Το περιοδικό «σημειώσεις» συμμετέχει υποθέτω με τόν τρόπο του αντίστροφα, με όλη του δηλαδή τήν απαραίτητη και δέουσα ειρωνεία και απέχθεια προς εορτασμούς και εορταστικές – πλην κενές νοήματος – δήθεν σεβαστικές προς τήν τέχνη – απολύτως αδιάφορες για τά βάσανα τού καλλιτέχνη εν ζωή – επετείους, στην φετινή διπλή επέτειο για τήν γέννηση και τόν θάνατο τού καβάφη προδημοσιεύοντας στο τεύχος του που μόλις κυκλοφόρησε ένα εκτενές απόσπασμα από τήν «εισαγωγή» μιας εξαιρετικής πλην ανέκδοτης μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου : τά παρακάτω αποτελούν αναδημοσίευση από τό ίδιο τεύχος τής δικιάς μου προκαταρκτικής εισαγωγής :
Στην μεγάλη έρευνα και μελέτη του για τόν Καβάφη, «Τό Όλον Σώμα», ο Στέφανος Τασσόπουλος δεν ασχολείται με ζητήματα αισθητικής παρά μόνο όσο αυτά άπτονται τού ζητήματος τής καβαφικής εκδοτικής πράξης : όμως εντέλει στον Καβάφη όλα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο όλον : σε αυτό ακριβώς καταλήγει η ανέκδοτη αυτή εργασία τού Στέφανου Τασσόπουλου – και τά παρακάτω συνοπτικά δικά μου ας εκληφθούν απλώς ως μικρή (και ανειδίκευτη) εισαγωγή σ’ ένα ιδιαίτερα (και ευεργετικά) εξειδικευμένο έργο (τό οποίο είχα τήν τύχη ως στενή φίλη να μπορέσω να παρακολουθήσω επίσης στενά, καθώς σχηματιζόταν διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε (εν μέρει, κατά τόν ίδιο τόν συγγραφέα του, ολοκληρώθηκε) στο διάστημα τών είκοσι περίπου χρόνων που απασχόλησε τόν Τασσόπουλο μέχρι τόν (αιφνίδιο και πρόωρο) θάνατό του, τόν Φλεβάρη αυτής τής χρονιάς).
Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό ενενηκοστό τέταρτο
Sabra-Shatila
Είχε έναν ξάδελφο –ληστή καραβανιών-
και πάντρεψε την κόρη του μ’ αυτόν
τον ξάδελφο -ληστή καραβανιών-
κι όταν έφτασε ο καιρός
να πληρώσει ο καιρός του
τα έξοδα σπηλαίων και οραμάτων
και μαχών, είπε: «Όσο για τους απίστους,
είναι το ίδιο γι’ αυτούς
είτε τους προειδοποιείς είτε όχι.
Δεν θα πιστέψουν» [Φυσικά,
ήταν αδύνατο να έχει υπόψη του τα λόγια του Ηράκλειτου: «Τοῦ δὲ
λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος ἀεὶ ἀξύνετοι
γίνονται ἄνθρωποι
καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι
καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον».
Μα δεν είχε σημασία, αφού
το ζητούμενο δεν ήταν οι άνθρωποι,
αλλά οι άπιστοι]. Είπε
και δεν τον ανέβασε στον 7ο ουρανό
-όπως διαδόθηκε- ένα λευκό
άλογο, με ανθρώπινο κεφάλι,
αετού φτερά, ουρά
παγωνιού, σμαράγδια μάτια,
μόσχο ανάσα και γλυκιά φωνή
ανθρώπου, αλλά σαν άνθρωπο
τον κατέβασαν κατ’ όπου καταβάλει
ο άνθρωπος το χρέος του σε χώμα
(το άλογο ήταν ένα γαϊδούρι λίγο
μικρότερο από μουλάρι,
όπως ειπώθηκε). Έκτοτε
το πολεμικό κράνος αντιπροσώπευε το Πνεύμα,
και το κύριο ερώτημα ήταν: «Πώς
ξεκινάει κανείς την διαλεκτική αποκάλυψη
του απόλυτου Πνεύματος, σφάζοντας
ή βιάζοντας;»
Ανόητο ερώτημα
ή τουλάχιστον αδιάφορο
για ένα δέντρο που ατενίζει ασάλευτο
το σγουρό ασήμι ενός έφηβου κόλπου
και δεν ζηλεύει – δεν ζηλεύει
ανάθεμα την ψυχή σας, όρθιες κατολισθήσεις·
ανάθεμα σ’ αυτήν την ανάποδη αράχνη
που είπε πως η φύση είναι πνεύμα και μ’ αυτά
που πράττει ο άνθρωπος αποκτά
συνείδηση του εαυτού της!
…………………………………………………….
…………………………………………………….
Νεκρές βιασμένες γυναίκες,
παιδιά με κομμένες καρωτίδες,
μια έγκυος με την κοιλιά ανοιχτή
και τα μάτια ακόμα ανοιχτά,
αμέτρητα βρέφη και νήπια
κομματιασμένα, πεταμένα
σε σωρούς σκουπιδιών…
…………………………………………………………..
…………………………………………………………..
] ένα γαϊδούρι λίγο μικρότερο
από μουλάρι, που προσπαθεί
ν’ αρπάξει τον επιούσιο
από την σκόνη του ξερόχορτου,
η συνείδηση του ανθρώπου.
Και το δέντρο να χορταίνει
σγουρό ασήμι και γαλάζιο σαν παιδί
στην τρυφερή αγκαλιά
του ορίζοντα – στην τρυφερή αγκαλιά
του ορίζοντα, ανάθεμά σας,
δίποδα σκοτάδια!
Στρατής Παρέλης, Δύο ποιήματα
Καμιά σπουδή πάνω στον άνεμο
Καμιά σπουδή πάνω στον άνεμο·
οι ρίζες του φωτός δίνουν
την πλουραλιστική δίψα τους
στο κενό των αντιφάσεων.
Στην διαπασών τα λυρικά πουλιά
κρέμονται επάνω στα σύρματα
σαν νότες σε μια παρτιτούρα του ουρανού.
Δεν ξέρω πώς αποφλοιώνεις την καταστροφή και την καθιστάς ωραία και
εύπεπτη…
Κάτι φορές με μαλώνω
που η αφέλειά μου είναι να πιστεύω ακόμη..
Ηθικά διάγω
τρώω απαρέμφατο και ενεστώτα
Οι φωνές που με κατακλύζουνε
δεν μ’ αφήνουν να ζήσω απ’ την πραγματικότητα τίποτα
που δεν μετουσιώνεται
σε φαρμάκι ποιητικό.
Σβήσου επάνω στον βράχο που δέρνει η θάλασσα
και την ώρα που ξέρεις ότι
η καθεμιά σου λέξη είναι
ζωή μα και θάνατος.
Κλέβω από τα ορυχεία της νύχτας
Κλέβω από τα ορυχεία της νύχτας και γράφω
λεξούλες φθαρμένες, σαν παλιές βαρκαρόλες που μυρίζουνε
ναυάγιο και θάνατο.
Στο ύφος του ουρανού, η καρδιά μου συντονίζεται και κρατεί
την λιγοστή χαρά της
σφιχτά μες τις σελίδες που μουντζούρωσα. Αναχωρώ
από όλη την θλίψη και σ’ αναζητώ
εκεί που δεν ζεις πια και δεν έχεις πεθάνει.
Έτσι γράφονται τα ποιήματα: αποσκιρτώντας
από την μοναξιά και τονίζοντας
μια απουσία παρουσία που σημάδεψε
όλους εκείνους που για μια φιλία προσπαθούνε..
*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com
Άννα Νιαράκη, 12 χρόνια…
Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα
χορεύει φρέσκια μέσα μου
η απώλεια χέρι χέρι με τη μνήμη.
Με πέταξες με το ένα χερί στα βαθειά
και φώναξες,
κολύμπα
εγώ είμαι εδώ.
Μετά δολώσαμε το πολυάγκιστρο και
είπες απομακρύνσου..
Σε παρατηρούσα να στριφογυρίζεις
την πετονιά σα λάσσο
και να τη στέλνεις στα άπατα.
Τίποτα δεν με τρόμαζε,
ούτε καν η σκιά
μισού αιώνα που μας χώριζε.
Με ανέβασες σε ένα ποδήλατο
χωρίς βοηθητικές- δεν χρειάζεσαι δεκανίκια
– και με έσπρωξες να φύγω.
Όταν επέστρεψα με αίματα σε γόνατα κι αγκώνες
είπες την επόμενη θα πας πιο μακρυά προτού να πέσεις.
Τόσα βιβλία που μαλώναμε ποιος θα διαβάσει πρώτος
τώρα βαρετά ανοίγουν τις σελίδες τους σε έναν αναγνώστη.
Μου λείπεις, δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.
Ευχαριστώ και συγνώμες εμείς δεν είχαμε ποτέ.
Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,
και δεν είναι
πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω
είναι που απλώς καμιά φορά
δεν ξέρω κατά που να πάω …
*Αναδημοσίευη από το http://poemsgolitsis.blogspot.com/2012/01/12.html
Βλέπε και http://antipoihsh.wordpress.com/2010/03/29/12-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1/
Άννα Γρίβα, Οι τρόποι να μη λυπάστε
Προσέχτε τα βήματά σας
κάτω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων κρύβεται
το σώμα σας ντυμένο τα φτερά της νυχτερίδας
και τα τυφλά της μάτια
αν σκοντάψετε ξεγλιστρά πάνω σας
κρέμεται ανάποδα απ’ το σαγόνι σας
όπως απ’ της σπηλιάς τα εξογκώματα
και τα νύχια που χρόνια μεγάλωναν
κι ελίσσονταν στα κλαδιά
βρίσκουν επιτέλους μια θέση στο μυαλό σας
προσέχτε τη μήτρα σας αν είστε γυναίκες
το καρύδι που μεγαλώνει το λαιμό σας αν είστε άντρες
και παιδιά αν μείνατε βρείτε επιτέλους έναν τρόπο
να πεθάνετε ανώδυνα χωρίς να χρειαστεί
ούτε άντρες ούτε γυναίκες να φανείτε
προσέχτε τον κίνδυνο που ανατέλλει κάθε πρωί απ’ το βουνό
σταθείτε μακριά και δώστε του ονόματα να τον ξορκίσετε
κόψη ξυράφι
φλοιό ανθρώπου λιωμένη ύλη
μες στα χέρια
κάποτε σύσπαση σιωπή
νύχτα πουλιά που τρόμαξαν
των κυνηγών το βόρβορο
και τις βαριές πατημασιές τους
ταίρι
προπάντων ταίρι
που οσφραίνεται το αίμα μας.
*Από την ποιητική συλλογή “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι”, εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Γεωργία Τρούλη, Βδέλλες –βρέχει-κοινόχρηστα
Για ένα διάστημα κοιμούνται νωρίς
Και κυρίως αμέριστοι
Κανείς δεν ακούει τον κρότο του άλλου
Ουτε τον βρόγχο, ούτε τον έρωτα
Τα βήματα, ίσως, όταν κάποιος φορά
Ψηλοτάκουνα ποτήρια
Σαν πράσινη νεράιδα στο μπαλκόνι
Είναι η βροχή πάνω στον τσίγκο
Λένε οι ρεαλιστές
Ή ίσως οι τρύπες που σκαρώνουν στον τοίχο
Όταν αλλάζουν αυτοπροσωπογραφίες
Σε πλαίσια εγκλεισμού
Το τρυπάνι black and white
Μη νομίζεις!Τίποτα παραπάνω
Κάποια στιγμή τα όνειρα
Έχουν κολλήσει σαν βδέλλες
Παχύ χρώμα
Ταβάνι στο ενδιάμεσο
Ρουφάνε μνήμη
Σαπίζουν και ξεκολλάει τσιμέντο-τσιμέντο
Η πραγματικότητα
Τότε όλο το ταυτόσημο πάνω
Έρχεται και πέφτει πάνω στο κάτω
Ίδια τετραγωνικά
Κάνουν κάπως να βγουν από τις ξύλινες διαθέσεις
Κι έπειτα βρίσκουν εφαρμογή
Αγκαλιάζονται στο αδιαχώρητο του δύο
Τόσο μα τόσο καιρό στο ασανσέρ
Ήξεραν ο ένας για τον άλλλον
Αλλά ούτε ένα γεια
Ούτε «καλημέρα»
Ούτε «σήμερα ήρθαν τα κοινόχρηστα»
Ούτε «ναι, βρέχει!»
Κοιτούσαν με γυρισμένες τις πλάτες
Τα δικά τους πρόσωπα στον καθρέφτη
Και την πλάτη του άλλου- μισοκομμένη
Να χωράει την απώθηση
Τώρα γνωρίστηκαν και δεν έχει
Εγώ και ο εγωκεντρικός εαυτός μου
Στην αντανάκλαση του δικού μου είναι
Γι’ αυτό ερωτευόμαστε ομοίους
Τους ετέρους τους αφήνουμε για αλλήλους
Και για μας– για το μέλλον
Για απόθεση
Μιας μοναδικής προσφοράς
Συμπληρώνω το κομμάτι που λείπει
Αυτοί ξυπνάνε
Ερείπια γύρω
Αγαπήθηκαν στιγμιαία – δεν λέω
Ακούσανε και τα όνειρα- βδέλλες τα ψέμματα
Κι από τότε ούτε με ηλεκτρική σκούπα
Δεν τα ξεκολλάς απ΄ το τσιμέντο
Κοκκαλώνει το ύφασμα της αγάπης
Και πού να βρεις το κουράγιο για επιδιορθώσεις
Πάνω και κάτω
Ξανά τούβλα, ξανά βάψιμο, ξανά μόνωση;
Πού να βρεις τη φωνή
Ξανά καλημέρα
Ναι, βρέχει
Είναι κοινόχρηστα;
Τρία ποιήματα του Νίκου Κυριακίδη
Όποιος/α μπορεί και θέλει να το κατεβάσει σε αρχείο rar το link είναι εδώ
http://ulozto.net/xZEoEdKw/online-rar
Ηλίας Πετρόπουλος, Σώμα
Τι τα θέλετε· μία γυναίκα γυμνή είναι θλιβερόν θέαμα.
