Ειρηναίος Μαράκης, Φαρμακονήσι

i-eikona-pou-sygklonizei-kai-mas-ntropiazei-farm-500x300

Πολύ κρύο φέτος, μητέρα
η θάλασσα πιο παγωμένη
κι απ’ τα χώματα της πατρίδας,
πνίγομαι, μητέρα
με πνίγουν

κι αν δεν με πνίξουν
θα έχουνε έτοιμη τη σφαίρα
για να την καρφώσουν στο κρανίο μου

αλλά τα όνειρα δεν πεθαίνουν, μητέρα
ούτε με σφαίρες
ούτε με διατάγματα

ο χρόνος τους τελειώνει
αυτοί κρυώνουν περισσότερο από εμάς
και παρηγοριά, προστασία ζητάνε
μέσα στα πολυτελή σαλόνια τους.

Πολύ κρύο φέτος, μητέρα
οι καρδιές τους πιο παγωμένες
κι απ’ τα χώματα της πατρίδας,
πνίγομαι, μητέρα
με πνίγουν

κι όταν με πνίξουν
έτοιμη θα έχουνε τη δικαιολογία
για να βεβηλώσουν τη μνήμη μου

ο χορτάτος υπουργός
ο ραφινάτος επιχειρηματίας
ο λογοτέχνης με τις υπόγειες διασυνδέσεις

οι προαιώνιοι εχθροί μας
με το μεγάλο στόμα
και το ελάχιστο μυαλό
που για αίμα διψούν και για χρήμα
ελπίζοντας πως θα τη βγάλουν καθαρή
και φέτος.

Πολύ κρύο, μητέρα
όμως, τα δάκρυα σου
ζεστή κρατούν την ελπίδα
ξεπλένουν τους φόβους μας

να θυμώνεις, μητέρα
να κλαις, ακούς;
έτσι κάνουν οι άνθρωποι, ακούς;

έτσι κι αλλιώς, δεν θ’ αργήσει εκείνη η μέρα
όπου κι εμείς, με τα δικά μας πλοία
σαν κάποιο παγωμένο Οκτώβρη χρόνια πριν
τα κανόνια θα πάρουμε απ’ την καρδιά μας
για να τα στρέψουμε στις τσέπες τους.

Εκεί να δεις δάκρυα, μητέρα…

24/1/2013

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Φαρμακονήσι

Φαρμακονησι

Σαν τύχει και ο δρόμος σου σε φέρει
και περάσεις απ’ το Φαρμακονήσι
ένα κλάμα θ’ ακούσεις.
Είναι μικρά παιδιά, που κλαίνε.
Παιδιά που αναρωτιούνται το γιατί.
Πάρε το κλάμα τους
και κάνε το οργή.

Nanja Noterdaeme, On the other side

Renato Guttuso, Occupazione delle terre (1946)

Renato Guttuso, Occupazione delle terre (1946)

What?
What?
He broke his arm?
Now what?
On the other side
He’ll learn to write.
What what
He broke his heart?
Now what?
On the other side

What? What?
He broke
his joy?
Take the glue and stick it
to pain, because it has to
be jointed all over again.
Import the glue from Spain,
from the Caribbean, and mix it with
dew, flour and honey.
Glued pain should bend,
Bend still bend to feel
the shoulder of a friend.
Bring the scissors to open
sealed ears to sweet waving sounds of
melodies, softly healing the pain in
the sweet soothing song of the rain.

Δημήτρης Ψαλλίδας, Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή

577779_576364142381056_1058040265_n

Μέρος Β’

I
Μικρά στενάχωρα κλουβιά
φοράμε σαν ξυπνάμε
κι αμήχανα κοιτάμε γύρω μας.

Ένα μικρό συρτάκι
από γυαλί φιμέ
πνίγει καλημέρες και μισόλογα.

Ύφος βλοσηρό και κουρασμένο,
μιας κι απέτυχε ξανά
κάθε προσπάθεια επαφής.
Αυτό μένει,
κι αντικρίζει ο διπλανός μας.

Κι όσο περνούν οι μέρες,
τη συνηθίζουμε τη μοναξιά,
και γίνεται ο φίλος
που δεν διαλέξαμε ποτέ.

