Philip Levine, Τελευταία λόγια / Last Words

on+the+road2

Αν το παπούτσι έπεφτε από το άλλο πόδι
ποιός θα τ’ άκουγε; Αν η πόρτα
άνοιγε σε ένα άθικτο σκοτάδι
και δεν ήταν όνειρο; Αν η ζωή σου
τέλειωνε με τον τρόπο που ένα βιβλίο τελειώνει
με μισή λευκή σελίδα και τους επιζώντες
να έχουν πάει μακριά στην Αφρική ή στην τρέλα;
Αν η ζωή μου τέλειωνε αργά την άνοιξη
του 1964 ενώ περπάταγα μονάχος
κατηφορίζοντας πίσω τον δρόμο του βουνού;
Τραγουδάω ένα παλιό τραγούδι στον εαυτό μου. Μελετάω
τον τρόπο που το χιόνι παραμένει, γκρίζο
και υγρό, στις βαθιούς ίσκιους των ελάτων.
Αναρωτιέμαι αν το ποδήλατο είναι ασφαλές κρυμμένο
πίσω ακριβώς απ’ τον αυτοκινητόδρομο. Ευθεία μπροστά
ο δρόμος, μαύρος και στριφογυριστός, σβήνει
μακριά, και υπάρχει μια κοιλάδα όπου
έζησα τη μισή μου τη ζωή, απόκοσμη
και ήσυχη. Αναστενάζω με ευγνωμοσύνη,
και τότε αισθάνομαι ένα πόνο παράξενο να ανεβαίνει
από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου,
και τα μάτια μου μαυρίζουν. Λυγίζω προς τα μπρος
και βάζω τις παλάμες μου σε κάτι που είναι σκληρό,
την μαύρη άσφαλτο ή ένα χωράφι καλαμιών,
και η κίνηση είναι αυτή του μετανοημένου
ακριβώς πριν να σταθεί στο πλήρες ύψος του
με τη γνώση της τεραστιότητάς του.
Για εκείνη τη στιγμή που θα επιζήσει
το κάψιμο όλων των μικρών πουγκιών
του λίπους και του λαδιού που είναι η ψυχή,
εγώ είμαι η ψυχή που τεντώνεται
ως την απώτατη εμβέλεια των δαχτύλων μου
και παραπέρα, λάμποντας σαν δέκα κεριά
στο θησαυροφυλάκιο της νύχτας για τον καθέναν
που μπορούσε να δει, ακόμα κι αν είναι
12:40 το απόγευμα κι εγώ
έχω περάσει απ’ το σκοτάδι στο φως του ήλιου
τόσο έντονο που ο ιδρώτας ρέει προς τα κάτω
μες στα μάτια μου. Δεν σηκώθηκα.
Ένας αέρας ή ένα ζώο αδέσποτο ή μια ομάδα
από παιδιά με έσυρε στο πλάι
του δρόμου και με γύρισε απ’ την άλλη
ώστε τα ανοιχτά μου μάτια να πλημμυρίσουν ουρανό.
Τα ρούχα μου βάλθηκαν να γλιστρούν κάτω
τον δρόμο χωρίς εμένα, αεροστατώντας
μακριά σε κάθε σχήμα, ζαλισμένα
με την απελευθέρωση. Τα νομίσματα, τα δαχτυλίδια μου,
τα κλειδιά του σπιτιού μου θρυμματίστηκαν
όπως ο πάγος κι έπεσαν μέσα στου βουνού
τ’ αγκάθια και γρασίδια, μικρά λαμπερά σημεία
που σε κάνουν να νομίζεις πως είναι μαγεία
σε καθετί που βλέπεις. Όχι, δεν
μπορεί, λες, γιατί κάποιος σου μιλάει
ήρεμα με μια φωνή που ξέρεις.
Κάποιος ζωντανός και σίγουρος έχει αποθέσει
καθένα από αυτά τα λόγια ακριβώς
όπως τα θέλει στη σελίδα.
Έζησες μέσα σε χρόνια
άρνησης, δημόσιων ψεμάτων, θανάτου
που πέφτει σαν το χιόνι σε όποιο κεφάλι
επιλέξει. Δεν είσαι παιδί.
Ξέρεις τ’ αληθινό. Είμαι
εδώ, όπως ήμουν πάντα, πιστός
σε μια ανάγκη να μιλάω ακόμα κι όταν όλο κι όλο
που ακούς είναι ένα ελαφρύ ρεύμα αγέρα
που γαργαλάει το αυτί σου. Ίσως.
Κι αν όμως αυτή η ξεραμένη δέσμη
φύλλων και βρωμιάς δεν ήτανε βρωμιά
και φύλλα αλλά η ξοδεμένη ψίχα
μίας πεθυμιάς να είσαι ανθρώπινος; Σταμάτα το αμάξι,
σβήσε τη μηχανή, και στάσου
στη σιωπή πάνω από τη ζωή σου. Δες
πώς τα καθρεφτάκια στο γρασίδι φλέγουν, πώς
ένας άνεμος ανεβαίνει την πλαγιά του λόφου
σταθερά προς τα εσένα ώσπου ξεχύνεται
μέσα στ’ αυτιά σου σαν ανάσα που έρχεται
και φεύγει, απαλλαγμένη απ’ τη δουλεία της
στο αίμα ή στα λόγια και αρνιώντας τίποτα.

