Αλέξανδρος Μηλιορίδης, η πτώση

10150611_616208588447194_518644163_n

μου
είπες:
πίνω το αίμα σου
στον κόσμο της σιωπής μου

και το δράμα,
του σκοτεινού μονοπατιού,
γέμισε
την πτώση σου,

τα δάκρυα άκουγα,
να γραπώνουν με τα νύχια της απελπισίας,
τη φοβισμένη
νύχτα σου,

κι έπεφτες,
κομμάτια της σάρκας σου,
στην πεινασμένη
γλώσσα
του αχθοφόρου χρόνου,

κρύες
οι μηχανές του εκκρεμούς,
σε κυρτές πέτρες,
τα σκουριασμένα άνθη
σκέπαζαν,
μ’ εμπύρετους όρκους,

πρόλαβες
και φώναξες
απ’ τον κρατήρα του σκοταδιού,
έστειλες,
αιώνες φεγγαριών
να φωτίσουν,
του αίματος τις τελευταίες σου σταγόνες,

και ο άδης,
του αδιάκοπου ύπνου,
διαμέλισε
τ’ αστεφάνωτα φτερά σου,
στους τόνους
των αγγέλων

κι εγώ,
βρισκόμουν,
στο μαύρο του πνιγμένου φεγγαριού,
στην πάλη
με τα οπλισμένα αγρίμια,
στο φλογισμένο ξάστερο
των διαττόντων μαχαιριών,

με εχθρούς,
στα χλωμά νερά ριζωμένων κραυγών,
την ηχώ να στέλνουν
της χαμένης μας μοίρας

και να προσπαθώ,
με λάσπη τα χέρια μου να φτιάξω,
να συρθώ,
στα παραμύθια ηρωικών παθών,
στην άκρη να φθάσω,
του άβατου
γκρεμού σου

© ΑlexMil 23-4-2014

Εδώ ο ποιητής απαγγέλει το ποίημα: http://cl.ly/3E2O1c1S3F3c

Wallace Stevens, Τελευταίος μονόλογος του εσωτερικού εραστή

10174962_10152346459054483_4349618919540255237_n

Άναψε το πρώτο φως της βραδιάς, όπως σε ένα δωμάτιο
Όπου αναπαυόμαστε και, έστω, σκέψου πως
Το να φανταστείς τον κόσμο είναι το ύστατο αγαθό.

Αυτό είναι, επομένως, το πιο σφοδρό ραντεβού.
Στη σκέψη αυτή είναι που περισυλλέγουμε τον εαυτό μας,
Έξω από κάθε αδιαφορία, σε ένα πράγμα:

Μέσα σε ένα μόνον πράγμα, μια μόνον εσάρπα
Τυλιγμένη σφιχτά γύρω μας, καθώς είμαστε φτωχοί, μια θαλπωρή,
Ένα φως, μια δύναμη, η θαυματουργή επιρροή.

Εδώ, τώρα, ξεχνούμε ό ένας τον άλλον και τον εαυτό μας.
Νιώθουμε το αδιαλεύκαντο μιας τάξεως, ένα σύνολο,
Μια γνώση, εκείνο που διευθέτησε το ραντεβού.

Στα ζωτικά του όρια, μες στο μυαλό.
Λέμε πως Θεός και φαντασία είναι ένα …
Πόσο ψηλά το υψηλότατο αυτό κερί φωτίζει το σκοτάδι.

Από το ίδιο φως, από το κεντρικό μυαλό,
Κάνουμε μια κατοικία στον βραδινό αέρα,
Όπου το να είμαστε εκεί μαζί είναι αρκετό.

*Απόδοση Γιώργος Χουλιάρας – [Από το Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
Πηγές:

Αρχική


http://ebooks.edu.gr/
http://e-poema.eu

Azuria #3

Azuria No3, 2013

Azuria#3 is now available to Geelong Writers members & contributors.

It can be collected at the writing workshop at the Belmont Library on Sat. 17 May from 2:30 – 4:00 pm., or will be posted on request.

Extra copies are for sale @ $20 cash or $25 posted (cheue or M.O. to “Geelong Writers inc.”.

Everyone is invited to the launch of Azuria#3, which will take place whilst we enjoy an especial night out at MAN BO RESTAURANT, 361 Moorabool St., Geelong, on Sat. 17 May 5:00 pm onwards.

The menu is available on line @ http://www.manbo.com.au/menu.html. Note that mains are about $25.

Please let the restaurant know by Friday 16 May by phoning 5221 7888 or by e-mail to: info@manbo.com.au, or by contacting GW at geelongwriters@gmail.com

Georg Trakl, Πνευματικό τραγούδι

Trakl+Portrait

Σύμβολα, σπάνια κεντήματα,
ζωγραφίζει η κυματιστή πρασιά.
Η γαλάζια ανάσα του Θεού φυσά
στου κήπου τη σάλα·
χαρωπή ανάσα.
Σταυρός υψώνεται στ’ αγριοκλήματα.

Άκου στο χωριό: γιορτή·
στον τοίχο ο κηπουρός θερίζει,
σιγά το Όργανο [#] βουίζει,
ήχο αναμιγνύοντας και λάμψη,
ήχο, χρυσή λάμψη.
Η αγάπη Άρτον και Οίνον ευλογεί.

Και κορίτσια μπαίνουν μέσα· και λαλεί
ο πετεινός στο τελευταίο. Αργά
ένα σάπιο κάγκελο περνά·
και σε ρόδινο στεφάνι, σε γραμμές,
και σε ρόδινες γραμμές,
αναπαύεται η Μαρία εξαίσια, λευκή.

Στην πέτρα ο ζητιάνος την παλιά
φαίνεται στην προσευχή νεκρός,
ήρεμος απ’ τον λόφο κατεβαίνει ο βοσκός
κι ένας άγγελος στο άλσος,
άγγελος κοντά στο άλσος,
τραγουδάει να κοιμίσει τα παιδιά.

#Το εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιεί η Δυτική Εκκλησία.

*Από τα “Ποιήματα” (“Gedichte”), 1913. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
**Από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Α. Ρεμπώ, Οι Ερημιές του Έρωτα

Σκίτσα του Ρεμπώ από τον Πωλ Βερλαίν

Σκίτσα του Ρεμπώ από τον Πωλ Βερλαίν

Ήμουν σ’ένα δωμάτιο χωρίς φως.
Ήρθαν και μου είπαν πως Εκείνη ήταν
σπίτι μου. Και την είδα στην κλίνη μου…
ολόδικιά μου..χωρίς φως!..Πολύ συγκινήθηκα..
πολύ… γιατί ήταν το πατρικό μου σπίτι: γι’αυτό και
μια κατάθλιψη με συνεπήρε!.. Ήμουν με τα κουρέλια
εγώ.. και κείνη μια κοσμική κυρία που δινόταν… και
έπρεπε και να φύγει! Μια κατάθλιψη χωρίς όνομα.
Την άρπαξα και την πέταξα στο κρεβάτι ..γυμνή σχεδόν.
Και στην άφατη μου αδυναμία έπεσα πάνω της
σούρθηκα μαζί της μέσα στα χαλιά… χωρίς φως!
Η λυχνία της οικογένειας πορφύρωνε το ένα μετά
το άλλο τα διπλανά δωμάτια.Τότε η γυναίκα χάθηκε!
Και έχυσα δάκρυα τόσα… όσα ποτέ Θεός δεν έζησε.

Όσιπ Μαντελστάμ, Ακόμα δεν απέθανα…

mandelstam-80d2f98d

Ακόμα δεν απέθανα, μόνος ακόμα δεν έχω μείνει
όσο με τη ζητιάνα φίλη μου μπορώ
καταχνιές, πείνα, χιονοθύελλες κι αυτό τον κάμπο τον θαυμαστό
να βλέπω, να τα χαιρόμαστε κι εγώ κι εκείνη.
Σε τούτ’ την ωραία μου φτώχεια, σε τούτ’ την πλούσια ζητιανιά
μόνος είμαι, ήρεμος, παρηγορημένος
στις μέρες μου, στις νύχτες μου ευλογημένος
κι ο άσπιλος ο μόχθος μου ηχεί κι αυτός γλυκά.
Αλί σ’ εκείνον που ολόιδιος η σκιά του
φοβάται τ’ αλυχτήματα και ο αέρας τον λυγίζει,
φτωχός εκείνος που έπαψε να ελπίζει
μονάχος με τον εαυτό του και με τη ζητιανιά του.

Γενάρης 1937

*Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Όσιπ Μαντελστάμ, Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι, «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα, 2008.

assets_LARGE_t_420_1002878.JPG

*Από το http://dimartblog.com/2013/10/02/210-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82/

Ελένη Βακαλό, Ιστορία αγάπης δεύτερη

GUNS+Eyes

Κρατώ τη φωνή του λάρυγγα πρώτα υψηλά
Κι ύστερα αρχίζω να διηγούμαι
Για εραστές που δεν έγιναν.
Μεταθανάτια θα έρθουν
Και σ’ όνειρο, πνεύματα
[Γιατί να φοβάμαι τις λέξεις;)
Τα μέλη που λίγωναν άλλοτε
‘Ανεμος, το βάρος τα λίγωνε έτσι
Και κάτι όμοιο σε μένα ετοιμάζεται
Στο σχήμα που αρχίζει πια κούφιο να μένει
Εκεί ο άνεμος θα έρθει
Περνώντας γλυκά ή και άγρια
Τους εραστές μου όσους δεν έγιναν
Συλλογίζομαι

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Βοτσαλάκια ΙΙΙ

p1080181

ΧΙ

Να, ματωμένο
το φεγγάρι. Μα κι έτσι
όμορφο μένει.

ΧΙΙ

Δες, κοκκίνισε
Το φεγγάρι. ΄Εξαψη
τάχα ή ντροπή.


XIΙΙ

Mπήκε η ζωή
σε γυάλινες οθόνες,
λιγοστεύοντας.

ΧΙV

Kοιμάται γλυκά.
Πρησμένα τα δικά σου,
άγρυπνα μάτια.

ΧV

Nαι. Να πετάξεις.
Μα ρουφώντας «ουσίες»,
μαδάς τα φτερά.

Στέφανος Τακτικός: Ἡ οἰκονομία τοῦ λόγου

taktikosstefanos-stisammoudiestouomirou-eikona-02
 
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μι­λᾶ­νε ὅ­λο γιὰ λε­φτά. Μι­λοῦν χω­ρὶς στα­μα­τη­μό, λὲς καὶ δου­λεύ­ουν μὲ κέρ­μα­τα. Πλη­ρω­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, λό­για ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται τοῖς με­τρη­τοῖς – εἶ­ν’ ὅ­λο γιὰ κά­ποι­α δο­σο­λη­ψί­α· χω­ρὶς λό­γο, τζάμ­πα καὶ βε­ρε­σὲ —δη­λα­δὴ νά ’χου­με νὰ λέ­με— με­τα­ξὺ φί­λων ποὺ δὲν χα­ρί­ζον­ται. Τὰ στό­μα­τα ἀ­νοί­γουν δι­ά­πλα­τα σὰν νὰ βγά­ζουν τὴ γλώσ­σα κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά· οἱ ἦ­χοι μοιά­ζουν ἄ­ναρ­θροι σὰν ν’ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι τα­μεια­κῆς μη­χα­νῆς. Κυ­κλο­φο­ρεῖς ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος λα­θραῖ­α, νι­ώ­θον­τας σὰν πλα­στὸ χαρ­το­νό­μι­σμα κι ἐ­κεῖ ξε­χω­ρί­ζεις, σὰν κλέ­φτης ποὺ και­ρο­φυ­λα­κτεῖ ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι σὲ ἀ­γνο­οῦν ἀ­νύ­πο­πτοι, προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πὸ δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά, φρά­σεις νὰ κου­δου­νί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νει ἕ­να κέρ­μα ποὺ πέ­φτει στὸ πλα­κό­στρω­το. Ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς πο­λι­τι­κῆς μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο, τὰ λό­για πέ­φτουν στὸ κε­νό. Στὴν ἀ­γο­ρὰ ὅ­λοι μι­λοῦν ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια σὰν νὰ δαγ­κώ­νουν κάλ­πι­κο νό­μι­σμα – ἢ καὶ ἐ­φαρ­μό­ζουν πι­στὰ τὸ δόγ­μα: «ἡ σι­ω­πὴ εἶ­ναι χρυ­σός». Τὰ λό­για τους, ὅ­ταν μι­λᾶ­νε γιὰ λε­φτὰ —δη­λα­δὴ πάν­το­τε ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως— εἶ­ναι ἡ ἴ­δια τους ἡ σι­ω­πή – ἐ­ξαρ­γυ­ρω­μέ­νη, κε­λα­η­δών­τας σὰν ζε­στὸ συ­νάλ­λαγ­μα.

       Τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ εἶ­χε φύ­γει γιὰ κεῖ ὅ­που δὲν περ­νᾶ­νε λε­φτὰ καί, μέ­χρι νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν ἐ­κμε­τάλ­λευ­ση τῶν λου­τρῶν, τὸ κοι­νὸ ἔμ­παι­νε ἐ­λεύ­θε­ρα – ἔ­λει­πε ὁ σκύ­λος πού, τὸ Χει­μώ­να, φύ­λα­γε σὰν Κέρ­βε­ρος καί, περ­νών­τας τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα, ἦ­ταν σάν, ἐν τῇ ἀ­που­σί­ᾳ του, νὰ εἰ­σερ­χό­σουν λα­θραῖ­α στὸν κά­τω κό­σμο, ὅ­που οἱ ψυ­χές, μ’ αὐ­τὴν τὴ σι­ω­πὴ τοῦ βυ­θοῦ, ἔ­στε­καν ἀ­μί­λη­τες ἤ, σὰν νὰ ‘ταν τὰ φαν­τά­σμα­τα τῶν ἀλ­λο­τι­νῶν λου­ο­μέ­νων ποὺ ’χαν γί­νει ἀ­φρός, ψι­θύ­ρι­ζαν μυ­στή­ρια καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτα μὲ τὴ βο­ὴ τῶν κυ­μά­των, σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­φο­ρού­με­νό τους πή­γαι­ν’ ἔ­λα, τὸ αἰ­ώ­νιο πού, ὅ­μως, δή­λω­νε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρο­δι­κά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Μὲ τὰ κύ­μα­τα, τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ ἔ­κο­ψε στὴν εἴ­σο­δο μιὰ ζω­ὴ εἰ­σι­τή­ρια κι ἔ­τσι πλή­ρω­σε γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του τα­ξί­δι, ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ φραγ­κο­δί­φραγ­κα, τὰ ναῦ­λα γιὰ τὴν εἴ­σο­δό του στὸ νε­ρὸ καὶ τὴ με­τα­φο­ρά του ἀ­κτο­πλο­ϊ­κῶς, ἀ­πὸ τὸ βαρ­κά­ρη – σὲ αὐ­τὴν τὴν τε­λευ­ταί­α συ­ναλ­λα­γή, κά­πως σὰν ἐ­πι­σφρά­γι­ση τοῦ ὅ­τι ὁ νε­κρὸς δὲν ἄ­φη­νε ἀ­νοι­κτοὺς λο­γα­ρια­σμούς, συγ­κα­τα­λε­γό­με­νος πιὰ ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ­σους δὲν τα­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κα­μί­α ἀ­νάγ­κη ἢ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Continue reading

Νεκταρία Μαραγιάννη, Ακατόρθωτο

Natalia Sergeevna Goncharova, Dream Landscape with Houses (1912)

Natalia Sergeevna Goncharova, Dream Landscape with Houses (1912)

Πάλι εδώ, στον τροχό της ζωής
προσμένοντας για ένα τίποτε
που έφυγε μάταια
χθες βράδυ,
λίγο προτού οι Μεγάλοι Ποιητές
τραγουδήσουν τα πάθη των ανθρώπων..

Νέττα