Ματέι Βίζνιεκ, Εθνικότητά μου είναι το χρώμα του ανέμου

595621_detay

“Μετανάστες”
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα
το όνομα που μας δίναν: “Μετανάστες”
“Μετανάστες”, θα πει,
κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους.

Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε
μιαν άλλη γη.
Ούτε και σε μιαν άλλη χώρα
μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί,
αν γινόταν.

Εμείς φύγαμε στα κρυφά.
Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε,
σπίτι δεν θα ναι, μα εξορία.

Έτσι, απομένουμε εδωπέρα,
ασύχαστοι, όσο μπορούμε
πιό κοντά στα σύνορα,
προσμένοντας
του γυρισμού τη μέρα,
καραδοκώντας
το παραμικρό σημάδι αλλαγής
στην άλλη όχθη

πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο,
χωρίς τίποτα να ξεχνάμε,
τίποτα ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συγχωράμε
τίποτα από όσα έγιναν.
Τίποτα
δε συγχωράμε!

Α, δε μας ξεγελάει
τούτη η τριγύρω σιωπή!
Ακούμε ίσαμε δώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν
απ’ τα στρατόπεδά τους.

Εμείς οι ίδιοι μοιάζουμε
των εγκλημάτων τους απόηχος,
που κατάφερε τα σύνορα
να δρασκελίσει.

Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος
με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή
που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ.

Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα…..

Οι ποιητές για την Εργατική Πρωτομαγιά

images-1


Άρης Αλεξάνδρου, Πρωτομαγιά

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο. Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν” ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ” τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.

images

Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Λιτανεία στην Πρωτομαγιά

Ιδού ο μισθός των εργατών,
ο αποστερημένος,
κράζει.
Και η βουή της προσευχής
περνά τα σύννεφα
της ακηδίας μας.

*

Πρωτομαγιά στο Σικάγο,
πάνε χρόνια,
αίμα.
Με ευχές στους βράχους
Καταϊδρωμένοι
γονατιστοί Του.

*

Παρελάσεις απέμειναν
οι πορείες μας,
πονώ.
Αλλά πολλοί ματωμένοι
στις μάχες
μας ικετεύουν.
*
Λιτανείες με προσευχές
οι αγώνες μας,
χαμός.
Δίκτυα συλλογικοτήτων
απανταχού
δεν αναμένουν;

Γιάννης Βαρβέρης, Πρωτομαγιά

Νωθρά δικαιώματα
κόκκινα ωράρια δροσερά
και λάγνα συνδικάτα.
Τ” αφεντικά τις απεργίες αμείβουνε
με υπερωρίες
εμείς κεφάτα τις δουλεύουμε
αυτές γεννούν ωάρια νέα
νέα κεφάτα ωράρια εκχωρούμε
μαζί και τους νόμιμους τόκους τους
με υπεραξίες
δωροδοκώντας το έλεος ζούμε.

Τάσος Λειβαδίτης, Μοιρολόι για ένα νεκρό

Φεγγάρι, ερημοφέγγαρο/ κριθάρινο φεγγάρι των φτωχών
αγέρα, πικραγέρα/ πολύλαλε αγέρα των μουγγών
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
σταυρώσανε το νιο,/ μήνα Μάη
σταυρώσαν το ροδόσταμο και το λεμονανθό –
ροδιά, δος του το αίμα σου
δος του το φέγγος σου, στερνό του ηλιοβασίλεμα,
μήνα Μάη, σταυρώσαν τον αυγερινό
αχ, το πρωί ήταν ήλιος και δροσιά
το μεσημέρι λάμψη κι όνειρα
το βράδυ ήρθε πικρό κι ολόμαυρο,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το Μάη
ύστερα πλύναν τα μαχαίρια και σκοτώσαν το νερό,
ύστερα κάναν να κοιτάξουν και σκοτώσανε το δειλινό
αστροφεγγιά/ χρυσάφι στο ταγάρι των τυφλών
α, σκύλα αστροφεγγιά, όπυ τους έφεγγες,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
Μεγάλη Παρασκευή των φτωχών
κι ολόρθες οι γυναίκες στα κατώφλια
με τα μεγάλα μάτια τους τον σαβανώνουν,
τα δεντρολίβανα σκύβουν και τον μυρώνουν,
οι άντρες πέρα μες στα καπηλιά
μ’ ένα πικρό τραγούδι τον κατευοδώνουν
τα χελιδόνια έρχονται και τον ανασηκώνουν,
αχ, το πρωί ήταν άνοιξη
το βράδυ μαύρη συννεφιά
το βράδυ ήρθε με δώδεκα καρφιά
το βράδυ γαύγιζε με δώδεκα σκυλιά
το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά
σύγνεφο, πικροσύγνεφο/ γιατί δεν έμπαινες μπροστά
κι από την κοντινή την εκκλησιά
γιατί δεν έσκουζες παρθένα Παναγιά,
α, κάτω απ’ τον άδειο ουρανό,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το νιο.

Γιάννης Ποταμιάνος, Η Πρωτομαγιά

Βγήκες αιμοστάλακτη
στην όψη
με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας αυταπάρνηση
στο φως του Μάη
Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
όνειρα
κι αστείρευτη αγάπη για ζωή
Να μυρίζει ο ιδρώτας σου
έρωτα
και η δουλειά σου ελπίδα Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
σαν στάχυ
τα κόκκινα τριαντάφυλλα
έγιναν παράσημα στα στήθη σου
επίμονα να αιμορραγούν
της λεβεντιάς το νάμα
Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα
εμπνέεις και εμπνέεσαι
απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες
της ανοιξιάτικης βροχής
και περιφρονώντας το χαλάζι
βλέπεις μόνο καλοκαίρι
Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
σε κάδρο κρεμασμένη
Οι εικόνες των μαρτύρων σου μας οδηγούν

Α.Κ., Πρωτομαγιά

Στους δρόμους με τις πλαστικές σημαίες
ενδοσκόπηση.
Τ’ αγάλματα της πόλης
σαν να ξεχύνονται στις διαδηλώσεις.
Πιάνεται η καρδιά μου κάθε Πρωτομαγιά
Μεγάλη Παρασκευή
αποκαθήλωση…
Ως η ζωή εν τάφω…
Τόσος καημός
Τόσες ήττες
Τόσο αίμα…
Μα το κόκκινο πέταλο της παπαρούνας
σαν κάνω πουκάμισο
θα είμαι του κόσμου της καταφρόνιας
όχι το σύμβολο μιας χαμένης άνοιξης
μα ένα τραγούδι σαν μυρωδιά του κάρβουνου
να βάψω όλα τα όνειρα…
Κι έτσι αγνός μέσα στα κουρέλια μιας ύπαρξης
να αναδυθώ σαν πρωινή δροσιά
σαν το άρωμα γαρίφαλου…
Πάλι προστάζω όραμα…

image0013

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα για την Πρωτομαγιά

images-3

ΣΤΕΦΑΝΙ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Χρειάστηκαν πολλά χρώματα και φέτος:
Πήραν κόκκινο απ’ τα τροχαία δυστυχήματα,
μπλε από τη μολυσμένη θάλασσα,
μαύρο απ’ τα καμένα δάση,
λευκό απ’ τα ναρκωτικά,
γκρίζο απ’ τα καυσαέρια,
κίτρινο απ’ τα σκουπίδια.
Έκαναν και ανακύκλωση.
(Το στεφάνι έπρεπε να ‘ναι στρογγυλό).
Έτσι τηρήθηκε το έθιμο και φέτος.

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Τι σύμπτωση…
και φέτος το στεφάνι
ήταν ακάνθινο.

Δημήτρης Τρωαδίτης, κι είπες

166793_133862636793695_1567446887_n

κι είπες να παραβγούμε
ο ένας τον άλλον
μ’ εκείνη την τρεμάμενη
ανάσα αγωνίας
ο ένας να ξεπεράσει τον άλλον
αλλά μας έκοψε το νήμα
της αναλγησίας

κι είπες να φύγουμε
να μην κοιτάξουμε πίσω
μ’ εκείνο το δήθεν
αποφασιστικό βλέμμα
το αναντίρρητο
αλλά μας σταμάτησαν στο δρόμο
τα σύνορα
κι οι προσταγές

κι είπες ν’ αφήσουμε
το παρελθόν να φύγει
οι νεκροί να θάψουν
τους νεκρούς τους
η ανάγκη να μη μας καθοδηγήσει
αλλά υπακούσαμε ξανά
στα άχρωμα κελεύσματα
των δημοσιολόγων του τίποτα

κι είπες ν’ αντισταθούμε
να τα παίξουμε όλα για όλα
αλλά γράφουμε σε θολά τζάμια
για να σώσουμε
την υστεροφημία μας
μέσα στα ξέφτια
μιας πρότερης ανθρωπιάς.

Inaugural AALITRA Translation Prize 2014

AALITRA-logo-image-file1

The Australian Association for Literary Translation (AALITRA) now invites entries for the inaugural AALITRA Translation Prize.

The AALITRA Translation Prize aims to acknowledge the wealth of literary translation skills present in the Australian community. Two prizes will be awarded, one for a translation of a selected prose text, and another for a translation of a selected poem, with the focus on a different language each time the prize is offered.

In 2014, the focus language will be Spanish. The prose text for translation is “Antes del almuerzo” by Ana María Moix. The poetry text is “¿Somos un poema?” by José Luis Reina Palazón. Each text is available from our website.

Winners will be awarded a cash prize of $250, a book prize, and one year’s membership of AALITRA. The Awards Ceremony will be held in late September in Melbourne.

Winning entries will be read aloud at the Awards Ceremony, and will be published in the Association’s peer-reviewed open-access journal, The AALITRA Review.

Closing date: Friday 18 July 2014

Entries (see guidelines below) should be sent to translationprize@aalitra.org.au

Conditions of entry:

The competition is only open to Australian citizens and permanent residents.
By entering, participants consent to their translation being published in The AALITRA Review if it is awarded a prize.

There is no entry fee but only one entry per participant will be accepted: either the prose translation or the poetry translation.

The entry should be double-spaced in Times New Roman 12-point font, with the entrant’s name on each page. The cover sheet (available from our website) must be completed and included with the translation. Only electronic submissions in Microsoft Word or PDF format will be accepted. No late entries will be accepted.

The judges’ decision is final. No correspondence will be entered into and submissions will not be returned.

All participants will be notified by email of the outcome of the competition.

http://aalitra.org.au/aalitra-translation-prize/

Άννα Αχμάτοβα, Στον ξύπνιο

Cologne Progressives:Franz w Seiwert 'Demonstration (1925)

Και τον χρόνο έδιωξα, και τον χώρο έδιωξα.
Κι όλα τα είδα μέσα απ’ τη νύχτα τη λευκή–
Και τον νάρκισσο στο κρυστάλλινο βάζο στο τραπέζι σου,
Και του τσιγάρου τον γαλαζωπό καπνό.
Κι εκείνος ο καθρέφτης όπου, σαν το καθάριο το νερό,
Θα μπορούσες να καθρεφτιστείς. Και τον χρόνο έδιωξα και τον χώρο έδιωξα.
Μόνο που εσύ να με βοηθήσεις δεν μπορείς.

*Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης).

** Παρμένο από το http://greekpoems.wordpress.com/2014/04/28/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B9%CE%BF-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B4/

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Το τελευταίο φως

eclipse-83

Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια,
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό. Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δεν σταματάει το μάτι:
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα ΄χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα προσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τελειωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα

*Παρμένο από το http://greekpoems.wordpress.com/2014/04/29/%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B7-%CF%81%CE%BF/

Καίσαρ Εμμανουήλ, Δυο καρδιές ηλεκτρισμένες σ’ ένα τραίνο…

1509849_316300481852363_8807175054181453026_n

Στις 24 Απριλίου ήταν η επέτειος του θανάτου του ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ (1902-1970).

Το πρωί, μέσα στο τραίνο, όπως τη θέση μου

–την ίδια πάντα- παίρνω απέναντί σας,

τ’ ωραίο, λιτό κεφάλι μού προσφέρετε

σα φρούτο σε κρυστάλλινη φρουτιέρα…

Μπροστά σας ένα απλό παιδάκι γίνομαι

που, ορθό σε μια προθήκη φωτισμένη,

νιώθει η καρδιά του απόκρυφα να δένεται

μ’ ένα λαμπρό, γαλάζιο παιχνιδάκι…

Χρόνια με το ίδιο τραίνο ταξιδεύουμε,

λικνίζοντας τ’ απίθανα όνειρά μας:

στο ερωτικό, τ’ αμφίβολο ταξίδι μας,

ω, ας μένουμε κι οι δυο μας πάντα ξένοι!

*Το ποίημα πάρθηκε από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού στη διεύθυνση 
www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=375&author_id=80 και η εικόνα της ανάρτησης από τη διευθυνση http://www.museumsyndicate.com/item.php?item=9758
*Εμείς το ποίημα και την εικόνα τα πήραμε από τη σελίδα της φίλης Σωτηρίας Αλωνιστιώτη στο facebook.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food

1979565_1487074411521260_230376856_n


I

Είπε να μείνει.
Κι έμεινε. ΄Ολοι, όμως,
πού είναι, λένε.

ΙΙ

Διάβασα πολύ.
Όμως ποτέ δεν αρκεί.
Χρόνε σε μισώ.

ΙΙΙ

Νύχτες να γλεντώ,
της νύχτας τους κινδύνους
αποφεύγοντας.

ΙV

Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
και λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.