Δημήτρης Τρωαδίτης, Από τις “απόπειρες ονείρων”

Natalia Sergeevna Goncharova, The Doomed Town (1914)

Natalia Sergeevna Goncharova, The Doomed Town (1914)

απόπειρα εικοστή πρώτη

στέκεις ακίνητος
κοιτώντας τα τρένα
που τρέχουν παράλληλα
με τους κόκκους της σκόνης
στα πνευμόνια σου
αλλόκοτη κι αυτή η τάση
να ξεγράφεις τα πάντα
και μετά
να καταβυθίζεσαι
σ’ ατέλειωτο ύπνο
έτσι που να
μην προφταίνεις
τα καυτά διαμάντια
της επόμενης μέρας

απόπειρα εικοστή δεύτερη

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

*Από τη συλλογή “υπολήψεις – απόπειρες”. Για να διαβάσετε ή κατεβάσετε τη συλλογή αυτή πηγαίνετε εδώ: http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738:test&catid=57:e-books&Itemid=66

Χρήστος Αρμάνδος Γκέζος, Η μόνη βεβαιότητα

Σύνθεση: Demonrat Granai

Σύνθεση: Demonrat Granai

Όλα θα κριθούν στο ρίξιμο της μιας ζαριάς:
αν θα με αγαπάς και αύριο
ή θα με ξεχάσεις με το πρώτο χάραμα,
αν θα κρατάς το μπράτσο μου στην αγκαλιά σου
ή θα το έχεις πετάξει στα σκουπίδια.
Τρέμω μήπως και ξυπνήσω ένα πρωί με
το κεφάλι μου κομμένο σε φέτες
πάνω στο κομοδίνο,
μήπως είσαι ακόμα δίπλα μου
και δεν μπορώ να σε αγγίξω.
Και μετά από μερικά χρόνια, ποιος ξέρει;
Ίσως είμαστε ο ένας για τον άλλον γραμματόσημα
σε έναν φάκελο που χάθηκε στον δρόμο,
ίσως ο κόσμος αυτός να είναι ένα γιογιό
που θα ‘χει αλλάξει χέρια.
Ο χρόνος καταργεί εξ ορισμού
τις βεβαιότητες.
Μόνο έναν αφήνει σίγουρο,
να περιμένει κάτω απ’ το κρεβάτι.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι Φόβοι”  εκδ. Πολύτροπον. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://eikonomageia.blogspot.gr/2014/03/blog-post_28.html

Πωλ Βερλαίν, Το Οικείο Μου Όνειρο

Βλέπω συχνά ένα παράξενο
όνειρο και συγκινητικό
Για μια γυναίκα άγνωστη
που μ’ αγαπά και που την αγαπώ
Και κάθε φορά δεν είναι εντελώς αυτή
Ούτε και κάποια άλλη,
που μ’ αγαπά και με κατανοεί

Με κατανοεί και η καρδιά μου η διαφανής
Μόνον χάρη σ’ αυτήν αλί!
Παύει να με στενοχωρεί
Μόνο χάρη σ’ αυτήν,
και το νοτισμένο μου μέτωπο το ωχρό,

Μόνον αυτή κλαίει και το δροσίζει.
Είναι ξανθιά, κοκκινομάλα
ή μελαχρινή;-το αγνοώ
Τ’ όνομά της;
Θυμάμαι είναι γλυκό και ηχηρό
Όπως εκείνων που εξόρισε η ζωή
Το βλέμμα της ίδιο με βλέμμα αγαλμάτων
Κι όσο για τη μακρινή, ήρεμη, βαριά της φωνή
Αλλάζει ο τόνος της καθώς
αλλάζει κι η φωνή αγαπημένων
Πού’ χουν από καιρό αποδημήσει

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη νύχτα

Η+«θεολογία+των+γεγονότων»+αντιμέτωπη+με+τα+«γεγονότα+της+ιστορίας»

Όπου νά ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της    
βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τί ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη    
μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα    
συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά της    
χαραυγής.
Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και είταν μονάχα δυό
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυό
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυό.                   

1947

*Από τα «Ποιήματα (1941-1974)», Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 28-29.

Κατερίνα Γώγου, Από το “Νόστος”

530923_411664625571446_1242330692_n

Εγώ, η Κατερίνα…
Κόρη του πατέρα μου Θάνατου – Ουρανού…
Και της γυναίκας του, μητέρας μου Ζωής – Γης…
Λιπόταχτη, ομογάλακτη αδελφή, της αδελφής μου Σελήνης…
Και με άνομο ζωοποιό έρωτα για τον υπέρλαμπρο αδελφό μου Ήλιο…
Χωρίς φόβο, γράφω αυτά…
Γιατί τον πατέρα μου Θάνατο, πιο πολύ από τη μητέρα μου ζωή
αγάπησα…
Και εκ φύσεως αιρετική, τη λογική αντέστρεψα…
Και με πίστη βαθιά πίστεψα, πως από τον πατέρα μου Θάνατο – Ουρανό αρχίζει η Ζωή…
Και πως τελειώνοντας, τότε μόνο θ’ αρχίσω…
Γι’ αυτό ο πατέρας μου, το πέρασμα με τους εφτά αγγέλους της μέρας και τους
εφτά αγγέλους της νύχτας μου έδειξε…
Πως από την ερημιά του πλήθους να βγαίνω…
Και στον ουρανό ξανά κάνοντας κίνηση κυκλικά ανοδικά πάντα να μπαίνω… Εγώ, η Κατερίνα…
Χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά…
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα…
Χωρίς να μ’΄ακουμπήσουνε, χωρίς να τ’ ακουμπήσω…

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο γενιές στην ποίησή μας

1__#$!@%!#__1797133_10152158392928446_1577847427_n-300x233

(από τον πρόλογο κριτικού βιβλίου ποίηση)

I

Οι Baby-boomers, η κατάρρευση και η ποίηση μας.
Απ’ τον Γκανά και τον Σιώτη στον Βλαβιανό και τον Παστάκα.
Μια συνοπτική αποτίμηση.
`
Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) απέναντι στην κρίση και τη διαχείριση της, αφού πρώτα προσέλαβαν την «παράδοση» ως «κραυγαλέα κακογουστιά προς πώληση στα καταστήματα των αεροδρομίων», την μεταμόρφωσαν και την αδρανοποίησαν από την ιστορική και την κοινωνική της λειτουργία, ώστε να την παραδώσουν απονευρωμένη προς χρήση σε μια μάζα που ενώ φέρει την κυρίαρχη ευθύνη είναι αυτή που πρώτα κατηγορεί και δακτυλοδείχνει.


Υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και κατ’ επέκταση από την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία. Επιπρόσθετα αφελέστατα και λανθασμένα στην καθυστερημένη αστικοποίηση τους, ως γενιά πίστεψαν στην ξεπερασμένη και στην πραγματικότητα ολότελα διαψευσμένη ιδέα της ιστορικής προόδου εμπιστευόμενοι την δυναμική των πραγμάτων στον «αυτόματο πιλότο», ενδεικτικά στην ελεύθερη χρηματιστηριακή πρωτίστως κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, αλλά και στην κομματικοποίηση του βίου εντός της χώρας, υποθέτοντας πως ήρθε η σειρά τους για το μεγάλο και ανέξοδο φαγοπότι.


Αντί να δουν και να περιγράψουν, μεταποιημένο σε ποίηση στην περίπτωση που μας απασχολεί, το ατέλειωτο σημειωτόν που κάνανε στην κινούμενη άμμο, επιλέξανε είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων (του Γκανά) να στραφούν σε έναν νέο μετα-λορκικό (μετα-γκατσικό στην επικράτεια μας) εκμοντερνισμένο δημοτικό λόγο προς την ιδιωτική του πλέον έκφανση, είτε στην περίπτωση του Σιώτη σε ένα χλευαστικό επιφανειακά μυστηριακό προσωπο-κεντρικό ποιητικό λόγο που καλλιεργεί το μυστήριο για χάρη του μυστηρίου, παραιτούμενο από οποιαδήποτε ουσιαστική στόχευση πέρα από μια εύκολη κριτική τού άλλου και το στένεμα της παράδοσης στους εύπλαστους και εγωκεντρικούς, αν όχι αυτιστικούς, ορίζοντες τους, που υπηρετούν πρωτίστως τελικά το εκάστοτε μεταβαλλόμενο και ρευστό πρόσωπό τους.
`

Continue reading

Idea Vilarino, Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους…

222410-rain_theme_by_sielojramu1

Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους,
το βάρος της σιωπής, εκείνο το τόξο, εκείνη την εγκατάλειψη,
φλόγισέ μου τα χέρια,
δώσε νόημα στη ζωή μου
με το γλυκό το χάρισμα που σου ζητώ.

Δώσε μου το φως το λυπημένο, παθιασμένο και γερό
εκείνων των ουρανών των μακρινών, την αρμονία
εκείνων των κόσμων των σφαλισμένων,
δώσε μου το όριο το σιωπηρό,
το συγκρατημένο περίγραμμα εκείνων των φεγγαριών των σκιερών,
το εγγενές τραγούδι τους.

Εσύ, ο αφορισμένος, δίνεις τα πάντα,
εσύ, ο ισχυρός, ζητάς,
εσύ, ο σιωπηλός, δώσε μου το γλυκό το χάρισμα
από αυτό το μέλι το άμεσο και με νόημα κανένα.

*Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιό της στο http://elenastagkouraki.blogspot.com

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Τὸ κρασὶ τῶν Φαιάκων

pio-asynithistoi-proorismoi-09

Πές μου το πάλι πὼς θὰ μὲ θυμᾶσαι κι ἐγὼ θὰ σὲ πιστέψω.
Ποιὸς θὰ μποροῦσε ἀλήθεια νὰ κρατήσει τὸ τιμόνι σὲ τούτους
τοὺς καιρούς;
Χάλασε κι ἡ πυξίδα χαθῆκαν οἱ προορισμοὶ
τὰ κύματα σηκώθηκαν ὡς τὸ μυαλὸ σβήσανε οἱ αἰῶνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.
Ἂσ’ τοὺς ἀνέμους νὰ μᾶς πᾶνε ὅπου θέλουν
ἂσ’ τοὺς ἀνέμους καὶ τὸ τυφλὸ κρασὶ
τὸ ματωμένο φῶς πάνω στὰ χείλη σου, τὸ ψέμα κι ἡ ὀμορφιά σου
πές μου τὸ πάλι
πές μου τὸ πάλι πὼς θὰ μὲ θυμᾶσαι κι ἐγὼ θὰ σὲ πιστέψω.

Γρηγόρης Σακαλής, Επιστροφή

1103461065_5b35434bd6_b

Έτρεξα διψασμένος
στην πηγή σου
να πιω γάργαρο νερό
μα ήταν χορταριασμένη
και στεγνή
οστά την περιβάλανε
από αρχαίες εποχές
αγάπες πέθαναν εκεί
και αιώνιοι εραστές
ξεψύχησαν πρόωρα
τράβηξα στα βουνά
ούτε εκεί σε βρήκα
κι ήρθα πίσω στις πολιτείες
σε κάθε γωνιά σε έβλεπα
όμοια με ομοίους
είχες μεταλλικά μάτια
και δόντια κοφτερά
τρόμαξα
κι έτρεξα να κρυφτώ
σε παρελθόντα χρόνο
απατηλό κι αγαπημένο.

Leo Ferre, Η Μοναξιά

Είμαι από μία χώρα αλλιώτικη απ’ την δική σας
μία αλλιώτικη γειτονιά μία αλλιώτικη μοναξιά
ανακαλύπτω απόψε δρόμους που θα διαβώ
του δικού σας κόσμου πια δεν είμαι
μα προσμένω αποτελέσματα μεταλλάξεων
βιολογικά βολεμένος με την ιδέα που έχω
για την βιολογία κατουράω, χύνω και κλαίω
υπάρχει άραγε κάποια ανάγκη να φτιάξουμε τις ιδέες μας
λες και τάχα ήταν βιομηχανοποιημένα προϊόντα;
εγώ έτοιμος είμαι πάντως να σας προμηθεύσω τα καλούπια
μα…
η μοναξιά…
τα καλούπια αυτά είναι καινούργιου τύπου,
σας το λέω πως χύθηκαν αύριο το πρωί
κι αν δεν διαθέτετε απ’ απόψε την σχετική αίσθηση διάρκειας
δεν κάνει να σας την μεταδώσω
και είν’ ανώφελο να κοιτάζετε μπρος
γιατί το μπρος είναι τελικά πίσω και η νύχτα μέρα
και…
η μοναξιά…
είναι απόλυτη ανάγκη τ’ αυτόματα πλυντήρια στις γωνίες των δρόμων
να μείνουν ελεύθερα σαν τους σηματοδότες
οι μπάτσοι της λευκότητας να σας υποδείχνουν
το σε ποιο κουτί σας επιτρέπεται να πλύνετε
εκείνο που εκλαμβάνετε για συνείδησή σας
αλλά δεν είναι παρά ένας εθισμός του οργάνου του νευροφυτικού
που χρησιμεύει γα εγκέφαλός σας
και όμως…
η μοναξιά…
η απελπισία είναι η ύψιστη μορφή κριτικής
για την ώρα ας την πούμε συμβατικά «ευτυχία»
οι λέξεις που ξεστομίζετε δεν είναι πια «οι λέξεις»
μα κάποιο είδος αγωγού για ν’ αποκτήσουν καλή συνείδηση
οι αναλφάβητοι, μα…
η μοναξιά…
ο αστικός κώδικας αλλά γι’ αυτόν αργότερα ας τα πούμε
γιατί τώρα θα ’θελα να συστηματοποιήσω το ασυστηματοποίητο
θα ’θελα να μετρήσω τις Δαναΐδες δημοκρατίες σας
θα ’θελα να κλειστώ στο απόλυτο κενό και να γίνω
το ανείπωτο, το μη πραγματοποιήσιμο
το μη αγνό μέσα στην έλλειψη κάθε διαύγειας.
Η διαύγεια κρύβεται μες στα παντελόνια μου.

*Δημοσιεύθηκε στο 18ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη».