Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Οι καημένοι οι φίλοι / I poveri amici


(Ο ποιητής διαβάζει σε εκδήλωση)

οι φίλοι
δε φτάνει μόνο να εκτιμώ αυτούς τους ίδιους
θέλουν να εκτιμώ και τις γυναίκες τους
θέλουν να κάνω και με τις γυναίκες τους παρέα
δηλαδή
καλά και σώνει θέλουν
συνένοχους.

I poveri amici

I poveri amici gli amici;
non basta che stimi proprio loro
cogliono che stimi anche le loro donne
vogliono che faccia compagnia anche con le loro donne
cioè
a tutti i costi vogliono
complici

*Μετάφραση στα ελληνικά: Massimiliano Damaggio

Αργύρης Χιόνης, Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει…

smΑργύρηςΧιόνης

ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΕ ΝΑ ΧΑΣΕΙ, ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΧΑΣΕ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή από εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.

H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη-δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.

Continue reading

Γιάννης Ρίτσος, Ίσως μια μέρα / Yannis Ritsos, Perhaps someday

ritsos-front-cover

ΙΣΩΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Θέλω νά σού δείξω αυτά τά ρόδινα σύννεφα μέσα στή νύχτα.
Μά εσύ δέ βλέπεις. Είναι νύχτα—τί νά δείς;

Λοιπόν, μού μένει νά κοιτάξω μέ τά μάτια σου, είπε,
γιά νά μήν είμαι μόνος, νά μήν είσαι μόνος. Κι αλήθεια,
δέν είναι τίποτα πρός τά εκεί όπου σού έδειχνα.

Τ’ αστέρια μόνο στριμωγμένα μές στή νύχτα, κουρασμένα
σάν τούς εκδρομείς πού γυρνάνε μ’ ένα φορτηγό
μετανιωμένοι, νυσταγμένοι, δίχως νά τραγουδάνε,
μέ τ’ αγριολούλουδα μαραμένα στίς ιδρωμένες παλάμες τους.

Μά εγώ θά επιμείνω νά δώ καί νά σού δείξω, είπε,
γιατί άν δέ δείς κ’ εσύ θάναι σά νά μήν είδα—
θά επιμείνω τουλάχιστο νά μή βλέπω μέ τά μάτια σου—
κ’ ίσως μιά μέρα, απ’ άλλο δρόμο, νά συναντηθούμε.

PERHAPS SOMEDAY

I want to show you these rosy clouds in the night.
But you can’t see. It is night – what can you see?

Then, I can see through your eyes, he said,
that I won’t be alone, that you won’t be alone and truly,
there is nothing to the direction I pointed.

Only stars crowded together in the night, tired
like people on a picnic who come back on a truck
regretful, sleepy, nobody singing,
with wilted wildflowers in their sweaty palms.

But I shall insist in seeing and showing you, he said,
because if you don’t see it is as if I didn’t see –
I shall insist at least not seeing with your eyes –
and perhaps someday, from different directions, we shall meet.

*Από το βιβλίο Γιάννη Ρίτσου, Εκλεγμένα Ποιήματα/ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη – Yannis Ritsos-Selecteeed Poems/Translated by Manolis Aligizakis

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Μανώλη Αλυγιζάκη στη διεύθυνση http://authormanolis.wordpress.com

Τζούλια Φορτούνη, στιγμή

Φωτογραφική σύνθεση: Σοφία Αντωνακάκη

Φωτογραφική σύνθεση: Σοφία Αντωνακάκη

καμιά στιγμή
δεν είναι κανενός

κι ας διαλέγουμε με έκσταση
το χρώμα και το φόντο

κανείς δεν ορίζει
τη διάρκεια
και την ένταση

κανένα μοιρογνωμόνιο δε μετράει
τη γωνία πρόσπτωσής της
στο χρόνο

τη διάμετρο της αλήθειας της
αν κύκλος είναι

κι αν είναι ευθεία
γονάτισε μπροστά της
με δέος
στο άπειρό της

*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό αντίδοτο” (εκδ. Μανδραγόρας 2013).

Δήμητρα Καραφύλλη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Yamamoto Masao

Φωτογραφία: Yamamoto Masao

Χάρτινη βάρκα

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
όχι για το θάνατο
αλλά για τη ζωή που μου στερούν.
Εμπόδια στο δρόμο μου.
Ύφαλοι στη ρότα μου.
Ενενήντα πέντε οκτανίων
το πανάκριβο οξυγόνο που εσπνέω.
Εργόχειρο από νήμα μεταξένιο το ταξίδι
όπως τ’ ονειρεύτηκα.
Δεν πρόβλεψα τους κόμπους και τα ξέφτια.
Μπροστά στα μάτια μου έκλεψαν
το καλαθάκι με τους θησαυρούς μου.

Έσωσα μόνο ένα φύλλο χαρτί.
Εδώ θα γράψω, είπα.
Μα μου τελείωσε το μελάνι.

Καβουρντισμένα αμύγδαλα

Η αγάπη σου πικρή σοκολάτα
σκληρή
με ολόκληρα καβουρντισμένα αμύγδαλα
που κρακ-κρακ τα κομματιάζω
μέσα στο στόμα μου.
Η απουσία ζάχαρης
διεγείρει τη φαντασία μου.
Αποζητά ηδονές αλλόκοτες
πρωτόγνωρες, δημιουργικές.
Πού; Παντού.
Σ’ όλο το φάσμα των αισθήσεων.

*Από την ποιητική συλλογή “Στο βάθος κήπος” (εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, 2011).

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

988795_228351074010262_264333559_n

Το ενυδρείο

Από τις άδειες κόγχες των ματιών
ποτάμια φρέσκο αίμα αναβλύζουν
κυλάνε σαν απόκληρη στρατιά
στα αδιέξοδα νερά του ενυδρείου.

Κι εμείς πίσω από κρύσταλλα βαριά
στα βράγια μας κρεμάμε το βραχνά
προσμένοντας δολώματα πλαστά
και παραμύθια δανεικά ν΄ αγκιστρωθούμε.

Στάση ζωής

Ένα παλιό λεωφορείο της γραμμής
κάθε πρωί στη στάση περίπου
με οδηγό, αγέλαστο, το θάνατο
κι εισπράκτορα, την ίδια τη ζωή μου.

*Από την ποιητική συλλογή “Παράσταση ήττας” (εκδ. Μανδραγόρας, 2012).

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ο δρόμος

1497546_225439464301423_1605999393_n

Το σκοτάδι της νύχτας
γεννά τους συνωμότες στίχους
που παλέβουν τα σκοτάδια,
μα εγώ που τους βρίσκω,
τους χάνω ξαφνικά
ή χάνομαι συχνά μαζί τους.

Στο σκοτάδι της νύχτας
οι στίχοι χαράζουν τροχιές,
μα φοβάμαι
το δρόμο πως πάλι θα χάσω.

Στο σκοτάδι της νύχτας
οι στίχοι χλωμά πεφταστέρια
που σβήνουν γοργά,
πριν προλάβω να δω καθαρά
το δρόμο που πάλι θα χάσω.

Γιώργος Ρούσκας, Κάποτε η χαρά

Άυλο Πύαρ

Κάποτε η χαρά
θα εξατμίσει τη λύπη
που ξεχειλίζει
στις αλυκές των κυττάρων σου.
Μόνο οι άσπροι κρύσταλλοι
απομεινάρια θα θυμίζουν
πως στη θέση της αρμυρής γης
υπήρχε κάποτε
θάλασσα δακρύων ο πόνος.
Αυτοί οι πολύεδροι
δακρυογεννημένοι κρύσταλλοί σου
θα καλωσορίζουν πλέον το φως
μετουσιώνοντας τον χρόνο σε χαρά
την κάθε ανάσα σε ηλιαχτίδα
που θ’ ακτινοβολείται
με μύριες αντανακλάσεις διαμαντιών
σε μια άλλη θάλασσα
υδατοσμιλεμένου φωτός·
στο καλοκαίρι των ματιών σου.
Κάποτε η χαρά θα εξατμίσει επιτέλους τη λύπη.


*Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην μόλις εκδοθείσα ποιητική συλλογή του Γιώργου Ρούσκα “Άυλο Πύαρ”, εκδόσεις “Χίλων”.

Γιάννης Υφαντής, Η φτώχεια

bmanspeira

Η φτώχεια με τραβάει προς τη λύτρωση.
 
«Σου φτάνει» λέει «ένα μικρό καλύβι στο βουνό
Ή πιο σωστά να κατοικείς σε μια κουφάλα δέντρου.
 
Από βιβλία σου φτάνουνε ποιήματα
Και παραμύθια.
 
Κ΄ίσως ούτε κι αυτά.
 
Σου πάει πιο καλά μια εντελώς
Άδεια βιβλιοθήκη.
 
Αν και το τέλειο θα ήτανε τα ξύλα της
Να επιστρέψουν το ταχύτερο στο δάσος».

*Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Υφαντή, “Οι μεταμορφώσεις του μηδενός”. Το ποίημακαι η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο λαθρομετανάστης στη διεύθυνση http://lathrometanastis.wordpress.com

Γεχούντα Αμιχάι, Όπως το αποτύπωμα των κορμιών μας

Spanish Woman 1916

Όπως το αποτύπωμα των κορμιών μας
Ούτε σημάδι δεν θ’ απομείνει πως βρεθήκαμε σ’ αυτό
τον τόπο.
Ο κόσμος κλείνει πίσω μας,
Η άμμος ξαναστρώνεται.

Μπροστά μας είναι κιόλας ημερομηνίες
Που πια δεν υπάρχεις,
Κιόλας ένας άνεμος παρασύρει σύννεφα
Που δε θα βρέξουν πάνω στους δυο μας.

Και τ’ όνομά σου είναι κιόλας στις λίστες
των επιβατών των πλοίων
Που και μόνο οι ονομασίες τους
Νεκρώνουν την καρδιά.

Οι τρεις γλώσσες που ξέρω,
Όλα τα χρώματα που μέσα τους βλέπω
κι ονειρεύομαι:

Τίποτα απ’ αυτά δεν θα με βοηθήσει.

*Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης