Εγώ κι εσείς, εσείς κι εγώ τραβάμε για το Βόλο
Το άλογό μας χλώμιασε τ’αφήσαμε στο δρόμο.
Ήταν μαζί ο Σταύρακας και ο Στρατής ο Λιόγκας
Είχαμε το θεό βοηθό και στο φλασκί μας το νερό.
Θυμάμαι τότε τον παπά κατούραγε στη στράτα
Κι ήτανε όλα γύρω μας όμορφα και καπάτσα
Ωρέ παπά του είπαμε, δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψόφησε δεν τό ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.
Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη φοράδα.
Μαστορεύανε και γελούσανε, τραγουδάγανε, κοροϊδεύανε
Τότες που τους χορεύανε στο ταψί
Τώρα σώπασαν, δε γελάνε πια, δεν τους νοιάζει πια, τάχουν όλα αυτά
Τάξη, ησυχία και λεφτά.
Μόνο που τους στερήσαν τη φωνή, χάσανε κι αυτοί την ανθρωπιά τους
Μόνο που μας αγόρασαν την καρδιά, χάσαμε κι εμείς την ανθρωπιά μας.
Ωρέ παπά του είπαμε δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψόφησε δεν το ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.
Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη γενειάδα.
Φταίμε όλοι, φταίμε όλοι, που έχει ο παπάς περβόλι.
Τα μάτια του δεν έβλεπα
αν είναι φλογισμένα ή σκοτεινά
σκυφτός ως ήταν
δέρματα έκανε χρησμούς…
Δεν έμελλε χρυσόμαλλο να είναι το δικό μου
μα ούτε και για πέδιλο
άραγε άλλο τι να υποδηλώνει;
«όχι πέραν του υποδήματος» απάντησε κοφτά.
τα μάτια του δεν είδα, μονάχα το καρφί.
Ο Ιωάννης Βεϊσάκης ζει κι εργάζεται στο Ηράκλειο Κρήτης.
Πηνελόπη Γιαλελή , Το ευτυχισμένο τέλος
Και ζήσαν’ αυτοί καλά.
Αγκαλιά με τσίγκινα τρόπαια,
χαμογελαστοί μέχρι το τέλος της φύσης.
Παγωμένοι σαν φωτογραφία
λαμπεροί σαν καλοσμιλεμένα αγάλματα
που ένας τεχνίτης που αγαπούσε την πέτρα,
κάποτε, πάνω στην τρέλα έφτιαξε.
Λοξά κοιτούν ο ένας τον άλλον
με τις κόρες τους ακίνητες σαν δυο καρφιά που περιμένουνε το κάδρο.
Κι είναι ευτυχισμένοι.
Το στήθος τους χτυπά…
Είναι ρολόι και μετρά.
Λίγο νιώθει και πολύ τον εαυτό του αγαπά.
Και προοδεύουν.
Ανεβαίνουν διαρκώς αργά τα σκαλιά
κοιτώντας λοξά μην τους περάσουν.
Μα εμείς μάθαμε να τρέχουμε.
Οι τοίχοι δεν κρατούν τ’ αγρίμια.
Μας χτυπά η βροχή
αλλά θα κοιτάμε μετά κατάματα τον ήλιο.
Ας τυφλωθούμε.
Πάντα με την ψυχή μας βλέπαμε άλλωστε.
Όποτε κάποιος περπατάει σιμά
είναι η ζέστη του κορμιού
κι οι πεταλούδες μέσα μας που τον κοιτάνε.
Κατευθείαν στο «εγώ» του που λαχταρά
αυτό το «εμείς» που μας ανήκει.
Σπάνε οι γύψοι κι η ελευθερία τραγουδά
εκεί που προηγουμένως η ζήλια τους ξεψύχησε.
Είμαστε πλάσματα της μέρας.
Πάντα θα τους λυπόμαστε
και πάντα θα τους συγχωρούμε.
Γιατί γι’ αυτό ζούμε
κι εμείς καλύτερα.
Η Πηνελόπη Γιαλελή ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.
Ελένη Γιαννακάρη, Το χρονικό μιας βροχής
Είπες απόψε θα βρέξει
Κι έφυγες Χωρίς αδιάβροχο
Μόνο με το πουκάμισο ανοικτό
Σε ένα φως ανέσπερο
Δικό σου
Φυσάει κι από μακριά
Ακούγεται το σφύριγμα του τρένου
Έφυγες
Πρώτη σταγόνα στρέφει στο περβάζι
Σκεπάσου με το χνώτο
Της ώριμης σελήνης
Φεγγριστός να βγεις και ζεστός
Στα παράθυρα της πόλης
Που απόψε ο βοριάς συνέτριψε
Να ανατινάξεις το πυροτέχνημα και πάλι
Θα σε βρω
Αστράφτει κάπου στο βάθος της στιγμής
Μην αργήσεις
Μήνυμα στείλε
Πρόβαλε ο καβαλάρης στην αυλή
Κι έχει σβηστά
Τα πράσινα μάτια
Τη κόμη ματωμένη
Κι αδύναμα στα χέρια του κρατά
Τα γκέμια που στον γκρεμό
Παραδόθηκαν – διατομή θανάτου
Θα κρυώσεις
Έπιασε μπόρα ριγούν τα ρείθρα άστεγα
Πάρε το πρώτο τραμ
Αχάραγα να γυρίσεις
Θα έχω νερό ζεστό
Για να πλυθείς
Κυκλάμινα στο ανθογυάλι
Τα ρόδινα μου πέλματα
Να τα διπλοφιλήσεις
Αχάραγα να γυρίσεις
Μου δόθηκε μια ώρα ακόμα
Πριν κινήσω τον μοχλό
Κι αμπαρωθώ στο γκρίζο
Σε περιμένω
Πλημμύρα παντού κλείνω τα στόρια με δέρμα τα σφαλνώ
Ήρθες Ακροάστηκα το σφυγμό σου
Πάνω στον τοίχο
Ήρθες στην ώρα σου
Φλογίστηκαν οι μεταξένιες παρειές
Της σπασμένης μου βεντάλιας
Η βαλίτσα σφαλιστή
Στο κατώφλι
Το πουκάμισο ανοιχτό
Τα κουμπιά στα χέρια
Κροταλίζουν ρυθμικά
Στέκω στα νύχια
Σαν χτυπάς το κουδούνι
Δεν θα ανοίξω
Διπλό ουράνιο τόξο κι η οθόνη σβηστή
“It was early springtime when the strike was on,
They drove us miners out of doors,
Out from the houses that the Company owned,
We moved into tents up at old Ludlow.
I was worried bad about my children,
Soldiers guarding the railroad bridge,
Every once in a while a bullet would fly,
Kick up gravel under my feet.
We were so afraid you would kill our children,
We dug us a cave that was seven foot deep,
Carried our young ones and pregnant women
Down inside the cave to sleep.
That very night your soldiers waited,
Until all us miners were asleep,
You snuck around our little tent town,
Soaked our tents with your kerosene.
You struck a match and in the blaze that started,
You pulled the triggers of your gatling guns,
I made a run for the children but the fire wall stopped me.
Thirteen children died from your guns.
I carried my blanket to a wire fence corner,
Watched the fire till the blaze died down,
I helped some people drag their belongings,
While your bullets killed us all around.
I never will forget the look on the faces
Of the men and women that awful day,
When we stood around to preach their funerals,
And lay the corpses of the dead away.
We told the Colorado Governor to call the President,
Tell him to call off his National Guard,
But the National Guard belonged to the Governor,
So he didn’t try so very hard.
Our women from Trinidad they hauled some potatoes,
Up to Walsenburg in a little cart,
They sold their potatoes and brought some guns back,
And they put a gun in every hand.
The state soldiers jumped us in a wire fence corners,
They did not know we had these guns,
And the Red-neck Miners mowed down these troopers,
You should have seen those poor boys run.
We took some cement and walled that cave up,
Where you killed these thirteen children inside,
I said, “God bless the Mine Workers’ Union,”
And then I hung my head and cried.”
LUDLOW MASSACRE (Woody Guthrie από τον δίσκο του “Struggle”,1940)
Για τη σφαγή του LUDLOW του 1914, όπου ο στρατός μεταξύ άλλων απεργών “έφαγε” και τον “δικό μας” Louis Ticas (“Αμοιρολόητος” του Zeese Papanikolas), βλέπε και Γεώργιος Σταυρουλάκης “Λούης Τίκας, ο ήρωας της ξενιτιάς” καθώς και το πολύ καλό “Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ” των Ρίτσαρντ Ο.Μπόγιερ-Χέρμπερτ Μ. Μόρε, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως αυτό …
Πηγαίνοντας ξυστά
στα βαγόνια,
ένας δημόσιος υπάλληλος
αξιοσέβαστος
προχωρεί
Καθένας δείχνει το διαβατήριό του
κι εγώ
δίνω
το
μικρό μου κόκκινο καρνέ.
Είναι διαβατήρια
που σου φέρνουνε το γέλιο,
άλλα πάλι –
σου ‘ρχεται να τα φτύσεις.
Είναι, λόγου χάρη,
άξια σεβασμού
τα διαβατήρια
με το εγγλέζικο λιοντάρι
απ’ τις δυο μεριές.
Τρώγοντας
με τα μάτια αυτόν τον κύριο,
με χαιρετούρες κι υποκλίσεις
παίρνει
σα να παίρνει πουρμπουάρ,
το διαβατήριο
ενός Αμερικάνου.
Για το πολωνικό
παίρνει το ύφος
μιας κατσίκας που κοιτάζει μιαν αφίσα.
Για το πολωνικό –
το μέτωπο είναι ζαρωμένο.
Όμως, δίχως
το κεφάλι του να στρέψει,
χωρίς να δοκιμάσει
συγκινήσεις ζωηρές,
δέχεται
δίχως τα μάτια του ν’ ανοιγοκλείσει
τα δανέζικα χαρτιά
και το σουηδικά
όλων
των ειδών.
Ξαφνικά,
σα γλειμμένο απ’ τη φωτιά,
το στόμα
του κυρίου
στραβώνει.
Ο κύριος
υπάλληλος
άγγιξε
το κόκκινό μου διαβατήριο.
Τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
μια βόμβα,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
σκατζόχερας,
σα να ‘ταν
ξυράφι δίκοπο,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
κροταλίας
με δυο δεκάδες γλώσσες,
που ‘χει δυο μέτρα μάκρος και περισσότερο.
Το διαβατήριο
θάμπωσε
το βλέμμα του αχθοφόρου,
που ετοιμάζεται να κουβαλήσει τις αποσκευές δίχως αμοιβή.
Ο αστυφύλακας
κοιτάζει το μυστικό,
ο μυστικός
τον αστυφύλακα.
Με πόση απόλαυση
θα μ’ είχε
μαστιγώσει, σταυρώσει
η φάρα των αστυφυλάκων,
επειδή
κρατώ στα δυο μου χέρια,
ο στηριχτής του δρεπανιού,
του σφυριού ο φορέας,
το σοβιετικό μου
διαβατήριο.
Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως, αυτό …
Θα τραβήξω
απ’ τις βαθιές μου τσέπες
την απόδειξη
μεγάλου συναλλάγματος.
Διαβάστε καλά,
ζηλέψτε –
είμαι
ένας πολίτης
της Σοβιετικής Ένωσης.
(1929)
*Το έγραψε ύστερα από το τελευταίο του ταξίδι στο εξωτερικό, πριν αυτοκτονήσει (στις 14 Απρίλη του 1930 ) εξ αιτίας της γραφειοκρατίας.
Να ένας ποιητής καθαρός, που δεν πρέπει να ανοίγεις λεξικό, σαν τον Έλιοτ, για να αποκρυπτογραφήσεις τα ονόματα. Με συνέρπασε που αυτός, ένα χωριατόπαιδο από την Ουαλία, κατέβηκε στο Λονδίνο και διέλυσε όλους αυτούς τους πανεπιστημιακούς με τα συνέδριά τους: τον Όντεν, τον Μακ Νις. Αυτοί ταξινομήθηκαν σε επιτομές και πανεπιστήμια, ενώ ο Ντίλαν Τόμας είναι από τους τελευταίους μεγάλους λυρικούς του αιώνα μας. Μεταφράζοντάς τον κατάλαβα την αξία του, την ποιότητα και τον λυρισμό του, την οικονομία του λόγου του.
Μετά από τον Καρυωτάκη, σειρά έχει σήμερα – δικαιωματικά και αυτονόητα – η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη και η αναφορά μας σε μερικές μόνο από τις μελοποιήσεις της στην ελληνική δισκογραφία των τελευταίων χρόνων. Σε πολλές από τις δισκογραφικές εκδόσεις που περιείχαν ποιήματα του Καρυωτάκη, θα βρείτε και ποιήματα της γυναίκας που σημάδεψε τη ζωή του. Έτσι, στην “Ανθολογία Β” (1968) του Γιάννη Σπανού η Πόπη Αστεριάδη τραγούδησε το “Ω χαμηλώστε αυτό το φως”, στα “Τραγούδια για τους μήνες” ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μελοποίησε και η Ελευθερία Αρβανιτάκη ηχογράφησε το “Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες” και στη “Δεύτερη ακρόαση” της “Μικρής Άρκτου” το ποίημα της Πολυδούρη “Ποιος ξέρει”, μελοποιημένο από το Μίλτο Σελητσανιώτη, τραγούδησαν μαζί η Νατάσσα Μποφίλιου και η Ελεονώρα Ζουγανέλη.
Τη Μαρία Πολυδούρη τη βρίσκουμε και στις “Κυριακές μες στο χειμώνα”. Έτσι τιτλοφορείται ο κύκλος τραγουδιών του συνθέτη Δημήτρη Μαραμή σε ποίηση Κ. Γ. Καρυωτάκη, Μ. Πολυδούρη, Ν. Λαπαθιώτη, Τ. Άγρα και Μ. Παπανικολάου, που κυκλοφορεί σε cd – βιβλίο. Τα μελοποιημένα τραγούδια ερμηνεύει ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος, με τη συνοδεία του Δημήτρη Μαραμή στο πιάνο. Δύο φορές μέσα στη δεκαετία του ’90 η Νένα Βενετσάνου “συναντήθηκε” δισκογραφικά με τη Μαρία Πολυδούρη. Την πρώτη, εν έτει 1990, στο δίσκο της “Το κουτί της Πανδώρας” και τη δεύτερη στο άλμπουμ του ’98 “Το πρόσωπο της αγάπης”, με τραγούδια της Καλλιόπης Τσουπάκη. Το ‘παμε και την προηγούμενη εβδομάδα: Όπως τον Καρυωτάκη, έτσι και την Πολυδούρη την αγάπησε μια ευρεία γκάμα ελλήνων συνθετών και τραγουδοποιών από το ’60 μέχρι τις μέρες μας – με πρώτο το Μενέλαο Παλλάντιο στα τέλη του ’30 – και σε πολλά της ποιήματα έδωσαν νότες και φωνή.
Τι ειρωνεία κι αυτή Βλαδίμηρε
Εάν ερχόσουν σήμερα
Μπορεί και να μη σ’ άκουγα
Μένω σε δρόμο πολυσύχναστο
Σειρήνες, κορναρίσματα
Η ακοή μου μπάχαλο
-όχι σου λέω ψέματα –
Είναι που η μοναξιά
με βάζει από μικρό στη διαπασών
γι’ αυτό κι πιο πιστοί μου στίχοι
Το θαύμα είν’ ένα χελιδόνι απόκρημνο
ή
ρε Κωνσταντίνα πες μου τελικά
πώς γίνεται
να μην είσαι εδώ
και να’ χει πανσέληνο
(κι άλλα πολλά
πιο μαύρα απ’ τα ανεκπλήρωτα)
μικροφωνίζουν μες τον ύπνο μου
κι υπνοβατώ
με την στυφάδα που’ χουν τα όνειρα
με τις σαχλές πυτζάμες μου
άχου να γκρεμιστώ σωστά
σ’ ένα σωστό ξημέρωμα
μπας και φωνάξω αληθινά κι εγώ
Αγχειβατείν – Pallasck
Τ’ αστροκαμμένο Φάντασμα
που τέλεια μ’ ενσαρκώνει
απερίσκεπτα όπως πετάς
ένα αναμμένο τσιγάρο
μες σ΄ένα πευκοδάσος
έτσι σπείραμε
απρόσωπα ποιήματα
στον γυμνό ουρανό
και θερίσαμε κεραυνούς
και γαυμοσταυρίδια
αρχίσαμε να μιλάμε άξαφνα
άγνωστες ξένες γλώσσες
αναμεταξύ μας
και έγινε όλος ο κόσμος
ένας ατέλειωτος πύργος της βαβέλ
που τον πήρε και τον σήκωσε
ο άνεμος σαν
σημαδεμένο τραπουλόχαρτο
μετακινώ κάθε τόσο
λίγο το περσικό χαλί της μάνας μου
λίγο το φτηνό ξύλινο τραπέζι
αλλάζω θέση στις καρέκλες
και προσδοκώ να διασκεδάσω
την φανερή αδυναμία μου
να χειριστώ σωστά
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα
της γλώσσας που κληρονόμησα