Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Βοτσαλάκια Ι

paidia_me_mpalonia_0

Ι

Στο θαλερό τον κήπο
μ’ απαρνήθηκες
μαραίνοντας ελπίδες.

ΙΙ

Είπε στον άντρα:
Μένουμε φίλοι.
Κι αυτός έκλαψε.

ΙΙΙ

Δε τον λύπησε
το ηλιοβασίλεμα.
Κέρδισε στίχους.


ΙV

Μικρός ο ναύτης.
Μεγάλη η καρδιά του.
Λιμάνι θα βρεί.

V

Κλάματα όχι,
ούτε κατάρες. Σφίξε
γροθιά το χέρι.

Ζακ Πρεβέρ, Πόλεμος

1945_germany

Ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Όλα τα νέα δέντρα με το παλιό τσεκούρι
Τα ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Και τα γέρικα δέντρα με τις γέρικες ρίζες
Με τις γέρικες μασέλες τους
Τα προστατεύετε
Κρεμάτε και ταμπέλα
Δέντρα του Καλού και του Κακού
Δέντρα της Νίκης
Δέντρα της Ελευθερίας
Και το δάσος έρημο βρομάει ξύλο παλιό και ρημαγμένο
Και φεύγουν τα πουλιά
Κι εσείς μένετε εκεί και τραγουδάτε
Μένετε εκεί
Ανόητοι
Μες στα τραγούδια και τις παρελάσεις σας…

Federico Garcia Lorca, Πού είναι το ντουέντε;

1896846_304290839726258_7981792_n

”[…] Πού είναι το ντουέντε; Μέσα από την άδεια αψίδα υψώνεται ένας άνεμος του νου που πνέει ακατάπαυστα πάνω από τα κεφάλια των νεκρών σε μιαν ατέλειωτη αναζήτηση για καινούργια τοπία κι ανυποψίαστους τόνους. Ένας άνεμος που μυρίζει σάλιο παιδιού, φρεσκοκομμένο χορτάρι και πέπλο μέδουσας αγγέλλοντας το αιώνιο βάπτισμα των νιογέννητων πραγμάτων…”

—-
Ν τ ο υ έ ν τ ε

Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα ’λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσής του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ’ ένα ντουέντε. Όχι μ’ έναν άγγελο όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα. Είναι ανάγκη να γίνει αυτό το βασικό ξεχώρισμα για να φτάσει κανείς στην καρδιά ενός έργου. […]

Για να βρούμε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτε να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε «σωστοί τρόποι». Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει το αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε.[…]

Continue reading

Δύστηνος έγκειμαι πόθω

distinos_egkimai_potho

ΔΥΣΤΗΝΟΣ ΕΓΚΕΙΜΑΙ ΠΟΘΩ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: VAKXIKON.GR

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγο καιρό είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε την ερωτική ποιητική ανθολογία: «Δύστηνος Έγκειμαι Πόθω», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις: Vakxikon.gr σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.

Πρόκειται για μια επιλογή ερωτικών ποιημάτων, που ξεκινά από την Αρχαία Ελλάδα για να φτάσει στο σήμερα, διαλέγοντας πάντα τους πιο αντιπροσωπευτικούς ποιητές από κάθε εποχή και από κάθε λογοτεχνικό είδος. Από τη Σαπφώ και τον Μπιλχάνα μέχρι τον Τριστάν Τζαρά και τον Μαγιακόβσκι.

Ένα στοιχείο, που παρατηρούμε είναι ότι ο κάθε ποιητής με τον τρόπο του μιλάει ερωτικά και ότι η γλώσσα του έρωτα είναι πάνω από ρεύματα και από λογοτεχνικές σχολές. Μπορεί ορισμένοι ποιητές, που συναντάμε στη συγκεκριμένη ανθολογία να έχουν χαρακτηριστεί σαν εκπρόσωποι του φουτουρισμού, του ντανταϊσμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όμως, τα ποιήματα, που συναντάμε ξεφεύγουν από τα λογοτεχνικά είδη, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δείχνοντας ότι η έμπνευση, που προέρχεται από τον έρωτα ξεπερνά τα στεγανά και τους κανόνες των διαφορετικών ποιητικών ρευμάτων.

Αρκετά ενδιαφέρον είναι επίσης, ότι διαβάζοντας τη συγκεκριμένη ανθολογία, γνωρίζουμε τα έργα ορισμένων ποιητών, που μέχρι τώρα δεν έχουν μελετηθεί αρκετά, όπως, για παράδειγμα του Σαίξπηρ έχουν μελετηθεί στο έπακρο οι τραγωδίες του, όχι, όμως και τα ερωτικά του σονέτα.

Μια ακόμα από τις αρετές της ανθολογίας: Δύστηνος Έγκειμαι Πόθω, είναι και η μεταφραστική δεινότητα του Γιώργου Μπλάνα και αυτό φαίνεται περισσότερο στα ποιήματα, που είναι γραμμένα σε παραδοσιακές φόρμες, καθώς έχουν αποδοθεί με σωστό μέτρημα των στίχων και με ομοιοκαταληξία στα σημεία, που απαιτείται.

Κλείνοντας, δεν έχουμε παρά να συνυπογράψουμε την τελευταία φράση από τον πρόλογο του Γιώργου Μπλάνα στην ανθολογία: «Τα έργα τέχνης και ιδίως τα ποιήματα μας μαθαίνουν να ερωτευόμαστε.»

Έκτωρ Κακναβάτος, Αιθαλομάζα

Natalia Sergeevna Goncharova, Frost

Natalia Sergeevna Goncharova, Frost

Πέφτανε μπαμπάκια ματωμένα απ’ το φεγγάρι
Μπηγμένες μπαντερίγιες στα μηλίγγια του ο τορέρο
ανέβαινε ψηλά με τα ποδήλατα του αγέρα

Λάμπες φθορίου κατέβαζε ο Ρίο Έμπρο
οι μπαταρίες σβήνανε στο sanyo
δεν σ’ άκουα πια
που τραβούσες ανατολικά με τις ομίχλες
Παρμενίωνα γεροπεισματάρη…

έτσι κάτω απ’ τις μαρκίζες
σάπιζεν ο αύγουστος.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πολιτιστική”, τ. 17.

Κώστας Καραχάλιος, Εμείς (απόσπασμα από την «Περιδιάβαση»)

1899956_10152291065358729_329471504_n

Εμείς, βάρβαρη συντεχνία
της πέτρας και της μηχανής
δαρμένοι από το δρολάπι της Πίνδου
και το βούρδουλα του Μακρονησιού
φύτρα χωρικών, γραφιάδων, μπουζουξήδων,
μαστόρων και ψιλικατζήδων,
θα επιμένουμε να τραγουδάμε
για τα χέρια και τις μηχανές
για τα υφάσματα και τα σπίτια
για τα σιτάρια και τις ελιές.
Θα επιμένουμε με τον Κολοκοτρώνη
ενάντια στον Ομέρ Βρυώνη,
Με το Μάι Λάι ενάντια στο Εφ – Μπι – Άι,
με το Σαντιάγο ενάντια στο Σικάγο.

*Από την ποιητική συλλογή “Το άλλο” (1973).

Η Μαύρη πέτρα και ο ιστός της αράχνης (Θέσαρ Βαγιέχο / Φίλιπ Λεβίν)

theofilakou22

Μεταφράζει η Μαρία Θεοφιλάκου

Μπορεί ένας άνθρωπος να έχει δοκιμάσει στην πορεία του τόσα χτυπήματα ώστε ο φυσικός του θάνατος να έρχεται πια σε αυτόν σα ζωντανή ανάμνηση; Ο σπουδαίος περουβιανός ποιητής Θέσαρ Βαγιέχο (César Vallejo, 1892-1938), η «μαύρη πέτρα» απ’ την οποία σπινθηροβόλησε η ισπανόφωνη ποίηση, λέει πως ναι. Και σ’ ένα ποίημα από την εποχή της τελευταίας του έμπνευσης (Μαύρη πέτρα πάνω σε άσπρη πέτρα / Piedra negra sobre una piedra blanca), αφηγείται αυτήν την ανάμνηση, που για τον ίδιο πέρασε μέσα απ’ τη φυλακή και την πολιτική αυτοεξορία του από τη Λίμα στο Παρίσι, την κατάθλιψη, τις ημέρες που κοιμόταν στους παρισινούς υπογείους και τα ταξίδια του στην κομμουνιστική Ρωσία, αλλά και τον καημό του για τον εμφύλιο που κατέστρεφε την Ισπανία  –  έως την τελευταία του ανάσα, σχεδόν όπως το είχε αυτός προβλέψει, μία Μεγάλη Παρασκευή στο Παρίσι.                 

