Ένο Αγκόλλι, Λίλυ

GUNS+voice

Λίλυ,
Τ’ όνομα σου ολόκληρο μια επανάληψη.
Σε ποιες στροφές μού άφησες το χέρι: της ζωής ή της ποίησης;
Λίλυ,
Πονέσαμε μαζί στο βροχερό Τόκυο,
συνήλθαμε από την πρέζα μια πορτογαλική πρωία,
και, πάν’ απ’ όλα, θυσιαστήκαμε ― ο ένας στο είδωλο του άλλου.
Λίλυ, Έχω ξεχάσει τους τρόπους του χαμού
κι οι έρωτές μου χάνονται στις διαφορές ωρών Σικάγο-Αθήνας.
Σε βρίσκω πυρακτωμένη στις νευρικές αντανακλάσεις και καταδύεσαι
βαρύθυμη εντός της ταυτοπροσωπίας μου.
Λίλυ,
Κρύψε για μια στιγμή το πρόσωπό σου να χαθώ.

Βάσος Γεώργας, Διάθεση ημέρας

Σύνθεση: Boris Mikhailov

Σύνθεση: Boris Mikhailov

έντονη η μυρωδιά
της λύπης που με λυγίζει
σαν σκουριασμένο μέταλλο
στέρεψε το επιτραπέζιο
ανθρακούχο νερό
βασίλεψε η σαθρή γλυκύτητα
και τα σερμπέτια της ανατολής
 
απο κοντά και
η δίψα και η θερμοκρασία
της διακεκαυμένης ζώνης
ακριβώς όπως το πρόβλεψαν
σεμνοί κι ασήμαντοι ποιητές
και τυφλοί διάκονοι
σε μαντεία
 
στις εκβολές της σκέψης μου
λιμνάζει η ακινησία
ενός ταπεινωμένου κόσμου
που απογοητευμένος
ρίχνει άγκυρα
στην άβυσσο του σκοταδιού
 
σαν νεοσύλλεκτος
στυλίτης ασκητής
στα βάθη της καυτής ερήμου
μουδιασμένος από την εσωστρέφεια
και μια πρωτόγνωρη ακεφιά
βαριανασαίνω κι αναρωτιέμαι
τι να γίνεται εκείνος ο παλιόφιλος
ο προφήτης Ιωνάς
σε ποια κοιλιά φάλαινας
να έχει βολευτεί κι ονειρεύεται
τεχνητούς παράδεισους;
 
 
 
 
artwork :  Boris Mikhailov

*Από το http://bibliotheque.gr/?p=36229

Γιώργος Σαραντάρης, ένας ποιητής της βαθιάς υπαρξιακής μοναξιάς…

σαραντάρης

Δεν είχε ιδιαίτερες παρέες ο Γιώργος Σαραντάρης , ήταν κλειστό άτομο, και κατά την διάρκεια των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, βίωσε μια πιεστική μοναξιά, που απέδωσε μ’ ένα χαρακτηριστικό ποίημα στην συλλογή ”Αιώνες”… 

I.

μακριά από την κοσμογονία με παράτησαν μοναχό
σαν πτώμα, ή χτήνος
και περάσαν οι μέρες πάνω μου
στάχτη φέρνοντας και καπνό.
Περνούσαν κι’ απ’ τον ύπνο όπου επνιγώμουνα,
έβλεπα τα θολά τραγούδια,
τα δάκρυα που είχαν γίνει ουρανός,
και την σιωπή του χρόνου…

II. 

Τι έμεινε από το έργο του Καβάφη; 
Κάτι σαν κυπαρίσσι.
Τι μένει από τα ολοζώντανα φιλιά του Γρυπάρη;
Mένουμε ίσως εμείς, 
οι ακοίμητες νύμφες του Ιονίου Πελάγους. Εμείς, ο Κάλβος 

Continue reading

Siobhan Hodge Reviews Vanessa Page’s Confessional Box

Vanessa_Page

Confessional Box by Vanessa Page
Walleah Press, 2013

Australian poet Vanessa Page’s latest collection, Confessional Box, is equal parts personal and critical, examining emotional relationships with a terse, engaging style. As the title suggests, there is a strongly self-aware element to Confessional Box. The poems are relatively open, encompassing a range of points of view and personas, but these are not wholly simple reflections of human relationships. Rather, Page presents a series of evolving sections, embellishing on memories and balancing broader criticisms against more personally orientated notions of access and invitation.

