Το αντιθέατρο ως καλλιτεχνική έκφραση αντιπροσωπεύει την αντίθεση και συχνά την αντιπαράθεση απέναντι σε μορφές και σχήματα που επιβάλλει μια συγκεκριμένη τάξη θεατρικών πραγμάτων. Μέσα από την αντίθεση αυτή ξεπροβάλλει ατόφια η ζωτικότητα του πρωτοποριακού δυναμικού της ελεύθερης περιθωριακής θα λέγαμε, έκφρασης για να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα ενός καλλιτεχνικού κατεστημένου που θέλει την θεατρική πράξη γεγονός επαναλαμβανόμενο και εγκλωβισμένο στα πλαίσια της νόρμας. Το καλλιτεχνικό γεγονός αυτό καθεαυτό δεν μπορεί βέβαια να περιοριστεί και να «λιγοστεύσει». Ωστόσο, ένα θέατρο που υποκύπτει στην κοινωνική συμβατικότητα οδηγείται μοιραία στην επανάληψη και τον μαρασμό.
Το αντιθέατρο ως κείμενο και ως παράσταση περιορίζεται αναγκαστικά στο περιθώριο, από όπου εν τούτοις μάχεται (και πολύ συχνά με επιτυχία) κατά της έλλειψης θάρρους για αντίσταση, καθώς και κατά του αρτηριοσκληρωτικού θεατρικού καθεστώτος.
Εξάλλου, το αντιθέατρο ως πολιτική πράξη εκφράζει την από σκηνής αντίσταση κατά των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων φθοράς καταγγέλλοντας τις βίαιες πολιτικές επεμβάσεις που λεηλατούν την ουσία του όντος δημιουργώντας μια επικίνδυνη υπαρξιακή αγωνία στο σύγχρονο άτομο. Στις μέρες μας η εν γένει καλλιτεχνική έκφραση υφίσταται τη βαναυσότητα της ηττημένης άρχουσας τάξης, γι’ αυτό και η ύπαρξη ενός αντιθεάτρου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί αναγκαία, στην Ελλάδα όπως και αλλού. Στη χώρα μας υπάρχει και αγωνίζεται δυναμικά το «Αντιθέατρο» της Μαρίας Ξενουδάκη, το οποίο εδώ και πολλά χρόνια, ήδη από την εμφάνισή του, έχει κάνει το θέατρο όχι μόνο αισθητική πράξη, αλλά κατά κύριο λόγο πράξη πολιτική.