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ένας από τους αναγνωρισμένους σήμερα ποιητές των Η.Π.Α., ο Φίλιπ Λεβίν (Philip Levine, 1928), που έζησε στην Ισπανία και μετέφρασε ισπανική ποίηση, θα γράψει, αναζητώντας τα ίχνη του Βαγιέχο, για μία «μαύρη πέτρα πάνω από το τίποτα» (Black stone on top of nothing, 1997): μία παράλληλη αναφορά σε μία παιδική ανάμνηση, πολύ μακριά από τις μελαγχολικές σκεπές του Παρισιού, η οποία όμως παραδόξως μπλέκεται με την ανάμνηση θανάτου του Βαγιέχο. Παιδί ο ίδιος της εργατικής τάξης, κατά πολλούς ο Λεβίν είναι η φωνή των Aμερικανών εργατών, ένας αρνητής του περίφημου αμερικανικού ονείρου, ένας υπέρμαχος των αναρχικών της εμφυλιοπολεμικής Ισπανίας.

Δύο ολότελα ανόμοιοι ποιητές• δύο ποιήματα για μία μαύρη πέτρα πάνω από ό,τι πιθανώς να συμβολίζει τον κόσμο• δύο ποιήματα για έναν ιστό που γίνεται παγίδα για το φως.

Θέσαρ Βαγιέχο

Μαύρη πέτρα πάνω σε άσπρη πέτρα

Θα πεθάνω στο Παρίσι με βροχή,
μία μέρα που στη θύμηση ήδη έχω.
Θα πεθάνω στο Παρίσι – και δεν τρέχω –  
ίσως μια Πέμπτη, σαν ετούτη, φθινοπωρινή.

Πέμπτη θα είναι, γιατί σήμερα, Πέμπτη, καθώς γράφω
αυτά τα λόγια, τους ώμους μου έχω καταντήσει
να πονάνε και, ποτέ σαν σήμερα, δεν έχει ξαναγίνει,
σ’ όλο το δρόμο μου, να με θωρώ μονάχο.

Ο Θέσαρ Βαγιέχο έχει πεθάνει, τον χτυπούσαν
όλοι τους, δίχως κακό σ’ αυτούς να προκαλεί•
του ‘δωσαν δυνατά με μία βέργα και δυνατά

ακόμα με σκοινί• κι είναι οι μάρτυρές του
της Πέμπτης οι ημέρες και οι ώμοι,
η μοναξιά, οι στάλες της βροχής, οι δρόμοι…

Φίλιπ Λεβίν

Μαύρη πέτρα πάνω από το τίποτα

Νηφάλιος ακόμα, ο Θέσαρ Βαγιέχο γυρίζει σπίτι και βρίσκει μια μελανή κορδέλα
γύρω απ’ το κτίριο του διαμερίσματός του να καλύπτει τη μπροστινή είσοδο.
Αφήνει κάτω το μπαστούνι του, βγάζει το κετσεδένιο του καπέλο, και ξεκινά
να ξεμπερδεύει αυτό το χάλι. Οι γείτονές του κάνουν ουρά ξοπίσω του
διερωτώμενοι τι να συμβαίνει. Μία μεσήλικη γυναίκα κουβαλώντας
ένα καρβέλι φρέσκο ψωμί τού ζητάει να κάνει τόπο ώστε αυτή
να μπει, ν’ ανέβει τα δυο απότομα πατώματα ως το διαμέρισμά της,
και ν’ αρχινίσει το καθημερινό μαγείρεμα του μεσημεριανού για τον Μεσιέ της.
Ο Βαγιέχο προσποιείται τίποτα πως δεν ακούει ή ίσως πράγματι να μην
ακούει τόσο απορροφημένος που ‘ναι με τούτη την παράδοξη ασχολία που τού τρώει
όση ώρα έμεινε από το πρωινό του. Ξέχασα μήπως ν’ αναφέρω ότι κανείς άλλος
δε μπορεί να δει τη μελανή κορδέλα ή να μαντέψει γιατί τα δάχτυλά του
φαίνονται τόσο επίμονα να ξετυλίξουν κάτι που δεν υπάρχει εκεί; Θυμηθείτε
όταν ήσασταν μόλις έξι και στις ιδιαίτερα ζεστές μέρες θα
κατεβαίνατε τα σαθρά σκαλιά του κελαριού ελπίζοντας στην αρχή
πως κάποιος, ίσως η μάνα σας, σταδιακά θα
καταλάβαινε την απουσία σας και θα την έζωνε ένα αιφνίδιο συναίσθημα
αγωνίας ή τρόμου. Φυσικά κανείς δεν πήρε μυρωδιά. Η μάνα
καθόταν περιμένοντας ώρες ολόκληρες δίπλα από το τηλέφωνο, και κάπου κάπου
ατένιζε την καλοκαιρινή λιακάδα που λαμπίριζε μέσα απ’ της σάλας τις κουρτίνες
ενώ από κάτω, ψυχραμένος και μονάχος, καθισμένος στο νοτερό τσιμέντο
παρατηρούσατε τον ίδιο ήλιο να φιλτράρεται μέσα απ’ τη σκόνη που σηκωνόταν
από τα δυο ψηλά παράθυρα. Δίπλα στο φούρνο μια αράχνη
δούλευε έξοχα την πορεία της κατεβαίνοντας απ’ τον καμένο, κρεμαστό λαμπτήρα
μ’ έναν σκοπό που εσείς σε αυτήν την ηλικία μπορούσατε ακόμη να συλλάβετε.
Το 1937 θα κράταγε μόνο άλλους έξι μήνες. Ήταν μια Πέμπτη.
Είχαν υποσχεθεί βροχή αλλά ποτέ δεν ήρθε. Η καφετιά αράχνη εργαζόταν
με ή χωρίς ελπίδα, αν κι όταν το σκονισμένο φως του ήλιου πιάστηκε
στον ιστό εσείς είδατε εμπρός σας ένα σχέδιο τέτοιας τελειότητας που έμεινε
στη θύμησή σας σαν πρότυπο νοήματος. Ο Θέσαρ Βαγιέχο
ξεμπέρδεψε τη μελανή κορδέλα που κανείς άλλος δεν έβλεπε και αναρριχήθηκε
προς τη σοφίτα του και ατένισε έξω τις αγέλαστες σκεπές
που εκτείνονταν νότια κατά την Ισπανία όπου η καρδιά του πέθανε. Ετούτο το γνωρίζω.
Έχω περάσει από το ίδιο κτίριο χρόνο το χρόνο στο αργό απόβραδο
όταν τα χελιδόνια κούρνιαζαν σιωπηρά στα λιγοστά ανάρια δέντρα
δίπλα στο έρημο κανάλι. Έχω έρθει όταν το χιόνι του χειμώνα
τύφλωνε τον μακρινό βαρύθυμο ουρανό. Έχω έρθει ίσα μετά τη χαραυγή,
έχω έρθει σε άνοιξη, φθινόπωρο, βροχή, κι αυτός δεν ήτανε ποτέ εκεί.

Sylvia Plath, Mushrooms

plath

Overnight, very
Whitely, discreetly,
Very quietly

Our toes, our noses
Take hold on the loam,
Acquire the air.

Nobody sees us,
Stops us, betrays us;
The small grains make room.

Soft fists insist on
Heaving the needles,
The leafy bedding,

Even the paving.
Our hammers, our rams,
Earless and eyeless,

Perfectly voiceless,
Widen the crannies,
Shoulder through holes. We

Diet on water,
On crumbs of shadow,
Bland-mannered, asking

Little or nothing.
So many of us!
So many of us!

We are shelves, we are
Tables, we are meek,
We are edible,

Nudgers and shovers
In spite of ourselves.
Our kind multiplies:

We shall by morning
Inherit the earth.
Our foot’s in the door.