Δυστυχώς δεν παρεφρόνησα εισέτι.
Η Τέχνη έχει τη δική της ηθική.
Η ομορφιά νομιμότης της φύσεως.
Μπρος στο γυμνό γυναικείο σώμα τα μικρά παιδιά απορούν
και τρομάζουν οι τρυφεροί γνήσιοι άνδρες.
Ένα γυναικείο γυμνό κορμί υποβάλλει μια συζήτηση
περί προσωπικότητος.
Σώμα γλυκύτατο ολέθριο περίβλημα.
Της ημέρας σώμα και του μεσονυκτίου· σώμα της παρηγοριάς.
Δεν είναι φρόνιμο να βλέπουν όλοι οι άνθρωποι γυμνές τις ωραίες·
μη ρίπτετε τα άγια τοις κυσί και τους μαργαρίτας τοις χοίροις.
Έχω στημένον πόλεμο βαθιά μου.
Θέα σημαίνει ιδεατή κατοχή.
Η ζωή είναι βουβή είναι. Όνειρα απαιτώ.
Η θλίψη αποτελεί την ευτυχία μου.
Σώμα, εσύ’σαι η ψυχή.
Ω, αοίδιμον αιδοίον·
Ώ, σχισμή αμφίστομη με την αργυρή υγρασία.
*Το ποίημα και η φωτογραφία τηςανάρτησης αναδημοσιεύονται απο το ιστολόγιο λαθρομεταναστης στη διεύθυνση http://lathrometanastis.wordpress.com/2013/12/12/%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%8E%CE%BC%CE%B1/
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 497 (συνηθισμένη ιστορία)
Το ξέρω,
οι καπνισμένοι δρόμοι,
η γνωριμία:
δίπλα σε σωρούς αναμνήσεων
και τα φεγγάρια,
να καίγονται
σε άδειες τσέπες:
οι σκέψεις σου,
μέσα από μαύρες πόρτες με επίχρυσα όρνεα,
σε στίγματα να σκορπούν
από πιστολιές
αγνώστων
και το πιάνο
να είναι ανθρωποφάγο,
σάρκες
με πλήκτρα,
και παίζει μονότονα:
τη ζωή σου με αντιβίωση,
μια τραγωδία
στο παλιό πανδοχείο,
με μπόλικες γουλιές φτηνού ποτού
και οργισμένων
επιβητόρων,
ήταν,
που σαστισμένη
με κοίταξες
με ντροπιασμένα μάτια,
σβησμένα
στους μαύρους ανέμους
της κόλασης
και τα λόγια σου,
στομωμένα από τη σκουριά
της βραδινής ομίχλης,
έβγαζαν τη σιωπή από τα χείλη μου,
τι να σου πω
έπιασα τα χέρια σου,
δέρμα τυραννισμένο από καρδιά μολυβένια,
ήθελα
μια φλόγα να σου δώσω,
έστω μικρή,
σε αγκάλιασα
και το μαύρο
σε διαπέρασε
ναρκωμένοι λευκοί φωτισμοί
και η λεπίδα,
παγωμένο ατσάλι,
τους ιστούς του λαιμού διαπέρασε,
υποβολείς,
οι παγωμένοι δείκτες,
το τέλος μου
προσδιόρισαν·
AlexMil
12-12-2013
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Μέρα φθινοπωρινή
Κύριε, είναι καιρός. Το θέρος κράτησε πολύ.
Ρίξ’τη σκιά σου στα ηλιακά ρολόγια,
και στους λειμώνες ελεύθερους άσε τους ανέμους.
Διέταξε τους τελευταίους καρπούς να ωριμάσουν
δώσε τους δύο πιο νότιες ημέρες ακόμα,
πίεσε το έργο τους να αποτελειώσουν, και διώξε
τη στερνή γλύκα από το δυνατό κρασί
Όποιος σπίτι δεν έχει τώρα, ποτέ του δε θα χτίσει πια.
Όποιος μονάχος είναι τώρα, μονάχος για καιρό θα μείνει,
θ’ αγρυπνά, θα διαβάζει, θα γράφει γράμματα μεγάλα
και στις αλέες εδώ κι εκεί, δίχως γαλήνη
θα πλανιέται, όταν τα φύλλα θα παρασέρνει η ανεμοσυρμή.
*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου








