qu’ont bâti mes aïeux,
Que des palais Romains le front audacieux,
Plus que le marbre dur me plaît l’ardoise fine:

Plus mon Loir gaulois, que le Tibre latin,
Plus mon petit Liré, que le mont Palatin,
Et plus que l’air marin la doulceur angevine.

Ευτυχισμένος αυτός, που σαν τον Οδυσσέα,έκανε ένα όμορφο ταξίδι

Ευτυχισμένος αυτός, που σαν τον Οδυσσέα,
έκανε ένα όμορφο ταξίδι,*
Ή σαν κι εκείνο, που κατέκτησε το χρυσόμαλλο δέρας,
Και έπειτα επέστρεψε, γεμάτος εμπειρίες και γνώση,
Να ζήσει ανάμεσα στους δικούς του το υπόλοιπο της ηλικίας του!

Πότε θα ξαναδώ,αλίμονο, του μικρού χωριού μου
Να καπνίζει το τζάκι, και σε ποιά εποχή
Θα δω τη θύρα του φτωχού μου σπιτιού,
που ΄ναι για μενα μια επαρχία** και κάτι παραπάνω;

Πιο πολύ μ’ ευχαριστεί η διαμονή*** που έχτισαν οι πρόγονοί μου
από τα Ρωμαϊκά παλάτια με τις τολμηρές προσόψεις
Πιο πολύ από το σκληρό μάρμαρο, μ’ευχαριστεί ο λεπτός σχιστόλιθος

Πιο πολύ ο γαλατικός μου Λίγηρας από τον λατίνο Τίβερη
Πιο πολύ το μικρό μου Λιρέ, από τον Παλατίνο λόφο
Και πιο πολύ από τη θαλασσινή αύρα η γλυκύτητα του Ανζού****

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου

Continue reading

Mαρσέλ Πρoυστ, Περίμενα μόνος (απόσπασμα)

WAITING

Περίμενα μόνος, με τη παρέα ορχιδέων, ρόδων και βιολετών
που —σαν άνθρωποι που περιμένουν δίπλα σου,
μα που για εκείνους είσαι άγνωστος—
κράτησαν μια σιωπή που η διαφορετικότητά τους
ως ζωντανών πλασμάτων την έκανε πιο επιβλητική
και με τον ψυχρό τους τρόπο λάβαινε τη ζέση
απ’ τη φωτιά ενός πυρακτωμένου κάρβουνου,
πολύτιμα απιθωμένου πίσω από ‘να κρυστάλλινο γυαλί,
σε μια λευκή μαρμάρινη μπανιέρα όπου έριχνε,
από καιρό σε καιρό, τα επικίνδυνα ρουμπίνια της.


*Το απόσπασμα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τις Τρενοποιήσεις στη διεύθυνση http://trenopoiisis.blogspot.com

Visit Regularly / Να Επισκέπτεσθε Συχνά

maria-andreadou

Wirdicious
http://wirdicious.wordpress.com/

Ποιήματα
http://greekpoems.wordpress.com

Ποιητικοί Διάλογοι
http://when-poetry-speaks.blogspot.gr/

Ασκήσεις Συναισθήματος – Γιάννης Τόλιας
http://johntolias.wordpress.com/

Arcadia
http://dreamofarcadia.wordpress.com/

Ώρα Κοινής Ανησυχίας
http://anhsyxia.wordpress.com/

Strangers in A Tangled Wilderness
http://www.tangledwilderness.org/

Αλέξης Αντωνόπουλος
http://www.alexantonopoulos.com

Κενό Δαιμόνιο
http://evilwater.tumblr.com

Ψυχοναύτες
http://doumoustella.wordpress.com

Φιλοξενούμενος Ποιητής

X.Π.ΣΟΦΙΑΣ

Crack The Spine
http://www.crackthespine.com

xxxpoetry
http://xxxpoetry.wordpress.com

Λογοτεχνικές Μικρογραφίες
http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr