Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη – παρουσίαση από την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

581353_david_hockney_gallery_20-564x272

Θα σχολιάσω την ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη για όσα ένιωσα και απεκόμισα από τις δύο τελευταίες συλλογές της με τους τίτλους Πληγές και Εποχή μου είναι η ποίηση. Οι στίχοι της Ξηρογιάννη χαρακτηρίζονται από έντονη εξομολογητικότητα. Εκθέτει το μύχιο του εαυτού της με θαρραλέα καθαρότητα και διαύγεια, αποφεύγοντας να κρυφτεί πίσω από σύμβολα, περίπλοκες εικονοποιίες, μύθους και παραπλανητικά προσωπεία. Με ένα αφοπλιστικό, πεζολογικό σχεδόν, γνήσιο και ανεπιτήδευτο ύφος καταθέτει τα σπαράγματα του εσώτερου εαυτού της. Κάνει τον αναγνώστη να σκύψει με κατάνυξη σε ό,τι τη συγκλονίζει από όνειρα, επιθυμίες, φόβους, διαψεύσεις, προδοσίες και σκοτεινούς εφιάλτες. Η Ασημίνα λάτρεψε και μυήθηκε στην ποίηση από τους μεγάλους έρωτες που βίωσε με ένταση στη ζωή της. Μέσα από τους στίχους προβάλλει το πορτραίτο ενός ωραίου, θελκτικού και δυνατού άνδρα που καταλυτικά τη σαγήνεψε (διαβάζω το ποίημα από τη σελ. 39 της συλλογής της Πληγές): Σε βύζαξα σαν μωρό./Το μεγάλο μου μωρό. / /Άντρα μου όμορφε,/ κρυφή μου δύναμη,/η νοσταλγία μου μιλάει απόψε./Είναι μια όμορφη βραδιά. / Μα τη φοβάμαι τούτη την ομορφιά/ που μου θυμίζει/ πως το λίγο σου απόλαυσα μονάχα.

Η ποίηση της Ξηρογιάννη είναι δραματική από την άποψη ότι το θαύμα του έρωτα διαλύεται κάποτε μέσα στην απώλεια, στο αναπότρεπτο τέλος των φωτεινών και μοναδικών αισθημάτων που η θεϊκή αυτή δύναμη της ζωής μας χαρίζει. Ακόμη όμως και μέσα στην απώλεια και τον πόνο που την τυλίγει δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αναμνήσεις. Τρέφεται και ευδαιμονικά επιστρέφει στις παλιές ερωτικές της μνήμες. Εμπλουτίζεται και η ίδια να τις σκέπτεται συνεχώς, αλλά και η ποίησή της που παίρνει χρώματα, ορμή και ουσία ζωής για να υμνήσει την χαρά που χάθηκε, και που σταθερά ανατροφοδοτεί την έμπνευσή της (διαβάζω στίχους από τη σελ. 7): Την άρνησή σου την έκανα καράβι που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ‘ρθουν. / Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι, φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα. Την άρνησή σου / την έκανα στίχους ηχηρούς. / Την έκανα στιγμή ολόκληρη / γεμάτη από σένα / ελπίδα / ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα. / Κι εγώ / ελεύθερη/ θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας / και σύ, / για πρώτη φορά, θα την αποδέχεσαι.

Continue reading

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, σβησμένα μάτια

1560728_408763425936398_1681039761_n

όπως
κάθε βράδυ,
πρώτα
μίλησε λίγο με το σκοτάδι,
του έκοψε
και μερικές σκιές,
παχιές και θηλυκές
και τις αγκάλιασε
και μετά,
έσβησε το κοινόχρηστο φως,
με το βλέμμα του,

χάιδεψε
το γηραιό παγκάκι,
ήταν
τόσο φιλικό
και το δάκρυ που του ξέφυγε,
η μνήμη τους,
τρυφερά με το δάκτυλο,
στα χείλη του το φέρε και το σβήσε,
σκέφθηκε,
γι’ ακόμη μια φόρα,
όχι χωρίς μίσος,
όλους αυτούς,
που ‘χουν το κεφάλι,
πάνω από πλούσιους ώμους