In an interview discussing the collection, Vanessa Page alludes to personal experiences and observations as sources of inspiration, implementing memories into different settings in order to create adaptable, relatable fictions. In this sense, the collection is highly effective. As the title indicates, there is an overarching focus on ‘unpacking’ memories and perceptions, but unlike a conventional confessional box, Page’s collection is not exclusive or exclusionary. However, it is certainly not a passive receptacle, nor are Page’s speakers demure confidantes. Page relishes familial settings and romantic encounters between her speakers, but connections are often fraught with what has been left unsaid, metaphorically and literally distanced by a range of imageries.

In ‘Wife’, a poem strongly reminiscent of Gwen Harwood’s ‘In the Park’, Page’s speaker shies from a perceived threat of depersonalisation:

You see her down the street with the kids
wedge heels and plastic bag hands

three caricatures fleshed out
in a sudden domestic sketch

your heart snaps like a snare drum
as you hesitate; a mid-thrum cicada

tail lights warning you back.

Continue reading

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εξηκοστό Τρίτο

1459913_3643025210451_1031426871_n

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«Προσευχηθείτε, τετράποδες ασχήμιες,
παιδιά των κάτω άκρων,
λάθη των ψεύτικων αιμάτων· ο θεός σας
ακούει τα πάντα. Ο νεκρός
θεός σας ξέρει πως ο Ουίλιαμ Γουντ
ήταν επτά ετών και δέκα μηνών
όταν ξεκίνησε να εργάζεται – ο Ουίλιαμ Γουντ
εργάστηκε για την έλικα του θεού σας:
κλώνος θεού ο θεός σας – πράγμα
που σημαίνει πως αν οι νεκροί συνεχίζουν
να παρουσιάζουν δυσπεψία, ηπατικές
και νεφρικές διαταραχές και ρευματισμούς
είναι επειδή δεν υπήρξαν ποτέ ζωντανοί –
ας πούμε όπως ένα εφήμερο -έστω- γατί
που κουβεντιάζει με τον σοφό ασβέστη
και το έμπειρο ξύλο στον βυθό της δροσιάς…
Σπουδαίο καύσιμο, ο θεός σας!»
Η βροχή δυνάμωσε· το κατάμαυρο νερό,
που ξεδιψούσε υποταγή τον λάκκο του, τον σκέπαζε
ταχύτατα. Δεν πρόλαβε να πει:
«Θα επιστρέψω. Το δίχως άλλο θα επιστρέψω
με νύχια και με δόντια. Συνιστώ
να στήσετε το σώμα μου όρθιο στην είσοδο ναού
να εξορύξετε το πλουτοφόρο κοίτασμα της καρδιάς μου,
το εύφλεκτο κοίτασμα της καρδιάς μου,
την καρδιά μου…»

Continue reading

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Στιγμιόγραφο

1475783_620571687984054_1714313177_n

ΕΦΥΜΝΙΟ

— Η λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου
σε ράφι αστού λακαριστό
άκοπο ελεγείο
ένα αστείο παρακμής
σε κάποιο μπαρ ώρα αιχμής
με ξώπλατα και τατουάζ ηθοποιός-γκαρσόνα
είναι σκυλί που αλυχτά μες σε στρατώνα

η λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου
σταυρόλεξο σε κατάστρωμα, βιοσοφία τσέπης
σ’ ένα υγρό λιθόστρωτο αρχοντικός επαίτης
νυχτερινή περπατησιά, σύνορο της ματιάς σου
μια μαγιάτικη πηγή να ξεδιψά η χαρά σου


ΝΕΑΠΟΛΗ


Μέσα από ιτιές κελαρυστά
χρόνια νερά μελαχρινά
τα μάτια της μητέρας

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ


Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής
είσαι πενήντα ετών
αύριο
έχεις
σχολείο

ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ


Σπασμένα αντίο στους υπνόσακους
εσύ η μελαμψή μου ανταμοιβή
εσύ το άγριο κύμα

ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΟ


Είχε ως νέος ποιητής πλαγιοβαδίσει
με τα γενναία πνεύματα της εποχής

έκτοτε έγραψε πολλές κριτικές

MARGINALIA

Ώρα να κλείσω το βιβλίο

την ιστορία μας
σα να’ τανε προφορική
από το στόμα ως το φιλί
ν’ αποσιωπήσω

*Εκδ. Πλανόδιον, 2011. Αναημοσίευση από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/

Μιχαήλ Μήτρας, Διακριτικές μεταβολές

mitras

παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία παρουσία απουσία
απουσία απουσία απουσία
παρουσία παρουσία απουσία
παρουσία απουσία απουσία
παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία απουσία απουσία
απουσία απουσία απουσία
παρουσία απουσία απουσία
απουσία απουσία
απουσία
απουσία

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εδώ

1689260_677477322293542_416993633_n

Δύο εβδομάδες μετά το ατύχημα
ο μπαμπάς κι η μαμά
μπορούσαν να με κοιτάξουν, φευγαλέα, στα μάτια.

Μια μέρα,
ενώ η τηλεόραση έπαιζε το νέο κλιπ ενός ράπερ,
η μαμά κι ο μπαμπάς φαινόντουσαν χαρούμενοι.

Μου έλεγαν για το λυκόσκυλο μας που φοβόταν να μπει στο τζιπ
και γελούσαν, και μου έδειχναν φωτογραφίες απ’ το συμβάν
και εγώ τους άκουγα προσεχτικά, και όταν τελείωσαν
τους ευχαρίστησα για τα πάντα
τους είπα πως είναι οι καλύτεροι γονείς που θα μπορούσα να έχω
και τους ζήτησα να με σκοτώσουν.

Η παύση ήταν αναμενόμενη.
Η έκφραση στα πρόσωπά τους,
σαν να προσπαθούσαν ήδη να ξεχάσουν
αυτό που μόλις άκουσαν,
ήταν αναμενόμενη.

Εκμεταλλεύτηκα την παύση.
Τους εξήγησα πως θα το έκανα εγώ
αν μπορούσα να κουνήσω έστω ένα δάχτυλο
πως έχω προσπαθήσει να κρατήσω την αναπνοή μου

αλλά το ηλίθιο σώμα μου δεν μ’ αφήνει
κάθε φορά
κάθε
φορά
το σώμα μου θ’ αναπνεύσει στο τέλος
ηλίθιο
γαμημένο
σώμα

πως έχω προσπαθήσει να κρατήσω την αναπνοή μου
αλλά δεν τα καταφέρνω.

Τους είπα, επίσης,
πως σίγουρα θα υπάρχουν sites
που θα γράφουν για το πώς μπορεί να γίνει
και πως δεν χρειάζεται άλλωστε να το κάνουν αυτοί
γιατί υπάρχουν χώρες, κάτι τέτοιο είχα διαβάσει παλιά
που οι γιατροί το κάνουν για σένα
και μάλιστα ένας ηλικιωμένος είχε οργανώσει πάρτι πριν

ΣΚΑΣΕ.

Η δισύλλαβη εντολή του πατέρα μου διακόπτει τον ειρμό μου.

Η μητέρα μου κλαίει.
Τώρα κι ο πατέρας μου κλαίει.

Από δω και πέρα
ο χρόνος χάνεται
με ξεγελάει.

Ο πατέρας μου με κοιτάζει σαν να τους είχα χτυπήσει
σε μια προηγούμενη ζωή
και μου απαριθμεί τις θυσίες τους
αλλά έγινε χθες αυτό;

Όχι, πρέπει να έχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε.

Έχω μπερδευτεί λίγο, συγνώμη.

Η Νάντια είναι καλά,
αν και δεν με κοιτάζει πια στα μάτια.
Κρίμα, αφού για τα μάτια της την ερωτεύτηκα.
Για τα μάτια της και το χαμόγελο της·
μα και το χαμόγελο της δεν είναι πια το ίδιο.

Μου διαβάζει τη Θεία Κωμωδία στα ιταλικά
και στο πέμπτο canto του Inferno
προσπαθώ να γευτώ τη χώρα
ανάμεσα στον ώμο και τον λαιμό της·
να γευτώ τις λέξεις που διαβάζει
την ποίηση ολόκληρη
τον Θεό.

Όμως είναι πολύ μακριά
και τα χέρια μου δεν μπορούν να τη φέρουν εδώ.

Όταν ο Δάντης καταφέρνει να δει τ’ αστέρια
της ζητάω να με σκοτώσει.
Και ακολουθεί η παύση.
Και ακολουθεί το κλάμα:
Δάκρυα που θα έπρεπε να κυλάνε
στο δικό μου δέρμα.

Πάει καιρός πια.
Πού να βρίσκεται σήμερα η Νάντια;
Νόμιζα ότι μου μιλούσε πριν
αλλά ήταν η τηλεόραση.

Προσπαθώ να σταματήσω την καρδιά μου.
Όλη μου η ύπαρξη
βρίσκεται ανάμεσα στους χτύπους
και προσπαθώ να τεντωθώ, ν’ απλωθώ
ανάμεσα στους χτύπους
και να σταματήσω τους χτύπους
για πάντα.

Κάποιες φορές, αισθάνομαι πως τα έχω καταφέρει
πως ο επόμενος χτύπος δεν θα έρθει
και τότε ο χτύπος έρχεται
και δεν καταλαβαίνω
γιατί δεν σου επιτρέπουν να σταματήσεις την καρδιά σου.

Άλλες φορές, προσπαθώ να γίνω κάποιος άλλος.
Εκείνες τις φορές, πιστεύω πως μπορώ να γίνω κάποιος άλλος.

Και γίνομαι η Νάντια
όχι, γίνομαι ο άντρας που γεύεται τις λέξεις της Νάντιας
και γίνομαι το λυκόσκυλο που φοβάται να μπει στο αμάξι
και γίνομαι μια ψυχή που διαβάζει ένα ποίημα
ένα ποίημα που εξιστορεί μια κόλαση
μια κόλαση για την οποία η ψυχή διαβάζει, μα δεν βιώνει.

Τώρα, ως η ψυχή που διαβάζει, φτάνω στο τέλος του ποιήματος.
Είναι μονάχα ένα ποίημα που διαβάζω. Δεν είμαι εδώ.
Ναι, δεν είμαι εδώ. Δεν είμαι εδώ.

Να, το ποίημα βρίσκεται μπροστά μου.
Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω κάτι όμορφο. Θέλω να το αγγίξω.
Αφήνω το ποίημα μόνο του, δεν με χρειάζεται πια.

Αγγίζω ό,τι άγγιξε τα μάτια μου.

Θυμάμαι.
Θυμάσαι.

*

Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com

Μανώλης Αλυγιζάκης, Σωσίας / Double

10013138_10152119720724272_1720442438_n

Σίγουρα δεν ήμουνα εγώ
που έτρεχα χθες βράδυ στο προάστιο
με το πουκάμισο ολάνοιχτο
σαν ξεχασμένη ευσπλαχνία
με την καρδιά περιφραγμένη
στο γαλανό του αιθέρα λιόγερμα
σαν όνειρο που ξέχασε από πού ήρθε
δεν ήμουνα εγώ αλλά ο σωσίας μου
μες το σακκίδιο που έκρυβε
παλιά φωτογραφία δυο αστεριών
που κολυμπούσαν στο λιμνάκι
δίδυμα πρόσωπα ματιά μες στον καθρέφτη
κι εκεί μια στάλα παραπέρα
στεκόσουν εσύ και με παρώτρυνες
στην αγκαλιά σου να λουφάξω
τοn κόπο μου να ξεκουράσω
μα `γώ κρατούσα πάνω μου σφιχτά
εκείνο το μικρό το αντικλείδι
έτοιμος να το βάλω στην οπή
ν’ ανοίξω σαν τραντάφυλλο τον κόσμο

