Lucy Van
 Reviews Luke Fischer’s Paths of Flight

paths-of-light

In Shakespeare’s last great poem, The Phoenix and the Turtle, the owl is banished from the allegorical proceedings of the bird funeral:

But thou, shrieking harbinger,
Foul pre-currer of the fiend,
Augur of the fever’s end,
To this troop come thou not near

Whether you read this poem as dense figural allegory, enigmatic elegy or refined coterie poem, you should mark this ironic moment of exclusion. The tradition of augury in poetry is richly prefigured here, not only in the careful inclusion and exclusion of birds, but in the deceptive formal simplicity of the stanzas. Devolving into triplets in the threnody coda, the rhythm of the poem is incantatory, reminiscent of the magic of prophetic language. Why, then, the prohibition on the augur owl?
Luke Fischer’s first collection, Paths of Flight, is deeply alert to the signs made by birds. Fischer displays an affinity with a certain notion of the ‘natural’ world, as well as a temperament for classical poetic tropes. Birds, depicted in both mythical and parochial attitudes, populate the collection. And while not every poem depicts the physical manifestations of a bird, many actually do. The owl keeps ‘vigil in a cell/ of twisted boughs’; the swift’s brow is ‘planed by supernal winds’; the punk cockatoo ‘flares his pineapple Mohawk.’ Conversely, more enigmatic figures are infused with bird-like qualities. The first line of the collection, from the poem ‘Portrait of a Thinker,’ is unequivocal: ‘His eyebrows are falcon wings/ gliding on a constant current.’ There is a certain satisfaction to be taken from such thematic consistency. Like Shakespeare’s poem, Fischer’s book takes up an allegorical mode, calling forth the presences of ‘Owl,’ ‘Swift,’ ‘Corellas,’ ‘Raven,’ and a ‘Band of Cockatoos’ through the direct titles of the poems. The collection’s undertaking as a work of augury is emphasised by its omnibus title. How do we read a bird’s flight, which once foretold the will of the gods? What is the relation between poetry and prophesy?

Continue reading

Άννα Γρίβα, Ένα λιγότερο

petalouda

Έχω ένα κόκαλο λιγότερο
απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους
οι γιατροί δε με πιστεύουν
ούτε που βρίσκουν το κενό
είναι μια έλλειψη βαθύτερη
κι απ’ το καλύτερο εργαλείο τους

κι όλο κινείται

άλλοτε χάνω ένα σπόνδυλο
και δε μπορώ να σηκωθώ
άλλοτε βλέπετε πώς τρίζω
απ’ των καρπών μου την ευλυγισία
μα πιο συχνά συντρίβεται
το ένα μου γόνατο
αυτό που σκύβω και προσεύχομαι
και όλο ρωτούν οι άγιοι
γιατί βουλιάζω

τότες κι εγώ μαζεύω τ’ άλλα κόκαλα
όσα δε λείπουν
και τα πετώ μπροστά στα πόδια τους
για να μ’ αφήνουν να προσεύχομαι
χωρίς να δίνω εξηγήσεις
για εκείνο το άπιαστο πουλί

άπιαστο πουλί
των σωθικών μου…

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 28, Απρίλιος-Ιούνιος 2013 (σελ. 133).

Γιώργος Γιαννόπουλος, Το παράπονο

maria

Άννα η γραμματική

Τις νύχτες που γράφεις γυμνή
ακούγεται το παράπονο του Μινώταυρου:

Ιδρώτας έγινα στις ράχες των παιδιών
στη σκόνη της Ανδαλουσίας
κάρπισε το αίμα μου
στης πέτρας τον λοιμό

Κάθε φορά που πατώ στη γη
οπλίζουν των κοριτσιών οι ρώγες
το σάλιο μου
στίλβει την Αριάγνη

Δεν είναι ο άνεμος που με καλεί
είναι λεμονανθοί
που ραίνουν
τη μοίρα της γραμματικής μου

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 27, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013 (σελ. 105).

Δημήτρης Τρωαδίτης, η λάβα της αγάπης

ImageJ=1.42q cf=0 c0=-32768.0 c1=1.0 vunit=gray value min=23630.0 max=43483.0

η λάβα της αγάπης
χύνεται σύγκορμα
οι νύχτες σπαράζουν
ερεθισμένες
στο φως της κάμαρας
οι μηροί ανοιχτοί
ξέφωτα παράθυρα
διαλαλούν τις νότες
της πρώτης
και της τελευταίας
αγάπης

Άννα Κιμιένσκα, Στο κατώφλι του ποιήματος

1474406_1426639850903374_676200429_n

Στο κατώφλι του ποιήματος αποτίναξε τη στάχτη
τη σκόνη του μίσους απ’ την ψυχή σου
βάλε στην άκρη το πάθος
έτσι που να μη ρυπαίνεις τις λέξεις

Σ’ αυτό το διάστημα περπάτησε μόνος
και η τρυφερότητα των πραγμάτων θα σ’ αγκαλιάσει
και θα σε οδηγήσει στο σκοτάδι
σαν να έχεις χάσει το θέαμα του κόσμου

Εκεί οτιδήποτε έχει όνομα θα επιστρέψει
και θα παραμείνει λαμπερό έτσι που εγώ κι εσύ
θα μπορούσε να βρούμε ο ένας τον άλλο
σαν δυό δέντρα που είχαν χαθεί στην ομίχλη

*Απόδοση: Βασίλης Καραβίτης, εκδ. Μελάνι. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 28, Απρίλιος-Ιούνιος 2013.

Τέος Σαλαπασίδης, Άλωσις

Abstract-Art-Expressionism-Images

Βγήκε η φώκια
Αλληλούια
Αιγαίο σκισμένο από τορπιλλακάτους
Η νηοπομπή άνθισε
Κύμα μεσίστιο
Πεινάμε
Έπειτα ήρθε η Σαλονίκη με καπνούς πετρελαίων
«Στην πόλη μας βασίλεψε μια ορφανή πειθαρχία»
Αρμένιζε η Σαλονίκη προς τα βουνά της
Ο Δεκανεύς πέταξε το όπλο του στη θάλασσα
Τον εχθρό έπρεπε να περιμένει εστία κενού
Όμως η θάλασσα επέστρεψε ο όπλο
Δεν επρόκειτο περί όπλου
Και γυρεύω τώρα τον πλοίαρχο
Ήταν αληθινός ο πλοίαρχος του τορπιλλοβόλου «Σφενδόνη»
Μόνο
Πέρασε ηρέμα
Σφύριξε
Αντίο
Βυθίστηκε μέσα στον καιρό

Αντίο.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αθηναϊκά Γράμματα», τεύχος 10, Μάιος – Αύγουστος 1958.
Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 87. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται εδώ από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Anne Sexton, Η Άννα που ήταν τρελή

photosexton
  
Η Άννα που ήταν τρελή,
έχω ένα μαχαίρι στη μασχάλη
Όταν στέκομαι στις μύτες των ποδιών μου
ξεχειλίζω μηνύματα
Μήπως είμαι ένας είδος μόλυνσης;
Σε έχω τρελάνει;
Μήπως έκανα τους ήχους να θυμώσουν;
Σου είπα να βγεις από το παράθυρο;
Συγχώρησε. Συγχώρησε.
Πες, όχι δεν το έκανα
Πες όχι
Πες
Πες προσευχές στο μαξιλάρι μας
Πάρε εμένα το αδέξιο 12χρονο κορίτσι
στη βυθισμένη αγκαλιά σου
Ψιθύρισε μου σαν ανθάκι
Φάε με. Φάε με σαν πουτίγκα με κρέμα.
Πάρε με μέσα σου.
Πάρε με.
Πάρε.

Δώσε μια αναφορά για την κατάσταση της ψυχής μου
Δώσε μου μια ολοκληρωμένη έκθεση για τις πράξεις μου
Δώσε μου ένα τρίφυλλο βότανο και άσε με ν’ ακούσω μέσα του
Βάλε με στους αναβολείς και φέρε τους τουρίστες
Μέτρησε τις αμαρτίες μου στη λίστα του μανάβη
και άσε με να αγοράσω
Σε τρέλανα;
Από τον τάφο γράψε μου, Άννα
Δεν είσαι τίποτα άλλο από στάχτες όμως
σήκωσε το στυλό που σου χάρισα
Γράψε μου
Γράψε.

*Μετάφραση: Μαρία Ροδοπούλου
#Σημείωση: Στα ελληνικά κυκλοφορούν αρκετές εκδόσεις με ποιήματα της Anne Sexton. Ενδεικτικά: Ποιήματα (μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου, Printa 2010), Ερωτικά ποιήματα (μετάφραση. Ευτυχία Παναγιώτου, Μελάνι 2010).

Wallace Stevens, Οι πεσόντες

%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%82

Ο Θεός και όλοι οι άγγελοι λικνίζουν τον κόσμο
Τώρα που το φεγγάρι ανεβαίνει με τη ζέστη
Κι οι γρύλοι βουίζουν πάλι στο γρασίδι. Το φεγγάρι
Κλαίει στο νου χαμένες αναμνήσεις.
Πλάγιασε αυτός κι ο άνεμος της νύχτας φυσάει πάνω του, εδώ.
Οι καμπάνες αργοχτυπούν. Δεν είναι ύπνος αυτός.
Είναι πόθος
Αχ ναι, πόθος… έτσι που γέρνει στο κρεβάτι του
Στους αγκώνες του στηριγμένος, στο κρεβάτι του,
Κοιτάζοντας, τα μεσάνυχτα, το μαξιλάρι που είναι μαύρο
Στο καταστροφικό δωμάτιο… πέρα απ’ την απόγνωση
Σαν ένστικτο πιο βαθύ. Τι είναι αυτό που ποθεί;
Μα αυτό δεν μπορεί να το ξέρει ο άνθρωπος που σκέπτεται,
Αλλά την ίδια τη ζωή, τον πόθο που εκπληρώνεται
Στο άλεσμα του χρόνου, κοιτάζοντας επίμονα
Ενα κεφάλι στο μαξιλάρι, στα σκοτεινά, 
Πλατύτερο από σουδάριο**, μιλώντας τη γλώσσα
Των απολύτων, ένα κεφάλι ασώματο
Με χείλη πρησμένα από ταραχές κι αντάρτικες φωνές
Το κεφάλι ενός απ’ τους πεσόντες, γερμένο
Στο μαξιλάρι ν’ αναπαυθεί και να μιλήσει
Να μιλήσει και να πει τις άσπιλες συλλαβές
Που μίλησε κάνοντας μόνο αυτό που έκανε.
Ο Θεός και όλοι οι άγγελοι, αυτός ήταν ο πόθος του,
Που το κεφάλι του τώρα θολώνει εδώ, για τέτοιο πόθο πέθανε.
Γεύση αίματος στα μαρτυρημένα χείλη του,
Ω συνταξιούχοι, ω δημαγωγοί και μισθωτές!
Αυτός ο θάνατος ήταν η πίστη του, αν και ο θάνατος είναι μία πέτρα.
Αυτός ο άνθρωπος λάτρευε τη ζωή, όχι τον παράδεισο, μέχρι τον θάνατο.
Ο άνεμος της νύχτας φυσάει πάνω σ’ αυτόν που κάνει όνειρα, σκυφτός
Πάνω σε λέξεις που είναι ο φλύαρος ήχος της ζωής.
 
*Ποίημα από την έκδοση “Ο άντρας με τη μπλε κιθάρα, Εκλογή από τα άπαντα”. Εισαγωγή-μετάφραση: Γιώργος Σπέντζος, Εκδόσεις Δωδώνη 2000
Πηγή:  e-poema.eu

Ηλίας Πετρόπουλος, Πέντε και ένα ποιήματα

Petropoulos2

1.
Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα, λησμονημένο στο τασάκι, ενώ αναπολώ
τις γυναίκες που αγάπησα.

2.
Γέρασα.
Καλύτερα που γέρασα
αν έτσι πρόκειται να βρω τη γαλήνη.

3.
Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου και
τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της, ή καθόλου.

4.
Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να φέρω μαζί μου την όμορφη έκδοση των Memoires
του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα το Walden του Thoreau και την Ιλιάδα
αυτά είναι τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.

5.
δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ
και είναι ωραία και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν

1.
Γλυκό μου στήριγμα, καμάρι μου και λουλούδι, τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν. Μείνε μαζί μου. θα σου μιλήσω με πάθος και δακρυσμένα μάτια για τον ουρανό της Θεσσαλονίκης, την εικοσαετή ορφάνια μου, τον ισάδελφο Τσιτσάνη, τα νοτισμένα χώματα των Χασίων, τους ολόδροσους κλώνους· για τις θεϊκές γυναίκες του Ελύτη και του Μόραλη. Ακόμη θα σου περιγράψω την δολοφονία του Ιάκωβου Πατιερίδη τον Οκτώβριο του 1944, θα σου παραστήσω πώς βαδίζουν οι ορθόδοξοι ρεμπέτες και πώς χορεύουν ζεϊμπέκικο στην ταβέρνα του Φραγκούλη στην Μπάρα. Αγάπησε με δύναμη. Αυτό αρκεί.

Hans Magnus Enzensberger, Δύο ποιήματα

geschichtederwolkeng

Πριν Την Techno Και Μετά

Ο Κύριος von Eichendorff
δεν αυτοκτόνησε.
Ο Κύριος von Eichendorff
δεν πήρε κοκαΐνη, τα έφερε βόλτα
χωρίς μονομαχίες και σχέσεις της μιας βραδιάς.
Ο Κύριος von Eichendorff
μιλούσε με ευχέρεια τα Πολωνικά
κι είχε σεμνές φιλοδοξίες.
Ο Κύριος von Eichendorff –
ασθενικά πνευμόνια, υπαλληλάκος
σε υπουργία της Πρωσίας
επί τριάντα συναπτά έτη –
ονειρευόταν μεγαλεία
στο γραφείο του, ήταν ικανός
για όλα και για τίποτα,
έζησε διακριτικά, πέθανε
κι άφησε πίσω του μερικές αράδες,
πιο ανθεκτικές από τα συντρίμμια
του Lubowitz, που στις μέρες μας ακούει στο όνομα
Rzeczpospolita Polska
στα βουλωμένα αυτιά των παιδιών μας.
μόνο μερικές αράδες,
που κάποια μέρα,
όταν αυτά αποσυρθούν,
πιθανώς να τους επιτρέψουν
να αισθανθούν
κάτι άγνωστο και αμυδρό,
που κάποτε ονομάζαμε
μελαγχολία.

——————————–

Τι Κρίμα

Ω, πάντοτε έδειχνες τη δέουσα προσοχή,
αναλάμβανες δράση εγκαίρως. Τα κόλπα
που σκάρωνες, αξέχαστα,
τρομακτική η διορατικότητά σου,
η όσφρησή σου δε, αλάνθαστη.
Μόνο που δεν είχες δράμι υπομονής
για να ατενίσεις τον ανώφελο κυματισμό της λίμνης,
ή να περιμένεις υπομονετικά καθώς σκοτείνιαζε ολοένα.

Είχες απλά άλλες έγνοιες
και καθόλου χρόνο για το ρίγος
των ακροδάχτυλων στα μαλλιά.
Δεν πήρε το μάτι σου
τον γκρίζο σκίουρο, έτσι καθώς ξεστράτιζε
στον υπόγειο.
Όπως επίσης δεν έδωσες σημασία
στην οσμή της αγάπης
που εξαπλώνεται ολόγυρα σιγά-σιγά,
για να μην πούμε λέξη
για το τρεμόσβυμα των αστερισμών
και την άνοια
που ύπουλα βάδιζε στις μύτες των ποδιών της.

Απλά δεν έδωσες τη δέουσα προσοχή.
Δεν πήρες από τίποτα χαμπάρι.


*Τα ποιήματα είναι από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών”. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.