Εμείς κι αυτός μονάχα,
στον κόσμο τούτο.
Κι οι άνθρωποι,
απλώς περνάνε δίπλα μας,
πνιγμένοι όπως εμείς
στης αποξένωσης τη θλίψη,
στου φόβου το δηλητήριο.

II
Φεύγει τρεχάτα ο καιρός
κι ακολουθούν από κοντά
σύνεση, λογική και ψυχραιμία.
Κι αφήνουν σύνεργα,
θραύστη και κόπτη,
στη θήκη τους δεμένα.

Και πώς να τρέξεις ύστερα,
ανάλαφρα κι ήρεμα,
και να μηνύσεις στους υπόλοιπους:
«Κοίταξε με,
τα κατάφερα,
και λεύτερος βαδίζω!
Μπορείς κι εσύ!
Θα βοηθήσω όπως μπορώ.»

Γιατί το δυσκολότερο
σαν είσαι φυλακή,
δεν είναι να βρεις
της διαφυγής τα εργαλεία,
μα πάνω σου να τα χεις
κι η χρήση τους να ξεχαστεί.

Τότε κι αυτά,
βαρίδια γίνονται
και σε τραβάνε πιο βαθειά
στον βούρκο,
που ανέχτηκες να ζεις.

Δύο ποιήματα για το Φαρμακονήσι

1600110_10201410558401775_1979029217_n

Θάνος Λουμπρούκος, Φαρμακονήσι

Φύλαξες σκοπιά και τι κατάλαβες;
Ριπές μετάλαβες από αναποδιά.
Σήματα καπνού με τον ασύρματο:
άντε, ξεκίνα το! (κρίση πανικού)

Πέρναγε ο στρατός με τα F-16 τους,
ραντάρ στην τάξη τους – σμήναρχος δειλός.
Αϊ-Γιώργη εσύ στραβά λογάριασες
και δε χαμπάριασες νύχτα τη Σφαγή.

Κρούσματα πολλά με γιώτα τέσσερα
και δεκατέσσερα χάπια στη σειρά.
Έλεγχος σκληρός – επιθεώρηση –
Σινούκ θεώρηση, έγκλειστος καιρός.

Τρόφιμα, νερό για την ενέδρα τους.
Είχαν στην έδρα τους φύλακα Ουρανό.
Σύροι κι Αφγανοί οι μετανάστες μας
αφού οι δυνάστες μας ψεύτικα ικανοί.

Πέρασα τζιτζί, αχ Φαρμακούσα μου.
Έγινες μούσα μου, ποίηση χακί!
Μάνο θα πνιγώ, την Τρίτη έφυγα,
δεν το απέφυγα. Λάντζα για την Κω.

1655110_10201410565201945_418253101_n

Τέλλος Φίλης, Κάιρο, Δαμασκός, Κίεβο

Κάιρο, Δαμασκός, Κίεβο
όλη τη νύχτα
μα το πιο πυκνό σκοτάδι 
στο Φαρμακονήσι
ένας κόσμος με «ψυχολογικά προβλήματα»
μόνη διέξοδός του η αυτοκτονία

και ο ύπνος μια χαμένη άνοιξη
που διαπραγματεύεται αν θα ανθίσει
ζητά ενα πλεόνασμα ανθρωπιάς
που πια απο καιρό δεν διαθέτουμε

*Τα ποιήματα και οι εικόνες αναδημοσιεύονται από το Εντευκτήριο στη διεύθυνση http://entefktirio.blogspot.com.au/2014/01/blog-post_24.html

Κατερίνα Γώγου, Απόντες, 986 π.χ.

1653947_1455280791358194_1170434530_n

Στη Χώρα των Απόντων.
Στη Χώρα αυτής της Λογικής.
Στη Χώρα Χωρίς Φώτα.
Που και που
Η κακή λάμψη κάποιου τσεκουριού
Ή κάποιου περιπολικού
-δεν ξέρω τα μπερδεύω-
Φωτίζει κακά το γοερό κλάμα ενός παιδιού
Και κάτι φράσεις χημικές σαν..
”τώρα περνάω δυο φορές απο το σώμα μου..”
Που είναι το δικό μου.”

Σπύρος Μεϊμάρης, Παίζω το Πιάνο της Ζωής μου

piano

Παίζω το πιάνο της ζωής μου.
Είναι κάτι σαν ποταμός που παρασύρει
τα πάντα στο διάβα του.
Δίπλα μου οι άλλοι κοιμούνται.
Τον ήξερες εσύ αυτόν τον ύπνο,
τον είχες καταλάβει από παλιά.
Δεν άλλαξε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια,
παρά μόνο προς το χειρότερο.
Γι’ αυτό κι εσύ παίζεις το σκοπό σου
χωρίς πίκρα ή τύψεις.
Όμως ο ήλιος έλαμψε, το τραγούδι φάνηκε.
Τα γύρω βουνά μου γνέφουν,
τα χέρια χτυπούν τα πλήκτρα.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Η Τέχνη ως εξουσιαστικός λόγος

janus

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο τρίτο φύλλο της εφημερίδας δρόμου “Άπατρις” (Ιούνης 2009) από το Ηράκλειο Κρήτης.

«Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς
Μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα σε πάσα ώρα
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός…»

(Α. Σικελιανός)

Με τον όρο τέχνη ορίζουμε το σύνολο της ανθρώπινης δημιουργίας με βάση την πνευματική κατανόηση, επεξεργασία και ανάπλαση, κοινών εμπειριών της καθημερινής ζωής σε σχέση με το κοινωνικό, πολιτισμικό, ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο διέπονται. Η τέχνη είτε στη καλλιτεχνική μορφή της ( μουσική, ποίηση, ζωγραφική, γλυπτική, κλπ ) είτε στην τεχνική εφαρμογή της ( επιστήμη, κατασκευές, επαγγελματικές εφαρμογές, κλπ) αποδίδεται σε ανθρώπινες δημιουργίες και δραστηριότητες αυθαίρετες με τη ροπή του φυσικού κόσμου. Η τέχνη μπορεί να βασίζεται σε κανόνες αλλά αυτό δεν την υποχρεώνει να τους ακολουθεί και αυτό γιατί η φαντασία του ανθρώπου δεν δεσμεύεται από κανέναν κανόνα, οδηγία, ή διαταγή. Η φαντασία δεν ορίζεται από καμία αρχή, άρα είναι άναρχη και η τέχνη είναι φαντασία.

Η τέχνη εμφανίστηκε όταν εμφανίστηκε και ο άνθρωπος, αποτέλεσε και αποτελεί την ανθρώπινη έκφραση που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να τον συμφιλιώσει με τους όρους της ύπαρξης του, προσαρμόζοντας τον σε αυτούς, είτε εντοπίζοντας και καταδείχνοντας τους , είτε συσκοτίζοντας και αποκρύπτοντας τις πηγές των προβλημάτων καθώς και τα ίδια τα προβλήματα που βαραίνουν τον άνθρωπο και τον εγκλωβίζουν. Αυτός ο εγκλωβισμός είναι που γεννά και την ανάγκη να εισχωρήσει ο άνθρωπος σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, να ξεφύγει από το πραγματικό και μέσα από το φανταστικό καταλήγει στη καλλιτεχνική δημιουργία ή στην απόλαυση των έργων αυτής της δημιουργίας. Η τέχνη είναι απόρροια της τάσης που εκδηλώνει ο κάθε άνθρωπος να ζει διαφορετικά και να βιώσει μια άλλη εμπειρία σε σχέση με αυτή που βιώνει μέσα στη κανονικότητα που του έχουν επιβάλει οι λογής εξουσίες θεσμικές, κρατικές, κλπ.

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, μικρό αποτροπιαστικό

994391_571439359592549_439586593_n

Μικρή καταγγελία-αποτροπιασμός για μια ακόμα φασιστική, κρατική δολοφονία

όλα γίνονται πλοία
που δεν φτάνουν σε λιμάνια
αλλά βυθίζονται
σε πλωτές κάμαρες
σε αποβάθρες γεμάτες πραιτωριανούς
και αποφάγια κρατικών
μυσταγωγιών

Νάνος Βαλαωρίτης, Τροία


Στη μνήμη των πνιγμένων σε μια ακόμα κρατική δολοφονία

Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι
κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν-
όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν.
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,
καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν.
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν.
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.

Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.

Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα.
‘Οταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,
Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!

(Από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα Ι (1944-1964)”