Miroslav Holub (1923-1998), Παθολογία

holub_miroslav+1

Εδώ στου Κυρίου το στήθος αναπαύονται
οι γλώσσες των ζητιάνων,
οι πνεύμονες των στρατηγών,
οι οφθαλμοί των χαφιέδων,
τα δέρματα των μαρτύρων,

στην απολυτότητα των φακών
του μικροσκοπίου.

Φέτες ήπατος ξεφυλλίζω στην Παλιά Διαθήκη,
στα λευκά μνημεία του εγκεφάλου μελετώ
τα ιερογλυφικά της φθοράς.

Κοιτάχτε, χριστιανοί,
η Παράδεισος, η Κόλαση κι οι Ουρανοί
σε φιάλες.
Κι ούτε θρήνοι
ούτε αναστεναγμοί.
Η τέφρα μόνο βογγάει.
Άλαλη η ιστορία
ζουλιγμένη
μέσα από τριχοειδή.

Άλαλη η ισότης. Άλαλη η αδελφότης.

Κι από τις τρίχρωμες θανάσιμων βασάνων
μέρα με την ημέρα
τραβάμε
κλωστές σοφίας.

*Μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς.
**Από το βιβλίο: Χόλουμπ, «Επιλογή από το έργο του», Η μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 18.
***Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Δημήτρης Δικαίος, Τρία ποιήματα

DSC_0145a.JPG

Αδιέξοδα στην τέχνη της ποιήσεως

Όμως,
δυσκολεύομαι,
μία γραμμή
επιτυχώς ν’ αποκληρώσω.

Τα αποσιωπητικά,
οχυρά φοβίας
και λοιπές κακοτεχνίες
έκφρασης στο αδιάβατο.

δικαία είναι
η αποβίβαση στο εφήμερο.

Υποδέχομαι
ερμηνείες χρέους σε ερείπια.

Αποσύρομαι,
γραφή ρυτιδιασμένη,
τόσο νέος,
δήθεν πλέον,
στο άψυχο σύρμα
της ακολουθίας των πράξεων.

Καλή αντάμωση.

____________________

Αλήθειας διάβημα

Παρατήρησε τους ανθρώπους.
Γέρασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
θεατός από τους λόφους.

Βύθισε το σώμα σου ένα βράδυ,
λόγιε κηφήνα.
Νοίκιασε μνήμα
και μη μολύνεις το λιβάδι.

Άνοιξε το βήμα σου κοχλία..
έφθασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
αρεστός στην υγρασία.

Προικισμένη μου ξυλοκαϊνη
έχεις μου τόση
ζωή νεκρώσει
που το υπόλοιπό μου εκκρίνει

βιαστική κι απροετοίμαστη
αυτοκτονία.
Μα απ’ τη μία,
θα αφόριζαν μια ασίγαστη

επιθυμητή ελευθερία
που θα ομοίαζε

μ’ ατύχημα;

_________________

Άξιον Άλας

Κάθε που βρέχει, μιλάει το χώμα.
Αλωνάρι της παγκόσμιας οσμής
που τα λίθινα χαμόγελα λασπίζει.

Κάθε που βρέχει, βαθιά πνευμόνια
λευτερώνουν τη χωμάτινη οδό.
Χαρά σ’ Εκείνη που με θήλασε Θεό!

Και κάθε φορά, βρέχει αφαίρεση.
Τα πεθαμένα χείλη, τα φύλλα ξεδιψούν.
Τα μαραμένα ποτίζει ο Γαμπρός.

Στο νεκροπόταμο τη βροχερή ημέρα,
από τον ήχο του νερού καταλαβαίνεις.

Το ροντέο της ζωής είναι στους τάφους.

*Αναδημοσίευση από τοην ιστοσελίδα του λογοτεχνικού περιοδικού “Σοδειά” στη διεύθυνση http://www.sodeia.net/

Ρωξάνη Νικολάου, Μια γυναίκα

1378294_10200560224791083_1318054102_n

Περπατά ανάμεσα από μηχανάκια κι αυτοκίνητα,
παραμιλώντας.

“Ν’ αγαπάς να μην τελειώνει
πολύχρωμα σκιρτήματα να δρασκελούν
τις πλάκες του κενού ο καιρός να ποτίζεται
από τα νεαρά που με διασχίζουν ρείθρα
δάκρυα
στάζει
ολοένα
ποντίκια πληθαίνουν στους αγωγούς”.

Μισή τη βρίσκει στο περβάζι
ο φανοστάτης κάθε σούρουπο.
Μια τέτοια ώρα εγώ, παιδί της γειτονιάς,
πήγα κοντά της:
“Τι περιμένεις;
Πάρε το σπάγκο που δένει τα παιχνίδια μου
με τους καιρούς που θα ‘ρθουν.
Ξετύλιξέ το, δέσε το με ό,τι εσύ θελήσεις”.

Από άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό μου
το βλέμμα της περπάτησε:

“Πόσο επηρεάζουν οι υποψίες τις μέρες μου.
Άλλος κρατάει τα μαλλιά, άλλος τα όποια
ρούχα μου κι άλλος την τελευταία απόφαση
που αναιρώ με το πρωί.
Άφωνο παράθυρο που μόνο δείχνεις
και τώρα με γελάς.
Τη μοίρα μου δεν τη χωνεύω
μα ό,τι θέλει κάνω”.

Πέρασε από δίπλα μου, δεν μ’ είδε.
Επαναληπτικά τη σημειώνουν οι βιτρίνες να φεύγει.
Μια ξαφνική νεροποντή πέφτει πάνω στις σκέψεις μου.
Ένα σκίρτημα αφήνει να σπαρταρά
κρύες σταγόνες να ραντίζει
έναν ελάχιστο, μικρούλη χρόνο.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας “Ηλιόδεντρον” στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Georg Trakl, Δύο ποιήματα (Gedichte)

DIGITAL CAMERA

Η ΝΕΑΡΗ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

*Από τα Gedichte, 1913. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Αναδημοσίευση από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Anarchism in the arts – Poetry and prose

images

Anarchist presses published an enormous quantity of verse—indeed, before 1960 they published more poetry than all other forms of creative writing put together. Among the finest poets of anarchism was Voltairine de Cleyre, whom Emma Goldman considered the “most gifted and brilliant anarchist woman America ever produced.” Although the anarchist themes of de Cleyre’s work were typical of her generation—tributes to revolutionary martyrs, hymns to anarchist anniversaries, and songs of workers rising against tyranny—her powerful imagery and passionate lyricism distinguished her from all her contemporaries. Other notable American poets of anarchy in the 1910s and ‘20s were Irish-born Lola Ridge; Japanese-born Sadakichi Hartmann, reputed to be the first writer of haiku in English; IWW organizer Covington Hall; and IWW songwriter and humorist T-Bone Slim (Matt Valentine Huhta), who was renowned for his anarchist aphorisms (“Wherever you find injustice, the proper form of politeness is attack”).

Sicilian-American Surrealist poet Philip Lamantia belonged to an Italian-language anarchist group in San Francisco in the 1940s and later became a leading member of the Beat movement. Kenneth Rexroth, mentor to many Beats, identified himself as an anarchist from his involvement in the 1920s in Chicago’s Dil Pickle Club, a popular forum for lectures and debates on revolutionary topics. Other anarchist-oriented Beat poets included Diane di Prima and Gary Snyder, whose manifesto “Buddhist Anarchism” (1961) proved to be one of that decade’s most influential anarchist writings. The humorous Abomunist Manifesto (1959), by African American Beat poet Bob Kaufman, also had a markedly anarchist flavour. (According to Kaufman, “Abomunists vote against everyone by not voting for anyone.”) Both the Journal and Kaufman’s Manifesto were published by City Lights press, founded with the City Lights bookshop in San Francisco in the early 1950s by the poet and anarchist sympathizer Lawrence Ferlinghetti.

Continue reading

Ραφαέλ Αλμπέρτι, Τρίτη ανάμνηση

images

…πίσω απ’ τη βεντάλια με τα χρυσά φτερά…
G. A. B.

Τα βαλς τ’ ουρανού δεν είχαν ακόμα αρραβωνιάσει
το γιασεμί και το χιόνι,
δεν είχαν οι άνεμοι συλλογιστεί την πιθανή μουσική
των μαλλιών σου,
ούτε κι ο βασιλιάς είχε προστάξει να ενταφιαστεί
σ’ ένα βιβλίο η βιολέτα.
Όχι.
Ήταν ο καιρός που ταξίδευε το χελιδόνι
χωρίς τα αρχικά μας στο ράμφος του.
Που οι καμπανέλες και οι κλιματίδες μαραίνονταν
δίχως εξώστες κι άστρα για να καρφωθούν.
Ήταν εκείνος ο καιρός
που δεν υπήρχε ένα άνθος
για να γείρει το κεφάλι του στον ώμο ενός πουλιού.

Και τότε, πίσω απ’ τη βεντάλια σου, το πρώτο μας
φεγγάρι.

*Από το “Τρεις Αναμνήσεις από τον Ουρανό”. Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος. Το ποίημα δημοσιεύηκε και εδώ: http://poihshkaipoihtes.blogspot.com.au/2009/12/blog-post_2503.html

Λάνγκστον Χιούζ (1902-1967), Φοβισμένοι

hugheslangston-eikona-01

Κλαίουμε
ανάμεσα στους ουρανοξύστες
όπως θρηνούσαν οι πρόγονοί μας
ανάμεσα στα φοινικόδεντρα
της Αφρικής.
Γιατί είμαστε μόνοι,
είναι νύχτα
και φοβόμαστε.

*Μετάφραση: Λ. Καραπαναγιώτης. Το ποίημα δημοσιεύτηκε και εδώ: http://lackofspacemen.blogspot.com.au/2009/09/1902-1967.html

Μαρτυρίες για τον Πέτρο

Koutsiabasakos.JPG

Αν είναι να ακριβολογούμε με τις λέξεις, ο συγγραφέας Πέτρος Κουτσιαμπασάκος που πέθανε στα 48 του χρόνια, ήταν σχεδόν γείτονάς μου και σχεδόν φίλος μου.  Ο Πέτρος έμενε στα Άνω Πετράλωνα όταν εγώ έμενα για πολλά χρόνια στα Κάτω.  Η ξενιτιά κι ο θάνατος δεν μας έδωσαν περισσότερο χρόνο…

Συναντιόμασταν, πίναμε, τρώγαμε, κουβεντιάζαμε,  με άλλους οι μόνοι μας, στην Πλατεία Μερκούρη, στου Οικονόμου, ή στο Ζέφυρο βλέποντας «Το γεράκι της Μάλτας» και άλλα κλασικά του σινεμά.  Μια δυο φορές συναντηθήκαμε και στο Φίλιον…  Τη γνωριμία μας την οφείλαμε στον διηγηματογράφο Ηλία Παπαμόσχο.

Η τελευταία εικόνα που έχω στο μυαλό μου από τον Πέτρο είναι σχεδόν εικαστική…  Πέρυσι τον Απρίλη ενώ καθόμουν σχεδόν ολομόναχος σε βαγόνι του Μετρό με κατεύθυνση το σταθμό του Αγίου Δημητρίου, αυτός καθόταν ολομόναχος, όχι σχεδόν, ήταν ολομόναχος σε μια καρέκλα της αποβάθρας της Δάφνης διαβάζοντας ένα βιβλίο, νηφάλια, χαμηλότονα, προσεχτικά…

Τον αδερφό του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο τον αποκαλούσε πολλές φορές  στις κουβέντες μας το αδερφάκι μου…  Ήμουν αυτός που του μετέφερα τηλεφωνικά την καλή υποδοχή που επεφύλαξαν οι σινεφίλ στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ του αδερφού του «Ο μανάβης» στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.  Χαιρόταν με τις επιτυχίες του μικρού του αδερφού, στενοχωριόταν με τα όποια καλλιτεχνικά του ζόρια.

Continue reading

Lucy Van 
Revieww Andrew Sant’s The Bicycle Thief & Other Poems

bicycle-thief

The Bicycle Thief & Other Poems by Andrew Sant
Black Pepper Publishing, 2012

It’s no current reference, but reading Andrew Sant’s recent collection, The Bicycle Thief, Andrew McGahan’s Praise springs to mind. When I studied McGahan’s novel, a more astute student than I pointed out that Gordon’s only romantic relationship was with his car, and that, accordingly, his only romantic response was towards the sad demise of that Holden. His relationship with Cynthia (who he develops a relationship with) was conversely defined by emotional inertia and moral detachment. This observation struck me as highly sophisticated. It did not endorse a clichéd view of Australian men and their cars, rather it subtly suggested a masculine romance for an idyll of mobility.

I think that for all the mischief and conversational flare of The Bicycle Thief, Sant is a romantic. Sant constructs a romantic idiom around various modes of transport that is not simply commodity fetishism, but as with McGahan, a desire for transcendence through acceleration and movement. There is no strict narrative progression yet the collection does riff around the twinned themes of movement and stasis. Somewhere in the middle of the book the speaker presents an Ur-scene in ‘Jack and Yves and Their Many Transports,’ where children are observed locking language to movement:

Train! Jack calls out once
and once again. He lives
near a railway station.

He stops. His index finger
is a little wand. Transport
attracts his first vocabulary.

Continue reading

Ανρί Μισό, Σου γράφω από έναν τόπο μακρινό

1544999_234987116679991_2040158745_n

Εδώ έχουμε, γράφει, έναν ήλιο μόνο κάθε μήνα, και
για λίγο. Τρίβουμε τα μάτια μας μέρες πρωτύτερα.
Μάταια όμως. Καιρός αδυσώπητος. Ο ήλιος
δεν έρχεται παρά στην ώρα του.
Έπειτα έχουμε ένα σωρό πράγματα να κάνουμε, όσο
βαστάει το φως, έτσι που μόλις προφταίνουμε να
κοιταχτούμε λίγο.
Εκείνο που είναι δύσκολο για μας τη νύχτα, είναι
όταν πρέπει να δουλέψεις, και πρέπει: γεννιούνται
ακατάπαυστοι νάνοι.

*Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης