*Ted Joans was born on July 4, 1928 on a riverboat in Cairo, Illinois. His father, a riverboat entertainer, put him off the boat in Memphis at age twelve and gave him a trumpet. He is a painter, a trumpeter, and a jazz poet. His jazz poems are collected in a book called “Black Pow-Wow.” He earned a degree in Fine Arts from Indiana University, and in 1951 joined “the Bohemia of Greenwich Village, USA.” He has since recited his poems in coffeehouses in New York and in the middle of Saraha Desert to bookstores such as Recollection Used Books in Seattle. He has lived in Harlem, New York, Bloomington, Indiana, Haarlem, the Netherlands, and even Timbuktu. He presently resides in Seattle.
His books include:
• Funky Jazz Poems
• Beat Poems
• All of T.J. and No More
• The Truth
• The Hipsters (a book of collages)
• Afrodisia
• A Black Pow Wow of Jazz Poems
• Double Trouble
thalia, 63 Pitt St.
In the Atheneon Club
the gamblers are still at it
at £5 an opening. It’s Saturday morning
the butcher and the green grocer are
dressing their shop windows.
the delicatessen is sweeping the pavement.
But upstairs the room is filled with
smoke and concentration. The cleaner goes about his work quietly
not to disturb the gamblers.
There’s a knock at the front door.
A woman enters with two children
-one in her arm, the other holding her hand.
She asks to see the Boss or Arthur
but “He’s Not In”.
She heads for the gambling-table behind the curtain.
The cleaner is puzzled attempts to bar her way.
The woman knocks on the door-panel ..walks in..
“Who wants a woman for £10”
and immediately ripppps-off her blouse with her
free arm, -exposing her naked breasts
“Don’t be ashamed come with me I need the money
to feed my kids they haven’t had milk for 2 days”.
The Boss grabbbs her hand takes her clothes
and gives her £20 to get out.
Her husband stands up -white from embarrassment.
She spits on him.
He staggers back his chin trembling.
The cleaner leans on the mop, open-mouthed
staring at the woman as she walks out
with her two crying children.
*This poem was read at Saloni Mediterranean, in Melbourne, March 18, 1999, and is published in New & Selected Poems.
**Thalia. Born in Katerini, Greece: a ’52 baby. Migrated to Australia in ’54.Grew up, and Worked in, sly grog & gambling cafes – Kafenia, in Melbourne. Also worked as a typist/secretary. Started writing lexikon and visual poetry in ’72.Publications: Has been published in various magazines and anthologies within Australia, and overseas.
Has read in: Prisons. Pubs. Libraries. Schools. Concerts. Strikes. Gatherings. ABC & community radio stations. Folk clubs & festivals in cities and towns. A co-editor of 9.2.5 – a mag of poetry for the workers by the workers, about the workers’ work. A founding member of the Poets’ Union of Australia. Has published: New & Selected Poems printed by Collective Effort Press. 1998. Interplay a CD recording of Poetry, Songs & Music, with musician/composer Alan Musgrove. 1996. Night Flowers – A6 Books, No. 3. printed by Collective Effort Press. 1988.
Γιάννης Τόλιας, Τρία εικονοποιήματα
Jas H. Duke, Poets Are Not Good Lovers
Jacques Prévert, Les enfants qui s’aiment / Τα παιδιά που αγαπιούνται…
Τα παιδιά που αγαπιούνται, φιλιούνται όρθια,
ακουμπώντας στις πόρτες της νύχτας
Κι οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο.
Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
δεν τους νοιάζει κανένας
μόνο ο ίσκιος τους τρέμει
μέσα στη νύχτα
προκαλώντας θυμό στους διαβάτες
θυμό, περιφρόνηση, γέλιο και ζήλεια
τα παιδιά που αγαπιούνται
δεν τους νοιάζει κανένας
είναι πολύ πιο μακριά απ’ότι είν’ η νύχτα
πολύ πιο ψηλά απ’ ό,τι είν’ η μέρα
μέσα στην εκθαμβωτική φωτεινότητα
του πρώτου τους έρωτα
Les enfants qui s’aiment s’embrassent debout
Contre les portes de la nuit
Et les passants qui passent les désignent du doigt
Mais les enfants qui s’aiment
… Ne sont là pour personne
Et c’est seulement leur ombre
Qui tremble dans la nuit
Excitant la rage des passants
Leur rage, leur mépris, leurs rires et leur envie
Les enfants qui s’aiment ne sont là pour personne
Ils sont ailleurs bien plus loin que la nuit
Bien plus haut que le jour
Dans l’éblouissante clarté de leur premier amour
Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 571 (η βίδα)
απαγγελία: http://f.cl.ly/items/3G360f33283z313g3O2z/571.mp3
βραδιά,
βαπτισμένη
χωρίς όνομα,
με τη σκόνη,
να μαλώνει με τα δάκτυλα
του ανέμου
και άνθρωποι,
καμπουριασμένες ανάγκες,
μάτια να κουβαλούν,
αγκιστρωμένα
σε πέτρινες κόγχες:
περιστροφή
της βίδας,
ένα θέμα:
η δεσποτεία του αίματος,
να ρέει στο δέρμα
άφραγκων λέξεων:
καθρέπτες να λιάζονται
στο αρχαίο ήλιο του μεσονυχτίου:
οι ζωές τους,
από ποια μεριά;
το μοτίβο,
σάρκες σκληρές,
κρυμμένες,
στις άδειες τσέπες
φθηνών δωματίων,
διαπερνούν,
τους τσακισμένους χυμούς της ελπίδας:
φεγγάρια δαγκωμένα
με χάλκινα μουστάκια,
να τρίβονται,
σε νόστιμα αιδοία,
αξιοπεριφρόνητα,
ώ
βέβαια,
οι λέξεις της βελόνας,
να διαπερνούν τις γλώσσες,
μαρμάρινες,
κρυμμένες
σε στόματα πεταμένα,
σε πρόσωπα,
από γδαρμένους ίσκιους,
και οι άδειοι τοίχοι,
να προσελκύουν
νυχτοπούλια χλωμά:
το τέλος,
κι έγιναν όλα συντρίμμια,
έπεσε ο θεός
από τη ξεβιδωμένη
βίδα•
© ΑlexMil 12-03-2014
Γεωργία Τρούλη, Πριν εισέλθετε, βεβαιωθείτε (εκδ. Σαιξπηρικόν)
Anne Sexton, Το γυμνό κολύμπι
Στη νοτιοδυτική πλευρά του Κάπρι
βρήκαμε ένα μικρό άγνωστο άντρο,
άνθρωποι εκεί δεν υπήρχαν κι εμείς
εισήλθαμε εις βάθος
από τα σώματά μας αποβάλλοντας όλη
τη μοναξιά. Όλα τα ψάρια μέσα μας
είχαν για μια στιγμή αποδράσει.
Τ’ αληθινά ψάρια δεν τα ‘νοιαξε.
Τη ζωή τους, τη δική τους, δεν την ταράξαμε.
Συρθήκαμε ήρεμα από πάνω τους
και από κάτω τους, σκορπίζοντας
μπουρμπουλήθρες, μικρά λευκά
μπαλόνια που φεύγανε ψηλά
μέσα στον ήλιο από ‘να καράβι
όπου ο Ιταλός βαρκάρης αποκοιμήθηκε
με το καπέλο του να καλύπτει το πρόσωπο.
Νερό τόσο διάφανο, που από μέσα του
διαβάζεις βιβλίο.
Νερό με τόση άνωση,
να επιπλέεις με τον αγκώνα.
Ξαπλώνω επάνω του σαν σε ντιβάνι.
Ξαπλώνω επάνω του όπως
η Κόκκινη Οδαλίσκη του Ματίς.
Το νερό ήταν το αλλόκοτό μου άνθος.
Πρέπει να φαντάζεται κανείς μια γυναίκα
δίχως χιτώνα ή φουλάρι
σ’ ένα ανάκλιντρο βαθύ σαν τάφο. Οι τοίχοι του άντρου εκείνου
είχανε όλες τις αποχρώσεις του μπλε
και είπες «Κοίτα! Τα μάτια σου
έχουν το χρώμα της θάλασσας. Κοίτα! Τα μάτια σου
έχουν το χρώμα τ’ ουρανού». Και τα μάτια μου
σφαλίστηκαν σάμπως
ξάφνου ντροπιασμένα.
*Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου, εκδ. Μελάνι.
Wallas Stevens, Σχετικά με τη μοντέρνα ποίηση
Το ποίημα του νου στην πράξη της αναζήτησης
Αυτού που αρκεί. Δεν χρειάστηκε πάντα να το αναζητήσει:
Το σκηνικό είχε στηθεί· επαναλάμβανε
Ό,τι έγραφε το σενάριο.
Ύστερα το θέατρο εξελίχθηκε
Σε κάτι άλλο. Το παρελθόν του ήταν ένα σουβενίρ.
Πρέπει να ζει, να μάθει τη διάλεκτο του τόπου.
Πρέπει να αναμετρηθεί με τους άντρες της εποχής και να συναντήσει
Τις γυναίκες της εποχής. Πρέπει να συλλογιστεί τον πόλεμο
Και πρέπει να βρει ό,τι αρκεί. Πρέπει
Να στήσει μια νέα σκηνή. Πρέπει ν’ ανέβει σ’ αυτή τη σκηνή
Και, όπως ένας ακόρεστος ηθοποιός, αργά
Και στοχαστικά, να πει λόγια που στ’ αυτί,
Στο πιο λεπταίσθητο αυτί του νου, επαναλαμβάνουν,
Ακριβώς, αυτό που επιθυμεί ν’ ακούσει, που στο άκουσμά τους,
Ένα αόρατο ακροατήριο ακούει,
Όχι το έργο, αλλά τον εαυτό του, εκφρασμένο
Σαν αίσθημα δύο ανθρώπων, σαν δύο αισθήματα
Που γίνονται ένα. Ο ηθοποιός είναι
Ένας μεταφυσικός στο σκοτάδι, κρούοντας
Ένα όργανο, κρούοντας μια συρμάτινη χορδή
παράγοντας ήχους που διαπερνούν την απρόσμενη ευθύτητα,
Και περιέχουν απόλυτα τον νου· κάτω από αυτούς δεν μπορεί
Να καταδυθεί, πέρα απ’ αυτούς δεν θέλει να υψωθεί.
Πρέπει
Να είναι η αναζήτηση μιας ικανοποίησης, και ίσως
Να είναι ένας άντρας που παγοδρομεί, μια γυναίκα που χορεύει, μια γυναίκα
Που χτενίζεται. Το ποίημα της πράξης του νου.
1940
*Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
πηγή: http://ebooks.edu.gr/ Από το e-poema.eu
Dylan Thomas, Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.
Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν’ αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος