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.                                                      
Continue reading

Χάρης Μελιτάς, Έκλαμψη

kingnude_414x290

Την ώρα της παρέλασης της ίλης
-στιγμές πριν πέσουν τ’ άλογα στη μάχη-
συνέβη κάτι αλλόκοτο στην ιστορία.
Ο βασιλιάς είναι γυμνός
φώναξε ένα αγόρι, διακόπτοντας
το παραμύθι που δυνάστευε τον κόσμο.

Πρώτη φορά στα χρονικά και τελευταία.
Έκτοτε κάθε βασιλιάς πήρε τα μέτρα του.
Μοίρασε μαύρα ματογυάλια στα παιδιά
για το καλό τους, είπαν οι εχέφρονες.
Να πολεμούν υπό σκιάν ανελλιπώς
και να μη βλέπουν αστραπές στις παρελάσεις.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2012.

Idea Vilarino, Είσαι μόνος, κι εσύ…

ad5a76a0fc0141862a90646536a0dd85

Είσαι μόνος, κι εσύ.
Εγώ δεν αγγίζω τη ζωή σου, τη μοναξιά σου, το μέτωπό σου,
εγώ δεν είμαι στις νύχτες σου παρά λίμνη, ποτό,
πιο πολύ ακόμα από μια λίμνη βαθειά
από όπου μπορείς να πιεις και με τα μάτια κλειστά ακόμα,
ξεχασμένος.
Για σένα είμαι σαν ένα ακόμα σκοτάδι, άλλη μια νύχτα,
προκαταβολή θανάτου
που φτάνει μια μέρα κρύα κι ο άνθρωπος περιμένει, αναμένει
και φτάνει κι εκείνος παραδίδεται στη νύχτα, σε ένα στόμα,
κι η απόλυτη η λήθη τον τυφλώνει, τον εξοντώνει.

Δίχως όρια η νύχτα,
διάφανη, ξάγρυπνη, μόνη,
αποζητά τον έρωτα, άγγελο της κάθε πράξης…

Μόνος είσαι, το ίδιο.
Εκστατικός, ουράνιος, περιπαικτικός, ψυχανεμισμένος,
παραδώσου στη στιγμή.

*Από τα “Δεκατέσσερα Ποιήματα”.Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

Σπύρος Μεϊμάρης, Όλα Εκείνα που Πέρασαν

1546059_1451067675112839_880173621_n

Όλα εκείνα που πέρασαν,
Όλες εκείνες οι περασμένες στιγμές,
που τώρα ανασύρω πονεμένα απ’ το βάθος.
Οι εικόνες που μου ανοιγοκλείνουν το μάτι
στο ξαφνικό άγγιγμα μιας νοσταλγικής μουσικής.
Εκείνα τα κενά που εμφανίζονται απ’ το πουθενά.
Η καρδιά μου δονείται παράξενα όταν κοιτάζω μέσα.
Τόσα χρόνια παίζω αυτό το συναρπαστικό παιχνίδι
που με αναζωογονεί και μου προσφέρει ανεκτίμητα δώρα.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Δημήτης Ψαλλίδας, Από το “Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή”

1381315_1420572068166090_1200189925_n

III

Από μικρός μου άρεζαν
οι βιωματικές ιστορίες.
Αυτές,
που γίνεσαι πρωταγωνιστής,
όσο κρατά το διάλλειμα,
και μόλις επιστρέψεις
στον χείμαρο των στιγμών,
είσαι αλλαγμένος
-όχι στη διάθεση μονάχα-
μέσα σου πάνω απ’ όλα.

Μια φλόγα ζεσταίνει την καρδιά
και καρτερείς,
με μάτια διάπλατα από χαρα,
και προσμονείς,
σαν το μικρό παιδί μπροστά σε τούρτα,
να σου δωθεί η αφορμή,
πράξη να κάνεις
όσα έχεις μάθει.

Έτσι και με την ιστορία.
Υπάρχουν τόσοι τρόποι
να μάθεις τα συμβάντα,
μα έναν μονάχα αγάπησα.
Αυτόν που γίνεσαι κομμάτι της
και βγάζεις τα συμπεράσματα σου.

Νιώθεις
τη θλίψη,
τη χαρά,
στον όλεθρο του άθους πνίγεσαι
και στης εξέλιξης το τρένο
ψάχνεις εισητήριο.

Κακά τα ψέματα,
απ’ τις πηγές
μαθαίνεις την αλήθεια.

Dimitris Troaditis, huitième moment

paraimithia-gia-paidia-photo-sxima-stagonas-vroxis

*Γαλλική μετάφραση του ποιήματός μου “στιγμή όγδοη” που συμπερλαμβάνεται στη συλλογή μου “υπολήψεις – απόπειρες”. Ευχαριστώ ολόθερμα την ποιήτρια και φίλη Nanja Noterdaeme που το πρότεινε για μετάφραση, όπως επίσης ευχαριστώ ολόθερμα και τον μεταφραστή Vincent Barras.

jetons un peu de mer
dans le ciel
pour que le monde soit un
une petite goutte de pluie
c’est une petite étincelle
de révolte
quelque chose comme une petite faute
qui renferme
tous les plans quinquennaux
de notre œuvre
future

στιγμή όγδοη

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

Ζακ Πρεβέρ, Για σένα αγάπη μου

images

Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

Κώστας Σοφιανός, Ποίημα του 1945

big-G20_blood_on_road

Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
ελαύνεται εις πάθος,
φταίνε οι τόνοι της “Ποιμενικής”
(για ό,τι γράφω, γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής…)

Φθηνές, εσθήτες, λιλιά, λοφία
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές – γαλόνι
Πρώτες σειρές
συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
“μα τι σας φταίει η κοινωνία;”

τα σπίρτα κρύβω –

πρέπει να στρίβω

με υποπτεύονται για αναρχία.

*Δημοσίευση περιοδικό “Ήχος +Hi Fi”, Νο 77, Αύγουστος 1979. Αναδημοσίευση “Κοινωνική Αρμονία” Νο 29, 1/2009, από όπου και το πήραμε.

Alejandra Pizarnik, Εξορία

1238120_10203045703729596_1495396128_n

Στον Raúl Gustavo Aguirre

Αυτή η μανία να με νομίζω άγγελο
δίχως ηλικία,
δίχως ένα θάνατο που να μπορώ να ζήσω,
δίχως συμπόνια για τ’ όνομά μου
μήτε γι’ αυτά τα κόκκαλα που περιφέρονται και κλαίνε.
Και ποιος δεν έχει μια αγάπη;
Και ποιος δεν χαίρεται ανάμεσα σε παπαρούνες;
Και ποιος δεν κατέχει μια φωτιά, ένα θάνατο,
ένα φόβο, κάτι φρικτό,
κι ας είναι με πούπουλα
κι ας είναι με χαμόγελα;
Μοχθηρό παραλήρημα ν’ αγαπάς μια σκιά.
Η σκιά δεν πεθαίνει.
Κι η αγάπη μου
αγκαλιάζει μονάχα αυτό που ρέει
σαν λάβα κόλασης:
μια σιωπηρή στοά,
φαντάσματα σε γλυκιά διέγερση,
ιερείς από αφρό,
και πάν’ απ’ όλα αγγέλους,
αγγέλους ωραίους σαν μαχαίρια
που ανυψώνονται τη νύχτα
κι αφανίζουν την ελπίδα.

*Aπό την ποιητική συλλογή “Οι χαμένες περιπέτειες” (1958). Δεν ξέρουμε τον μεταφραστή. Όποιος τον ξέρει να μας ειδοποιήσει για προσθέσουμε το όνομά του εδώ.

=====================
Η Alejandra Pizarnik (Αλεχάντρα Πισάρνικ) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 29 Απριλίου του 1936 από γονείς μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη. Αποτελεί μια από τις εμβληματικότερες φιγούρες της λογοτεχνίας της Αργεντινής κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από μια βαθιά εσωστρέφεια και ένα λιτό αισθησιασμό όπου η κάθε λέξη αποκτά τη δική της οντότητα. Το 1958 εξέδωσε την τέταρτη ποιητική συλλογή της, Οι χαμένες περιπέτειες, από την οποία το ποίημα «Εξορία». Η συλλογή ποιημάτων, Δέντρο της Άρτεμης (1962), με πρόλογο του Οκτάβιο Πας, σηματοδότησε την ώριμη περίοδο της ποιητικής της καριέρας. Η Πισάρνικ αυτοκτόνησε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1972, παίρνοντας υπερβολική δόση ναρκωτικών.

**Ευχαριστίες στον Σούλη Θωμόπουλο που το ανάρτησε στη σελίδα του στο facebook.

Μαρία Θεοφιλάκου, O Mέλλοντας Tης Bροχής

%CE%BF+%CE%9C%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82

Μπροστά η σκιά των ημερών,
Με το ταμ ταμ, τα τύμπανά της, προμαντεύει
Την έχιδνα που κροταλίζει οmertà κουλουριασμένη,
Ενόσω αχαμνός καιρός ζυγιάζει τους αρμούς μας με το χώμα.
(Αίσθημα το κοινό ή παράδοξο μας οδηγεί στα χιόνια)

Ακολουθούμε την πομπή, φίλε, κουτρουβαλώντας.
Στα υγρά στενά, φολίδες απ’ ολισθηρές φωνές που σκορπιστήκαν,
Και οι άκληροι αυτόχειρες των στοιχισμένων δέντρων,
Λουστράρουν τα παπούτσια σου καθώς περνάμε.
(Πόσες στάλες του τίποτα αβάσταγα το τίποτα τρυπάνε)

Και πουθενά δεν κατοικεί ο ευγενής παλιάτσος των σπαρτών μας —
Δεν έχει πια δουλειά για κείνον σε γη χέρσα·
Άσπαρτες θε να μείνουνε οι απάτες
Που απορροφούν, με γλώσσες μπαμπακένιες,
Αυτό το υδρόφιλο κακό που δε σ’ αφήνει.
(Κρύψου παλιάτσο μου βαθιά μες στα φτωχά μας στήθη)

Το μολυβί, ακέριο του το βάρος θα φορτώσει
Στα ρείθρα — στις υδρορροές,
Στις τρύπιες μας ημέρες—
Κι έχουμε ανάγκη στα σκιερά μια κάποια διωρία,
Προτού μέσα στα όμβρια να βουτηχτούμε φέτος.
(Δεν έχει άνωση τούτος ο χαλασμός να μας σηκώσει)

Κράτα μια ανάσα·
Να σκύψει το παχύ του γένι ο Μέλλοντας πάνω στην πολιτεία,
Να βρούμε από πού έρχεται τούτη η υγρασία·
Ψηλά ή χάμω τελικά
Τινάζονται τα υδαρή πανιά του άρρητου πόνου,
Κοντά με τα ανθρώπινα ή τα πουλιά που πάνε.

*Πρώτη δημοσίευση περιοδικό “Το Παράθυρο”, Τεύχος Σεπτεμβρίου 2011 (ένα ακόμα ζεστό «ευχαριστώ» στην Άννα Νιαράκη). Εμείς “δανειστήκαμε” το ποίημα και την εικόνα της ανάρτησης από εδώ: http://trenopoiisis.blogspot.gr/2012/12/maria-theofilakou.html