και μετά,
έχωσε τα σιωπηρά του χέρια
στις ερειπωμένες
τσέπες του,
ζάρωσε
και τα πληγωμένα του πόδια,
στραβο-βαλμένα
στο παλιατζίδικο του κορμιού του
και κοιμήθηκε,

κι όπως
κάθε βράδυ,
η κόλαση στα όνειρά του,
τα μάτια του έψαχνε,
όμως,
τα είχε σβήσει,
θα τα ξαναζωγράφιζε την αυγή,
όπως κάθε μέρα,
με τις στάχτες,
από τις κολασμένες φωτιές
της νύχτας•

AlexMil
7-1-2014

Δημήτρης Τρωαδίτης, Συμφιλιώνεσαι…

1554502_646054792102462_1797447657_n

φεύγουν οι ώρες
φωτοβολίδες
κι εσύ μένεις μόνος
αποχαιρετώντας τις
χωρίς να λογαριάζεις
το λύγισμά σου
σε ευχές
το προσκύνημά σου
σε ηφαίστεια

γιατί όλα τα αρχέγονα
μένουν
θεριεύουν εσωτερικά
αφήνουν παρακλάδια
κι επιστρέφουν
οριστικά και αμετάκλητα

συμφιλιώνεσαι
με οποιοδήποτε τίμημα
αρκεί να μείνει
η αγάπη
εντός και εναλλάξ

συμφιλιώνεσαι
παρ’ όλα τα
οραματικά σου
κίνητρα
που είναι δεμένα
ερειπωμένα σαν κάστρα
με χορτιαριασμένες
τις δίνες τους

συμφιλιώνεσαι
μαδάς την ύπαρξή σου
σαν τη μαργαρίτα
του παιδικού παιχνιδιού
να ξέρεις όμως ότι
οι πατρίδες
των παιδικών ονείρων
δεν αποδομούνται εύκολα

συμφιλιώνεσαι
με την κάθε φυσική σου
ιδιότητα
συγκλονίζεσαι
στα εδώθε κι εκείθε
του φαινομένου σου

συμφιλιώνεσαι
ξέρω ότι με νιώθεις
όπου και νά ‘σαι
στη μέγγενη των
καθημερινών συμβάντων
στην αχλή των αιώνων
σε μποέμ αισθήσεις

Emília Cerqueira, Seeds of Resistance / Sementes da resistência

1558517_485138904928420_1069324053_n

Look ye
in the eyes
sunny and moonlit

Look ye
and I identify with me

Are ye the seeds of flowers
what I go savoring
In the April of all days

Emília Cerqueira, Sementes da resistência

Olho-vos nos olhos doces
ensolarados e enluarados

Olho-vos
e revejo-me

Sois as sementes das flores
Que saboreio
No Abril de todos os dias

Δημήτρης Ψαλλίδας, Στην όχθη της λιμνοθάλασσας

Mesologgi_9Medium

I

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πετώ ένα βοτσαλάκι,
να ταράξω
της σκέψης τα νερά,
ν’ αναδεύσω
σκόρπια γεγονότα,
συνέχεια ψάχνοντας
στην ασυνέχεια
που μας χαρακτηρίζει.

Σκέψεις
πυκνές και βαρυσήμαντες,
από το λήθαργο να βγουν
και την ανεμελιά,
να δώσουν το παρόν
όπως αρμόζει
σε δύσκολους καιρούς
γεμάτους από φάκες
και σκοτεινά αδιέξοδα.

ΙΙ

Γνωρίζω τον κίνδυνο,
σαν σπας
το νόμο της αδράνειας,
σαν ξετυλίγεις το κουβάρι
και ξεκινάς τη συγγραφή
κακοτράχαλων διαδρομών.

Φαντάσματα του παρελθόντος,
του μέλλοντος αρπαχτικά
θα συναντήσεις,
μαμη λακίσεις,
πέτα μια πέτρα αιχμηρή.
Ρίξε με δύναμη
και παρατήρησε.
Πως σβήνουν
σ’ ομόκεντρους, μικρούς
κυματισμούς,
αφήνοντας
γαλάζιο και γαλήνη,
νέους ορίζοντες και ουρανούς
να ταξιδέψεις.

Το είδωλο μονάχα
μη λαβώσεις,
σαν βρει το θάρρος να φανεί.
Κομμάτι δικό σου είναι,
σάρκα απ’ την σάρκα σου
κι ας είναι μια σκιά,
παιχνίδι του φωτός
με τα νερά.

Στα μάτια του
και στην καρδιά
κάτι από σένα κρύβει.
Στιγμές,
πρόσωπα,
αισθήματα,
χρώματα
και μουσικές
μιας κρουαζιέρας
που από χρόνια έχει συμβεί
και ξεχαστεί,
συνάμα.

Λάθη και πειρασμοί
αγκαλιασμένοι,
την κατανόηση ζητούν
και την αποδοχή,
καλώντας σε,
με σιγουριά,
το πρώτο βήμα
για τη λύτρωση να κάνεις.
Μια θέση ζητούν κι αυτά
πλάι σε άσπρα σύννεφα,
σε όνειρα και γλάρους
που κράτησες για συντροφιά
στους κύκλος της ζωής,
στη διαδρομή σου.

III

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πέτα ένα βοτσαλάκι,
να ταράξεις
της σκέψης τα νερά.

Μη φοβηθείς στο τι θα βρεις,
μη ξεχαστείς,
εσύ βαδίζεις στη στεριά.
Καλή αναζήτηση.

Georg Trakl, Όνειρο και συσκότιση του νου

b151520

[….] Κανείς δεν τον αγαπούσε. Ψέμα και ακολασία φλόγιζαν το κεφάλι του. Το γαλάζιο θρόισμα μιας γυναικείας εσθήτας τον έκανε να μένει στήλη άλατος και στην πόρτα στεκόταν η σκοτεινή μορφή της μάνας. Στο προσκεφάλι του στεκόταν όρθιος ο ίσκιος του κακού. Ω, νύχτες και αστέρια. Το βράδυ πήγαινε στο βουνό με τον σακάτη· στην παγωμένη κορυφή του απλωνόταν το ρόδινο φέγγος του δειλινού και καρδιοχτυπούσε μέσα στο φως του λύκου. Βαριά έπεφταν τα ανεμοδαρμένα έλατα επάνω τους και ο κόκκινος κυνηγός πρόβαλε από το δάσος. Όταν νύχτωνε, η καρδιά του έσπαγε κρυστάλλους και το σκοτάδι σκόνταφτε στο μέτωπό του.

Κάτω από άφυλλες βαλανιδιές έπνιγε με τα παγωμένα χέρια του μια αγριόγατα. Στα δεξιά του εμφανιζόταν παραπονεμένη η λευκή μορφή ενός αγγέλου και μες στο σκοτάδι γινόταν γιγάντια η σκιά του σακάτη. Όμως αυτός σήκωνε μια πέτρα και την πετούσε πάνω του, έτσι ώστε να φύγει ουρλιάζοντας και αναστενάζοντας . Το γαλάζιο πρόσωπο του αγγέλου περνούσε και χανόταν στον ίσκιο του δένδρου. Για πολλή ώρα, ξάπλωνε στο πετρώδες έδαφος και έκπληκτος ατένιζε το χρυσό σκήνωμα των αστεριών. Κυνηγημένος από νυχτερίδες, χιμούσε μέσα στο σκοτάδι για να φύγει. Με κομμένη την ανάσα έμπαινε μέσα στο έρημο σπίτι. Στην αυλή, έπινε σαν ζώο από το γαλάζιο νερό της κρήνης μέχρι να παγώσει. Εμπύρετος καθόταν στην παγωμένη σκάλα, μαινόμενος εναντίον του Θεού που δεν τον άφηνε να πεθάνει. […..]

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
***Από την “Γαλάζια Ψύχωση”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ 2010

Νικανόρ Πάρρα, Παιδικά παιχνίδια

998309_10202619022061955_1014792345_n

Ένα παιδί προσγειώνεται στο καμπαναριό
της μητρόπολης
κι αρχίζει να παίζει με του ρολογιού τους δείχτες
ακουμπάει πάνω τους εμποδίζοντάς τους
να προχωρήσουν και ως δια μαγείας οι περαστικοί μένουνε πετρωμένοι
σε στάσεις όπως:
με το ‘να πόδι στον αέρα κοιτώντας προς τα πίσω σαν του Λωτ τη στήλη
ανάβοντας τσιγάρο κτλ., κτλ.
Ύστερα αρπάει τους δείχτες και τους γυρνάει
ξέφρενα
τους σταματάει ξαφνικά- τους γυροφέρνει ανάποδα
και οι περαστικοί ηλεκτρισμένοι τρέχουν- σταματούν
απότομα
υποχωρούνε με τρελή ταχύτητα
σαν τις εικόνες στις βουβές ταινίες μένουνε μετέωροι
μπρος πίσω τριποδίζουν
ή βαδίζουνε επίσημα με βήμα αργό
σ’ αντίθετη κατεύθυνση απ’ τους δείχτες.
Ένα ζευγάρι παντρεύεται- κάνει παιδιά και χωρίζει
σε κλάσματα δευτερολέπτου
τα παιδιά παντρεύονται κι αυτά- πεθαίνουν.

Στο μεταξύ το παιδί
Θεός ή όπως θέλεις πες το
Μοίρα ή μόνο Χρόνος σκυλοβαριέται
και ξαναρχίζει να πετά προς το νεκροταφείο.

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης

Πάμπλο Αντόνιο Κουάδρα, Η νύχτα μιας γυναίκας άγνωστης

036b13_b3919f63db025a1d4b6551398fb8760b.png_srz_315_306_85_22_0.50_1.20_0

Ρώτησε το κορίτσι τον περαστικό:
Γιατί δεν μπαίνεις; Στο τζάκι μου
είναι αναμμένη η φωτιά.

Απάντησε ο περιπλανώμενος:-Είμαι ποιητής,
θέλω τη νύχτα μόνο να γνωρίσω.

Εκείνη, τότε, έριξε στάχτες πάνω στη φωτιά
και η φωνή της στη σκιά ζύγωσε τον περαστικό:
Άγγιξέ με!-είπε- Και τη νύχτα θα γνωρίσεις.

Μίλτος Σαχτούρης, Το ψωμί

cf88cf89cebcceaf-cf86cf84cf89cf87cf8ccf82

Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μιὰ πελώρια φραντζόλα ζεστὸ ψωμί,

εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανό,

ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μαχαίρι

ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω,

ὅμως καὶ μία μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγελος.

κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε

κομμάτια γνήσιο οὐρανὸ

κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στὸ ψωμί,

ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε οὐρανό!

Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.
Διψᾶμε γιὰ οὐρανό.

Emília Cerqueira, I walk naked of the old words / Caminho nua de palavras antigas

 Picture / Pintura de Salvador Dali: Mulher poesia


Picture / Pintura de Salvador Dali: Mulher poesia

I walk naked of the old words

Old words,
glued to the skin
in the circularity of time …

I strip them of me
gradually..
“militarism”
“murderous identities”,
“god”
“borders”
“cruelty”
“race”

I walk naked now.


Caminho nua de palavras antigas

Palavras antigas,
palavras coladas à pele
na circularidade do tempo…

Despi-me delas uma a uma
“militarismo”,
“identidades assassinas”,
“deus”
“fronteiras”
“crueldade”
“raça”

Caminho nua já…