DOUBLE

Certainly it wasn’t I who
last night jogged amid
the suburb houses
with my shirt unbuttoned
like forgotten piety
with my heart encompassed
by the auspices
of the orange dusk
a dream forgetful of its origin
it wasn’t I but my double
who in his bag had hidden
old picture of two stars
swimming in a crystal pond
twin faces, one mirror’s glance
and further on: a single drop
you stood coaching me
to hide in your arms
my tiredness to release though
I tightly held the little master key
ready to place it in the hole and
open the world like a bloomed rose

*Από τη συλλογή Ϊερόδουλκες”, εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, Φθινόπωρο 2014.
**Από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://authormanolis.wordpress.com

“Σοδειά” Νο 19

τχ.19a

Κυκλοφόρησε το τεύχος 19 [Μάρτιος-Μάϊος 2014] του εξαίρετου λογοτεχνικού περιοδικού “Σοδειά”

Τα περιεχόμενα του τεύχους αυτού έχουν ως ακολούθως:

04 [ΘΕΣΗ] Θέλει τρόπο! Του Δημήτρη Δικαίου  (άρθρο)
05 [ΠΕΖΟ] Στον άνθρωπό μου Της Κ.Π. Δασκάλου (πεζό)
06 [ΘΕΑΤΡΟ] Τόμας Όστερμαϊερ Του Κορνήλιου Ρουσάκη
09 [ΑΓΡΑΝΑΠΑΥΣΗ] Επιχειρηματίας Εκλογών από το Ζιζάνιο
10 [ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ] Φρανσουά Τρυφώ Του Γιώργου Ρούσσου
13 [ΠΕΖΟ] Ο σταθμός του χρόνου Του Βασίλη Μίχου
14 [ΔΙΗΓΗΜΑ] Ανώφελα δένδρα Της Κασσάνδρας Αλογοσκούφη
16 [ΔΙΗΓΗΜΑ] Σημάδια Του Μπάμπη Γαντζούδη
18 [ΔΙΗΓΗΜΑ] Το μυστήριο μέρος Του Κυριάκου Χαλκόπουλου
20 [ΔΙΗΓΗΜΑ] Με λυγμό Της Δήμητρας Αναστασιάδη
23 [ΠΕΖΟ] Φόβος λευκής σελίδας Του Γεώργιου Αμπατζίδη
24 [ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ] Η χωματερή μέσα στο κεφάλι μας ~ Dan Clark Της Ισαβέλλας Μήτρου
25 [ΠEZOΠΟΙΗΣΗ] Η Μνήμη (Δίστομο 1944) Της Ελένης Αλεξίου
26 [ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ] Αχιλλέας Κατσαρός ~ Γρηγόρης Σακαλής ~ Μαρία Ροδοπούλου ~ Βάιος Νικιώτης ~ Παναγιώτης Κώστογλου ~ Στρατής Παρέλης ~ Γιώργος Τζαβλάκης ~ Σωτήρης Αγαπάκης ~ Νίκος Τσαγκανέλιας_
31 [ΒΙΒΛΙΟ – ΝΕΕΣ ΑΦΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΟΔΕΙΑ]*
Ευσταθία Δήμου [Στη σπορά των αστεριών] – εκδ. Ευθύνη
Αχιλλέας Κατσαρός [Ιχνηλάτες Ανέμων] – Αυτοέκδοση

*ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ: η γνωστοποίηση του εκδοτικού υλικού στη σελ.31 (βιβλία που λαμβάνουμε από τους συγγραφείς) γίνεται άνευ χρηματικής επιβάρυνσης του λογοτέχνη. Πληροφοριακά αναφέρουμε πως, τα έντυπα περιοδικά (με ή και χωρίς αντίτιμο) επιβαρύνουν οικονομικά το Συγγραφέα για τη γνωστοποίηση του βιβλίου του (εξώφυλλο έκδοσης) από 30 έως 50 ευρώ. Στεκόμαστε σ’ αυτό διότι πρέπει να τονιστούν και γνωστοποιηθούν στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, οι διαφορετικές παράμετροι που χαρακτηρίζουν τη φυλή των δωρεάν εντύπων. Η ιδιότυπη εκδοτική φόρμα ΣΟΔΕΙΑ [συγκομιδή γραμμάτων και τεχνών] είναι δωρεάν για αναγνώστες και λογοτέχνες από το 2009, δίχως ψιλά γράμματα.