Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food II

Alone_by_myceK

VI

Hλιόλουστη μέρα. Η μοναξιά μου
κρύβει το φως.

VII

Όμορφη φύση
στης άνοιξης τη γιορτή,
μα ξυπνούν φίδια.

VIII

Λίγα τα χαρτιά
στο συρτάρι. Μα πόσο
πολλά θυμίζουν.

ΙΧ

Πάπλωμα ζεστό
μας σκέπαζε. Χώρια σου
κρύο το νιώθω.

X

Της είπε: Φεύγω.
Σηκώνει τους ώμους της.
Κρύβει το φόβο.

Γιάννης Ποταμιάνος, Παράπλευρη απώλεια

983666_866853336675201_7121567437513356831_n

============= Πάντα ωρυόμενος
——————- πάντα εξεγερμένος
θιασώτης του νέου,
—- ιερολοχίτης οπλομάχος
—————————– δικαιώθηκε
Ήρθε ο καιρός
κι ο μέγας τυχαιάρχης τον ευνόησε,
του έδωσε πέτρα και μυστρί
και πολλούς μα πολλούς
—————— πρόθυμους εργάτες
Κι αυτός άρχισε να χτίζει τη νέα πόλη
πυρετός και δόξα, όλα απ’ την αρχή
—— νέοι δρόμοι, νέα τείχη, νέοι ναοί
Τελειώνοντας
——– ανέβηκε σε παρακείμενο λόφο
————————- να θαυμάσει
και είδε από ψηλά τη νέα πόλη
και είδε από ψηλά την ίδια πόλη
—————————– την παλιά
Γύρισε κυφός κατηφής και άδειος
———- μ’ ένα πιστόλι στον κρόταφο
Αλλά ο μέγας εξουσιαστής
αδυσώπητος
———- τον τίμησε όπως του έπρεπε
Με παράσημα, θώκους κι αξιώματα
—– τον ανακήρυξε αυλικό πολεοδόμο
Οψίπλουτος,
πούλησε ακριβά το νεανικό του όνειρο
Όμως μια μόνιμη πίκρα στο χαμόγελό,
του ‘μεινε για πάντα
————– ως παράπλευρη απώλεια

7 Μαρτίου 2014

Πωλ Βερλαίν, Ο ουρανός είναι πάνω απ’ τη στέγη

Πάνω απ’ τη στέγη ο ουρανός
Πόσο γαλήνιος είναι, πόσο γαλανός
Πάνω απ’ τη στέγη ένα δενδρί
Τη φοινικιά λικνίζει

Στον ουρανό που τον θωρείς το σήμαντρο
Ήχους γλυκούς σκορπίζει
Ένα πουλί πάν’ στο δενδρί
Τον θρήνο το δικό του κελαηδεί

Θεέ μου, θεέ μου, εκεί είν’ η ζωή
Ήσυχη και απλή
Η γαλήνια φήμη αυτή
Έρχεται απ’ την πόλη

-Τι έχεις κάνει, ω εσύ που
Ασταμάτητα θρηνείς
-Πες μου, τι έχεις κάνει εσύ
Για τη δική σου νιότη;

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη για τη συλλογή , “Πριν εισέλθετε, βεβαιωθείτε” της Γεωργίας Τρούλη

1947443_723065824390796_607361336_n

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΟΥΛΗ
ΠΡΙΝ ΕΙΣΕΛΘΕΤΕ, ΒΕΒΑΙΩΘΕΙΤΕ
ΕΚΔ.ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, 2013

Όταν ένα βιβλίο σε βυθίζει στο όνειρο, μοιραία αναστοχάζεσαι πάνω στην πραγματικότητα. «Τα όνειρα τα καταβροχθίζει κανείς με όλες του τις αισθήσεις», μας λέει η Γεωργία Τρούλη. Πώς είναι όταν ο άνθρωπος ονειρεύεται ιστορίες και έρχεται αντιμέτωπος με χαώδεις καταστάσεις του υποσυνείδητου και του εσώτερου εγώ; Πώς είναι όταν ο διαρκής διχασμός συνιστά μια αλλοπρόσαλλη διαδρομή και καταλήγει να γίνει μια άλλη ταυτότητα; Βρισκόμαστε ανίσχυροι απέναντι στο εξής αντιφατικό φαινόμενο: την εναλλαγή απώλειας και επανάκτησης του εαυτού. Η Γεωργία Τρούλη, ζωηρά και αποφασιστικά, αφηγείται διχασμούς και μας βυθίζει σε δεκάδες μυστικές διαδρομές που διαθέτουν αγριότητα. Ζωγραφίζει σκληρές ποιητικές εικόνες, κάποιες από αυτές μένουν ανολοκλήρωτες να αιωρούνται μαγικά στις συνειδήσεις μας, διαθέτοντας μικρή ή μεγαλύτερη ποσότητα φρίκης, απαραίτητο συστατικό για να νιώσουμε το σοκ μιας πρωτοφανούς ψυχρότητας.

Δεν υπάρχουν ζεστά χρώματα για να βάψουν τα επιμέρους τοπία που δημιουργεί η Τρούλη. Διχάζεται μέσα της ο κόσμος ή μάλλον κομματιάζεται, γίνεται θρύψαλα σχεδόν. Όμως εκείνη έχει την ψυχραιμία να τον δει από ψηλά και να τον περιγράψει. Έχει την τόλμη να αφηγηθεί το ανείπωτο, το τερατώδες, το τραυματικό. Η αλλοίωση του κόσμου στη συνείδησή της ελλοχεύει ένα σοβαρό κίνδυνο. Να μην αναπλαστεί πάλι, να βυθιστεί στο αιώνιο σκοτάδι.Εδώ που διαβάζουμε η διαύγεια μοιάζει ξεχασμένη υπόθεση. Μάταιη είναι κι η αναζήτηση ταυτότητας του βιώματος, του αρχικού ερεθίσματος που φιλτράρεται με ιδιαίτερο τρόπο από την δημιουργό. Εκείνη έχει καλά κρυμμένο το εγώ της. Ξαναγυρίζω πάλι στην εικονοποιία, πιάνω το νήμα από κει που το άφησα. Άπειρες μικρές ή πιο μεγάλες εικόνες, σαφείς ή ασαφείς, ρεαλιστικές ή μη ρεαλιστικές, σουρεαλιστικές και (μετα)μοντέρνες, ίσως, στα σημεία. Άπειρες εκδοχές και συνειρμοί που φλερτάρουν ασύστολα με μια ιδιάζουσα ποιητικότητα. Κοφτές φράσεις, άλλες ανολοκλήρωτες, στίχοι ριγμένοι επιμελώς ατημέλητα πάνω στο χαρτί για να πυροδοτήσουν μια κάποια δραματικότητα και να γεννήσουν ερωτήματα. Ρωτάω όπως αναπνέω. Υπάρχει ποίηση στην πεζή πραγματικότητα; Yπάρχει ποίηση μέσα στα όνειρα; Yπάρχει ποίηση στο θάνατο; Ποίηση στο φόβο; Ποίηση στον πόνο; Aνιχνεύοντας αν υπάρχει ποίηση μέσα σε όλα τα παραπάνω, η ποιήτρια βουτάει για τα καλά μέσα την ποιητική διαδικασία,’ «αγκυλώνει το χάος», έστω για λίγο, κι είναι έτσι σαν να το νικά, φλερτάροντας με το αιώνιο και το άφθαρτο.

Τραγουδώντας το κενό κι αντέχοντας συρρικνώσεις. «Πηγαινοφέρνοντας λέξεις» και παραληρώντας αναπόφευκτα λίγο πριν την τελική απόσχιση. Αποταμιεύοντας γλωσσικές και νοηματικές αντιφάσεις. Καταγράφοντας με σθένος ό,τι καταργεί και καταστρέφει και απολαμβάνοντας τις αποδομήσεις και την ενέργειά τους, δεν στοχεύει στην ανάπλαση και αναδόμηση απαραίτητα. Τιμά τα ερείπια. Εγώ ως αναγνώστης αγαπώ πάντα τις ιστορίες με κακό τέλος. Τις θεωρώ πιο αληθινές και πιο αυθεντικές. Κλείνοντας, δεν μας νοιάζουν οι σαφείς προθέσεις σε αυτήν την περίπτωση. Είναι το strong feeling, η δημιουργική ένταση, οι άπειρες διάχυτες αισθήσεις που σαν δώρα σου προσφέρονται. Ναι, δεν μας νοιάζουν οι σαφείς προθέσεις, όταν ο αναγνώστης είναι διαρκώς υπ’ ατμόν και απορημένος βαθιά μπροστά στο θαυμαστό.

*Αναδημοσίευση απο το http://varelaki.blogspot.gr/2014/05/notationes-m-i-o-2014_2886.html

Άννα Νιαράκη, από “Το Μερίδιο των Αγγέλων”

1513739_10152107149382219_7815752516140021203_n

Στην άκρη του νήματος

ένα καινούργιο κουβάρι

ανέμιζαν οι απώλειες,

στο τέρμα του χρόνου

οι αποσωσμένες βροχές.

Στο δεύτερο δανεικό μου πρόσωπο

το σφραγισμένο χαμόγελο ενός άλλου

που στάθηκε κάποτε στον ίδιο καθρέφτη.

Ό,τι μ’ εξύψωσε

οι ήττες μου.

Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο.

Όλα τα ναι

που πειθήνια άπλωσαν

το λαιμό τους

στη λαιμητόμο των όχι.


*”Το Μερίδιο των Αγγέλων”, Παρίσι 2012.

**Η εικόνα της ανάρτησης χρησιμοποιήθηκε από την ποιήτρια στη σείδα της στο facebook.

Νικόλας Άσιμος, Μην καρτεράτε άλλο πια

Μην καρτεράτε άλλο πια, σπάστε της πείνας τα δεσμά
Να βγάλουμε απΆ τη πέτσα μας και το λουρί απ’ το σβέρκο μας
Ως πότε θα πεινάμε και θα τους προσκυνάμε;

Κι όσοι μας λεν, σιγά-σιγά, των μπουρζουάδων η ουρά
Γοργά κι αυτοί βολεύονται, με τους αστούς μπερδεύονται
Μας γιόμισαν πομόνια τα μπλε τους πανταλόνια.

Τόσα χρονάκια φοβερά δεν τους αλλάξαν τα μυαλά
Μας τραγουδάνε κι άσματα για της βουλής τα πλάσματα
Να φύγει ο Αβέρωφ και να ΅ρθει ο Αγγέλωφ.

Εργάτες σκλάβοι και παιδιά, νάτην, ξυπνά κι η αγροτιά
Της γης οι προλετάριοι μαζί μας ξεσηκώνονται
Μονάχοι μας ραγιάδες, ωσάν κι εμάς χιλιάδες.

Μην καρτεράτε άλλο πια, σπάστε της πείνας τα δεσμά
Να βγάλουμε απ’ την πέτσα μας και το λουρί απ’ το σβέρκο μας
Το δίκιο είναι δικό μας.

Αυτό αλήθεια, ήταν το πρώτο μας ξύπνημα
Αυτή η πρώτη σπίθα που καίει τις καρδιές
Αυτά τα πρώτα μας τραγούδια που μας ενώνουν στον αγώνα.
Αυτοί οι πρώτοι μας νεκροί
Κι αυτοί που χάραξαν το δρόμο από παλιά.
Για όλα αυτά η νίκη είναι δικιά μας.

Όλο και πιο πολύ φουντώνουν οι γραμμές μας
Γινόμαστε ποτάμια, ωκεανοί που σφίζουνε από ζωή κι ελπίδα
Αυτά τα πρώτα μας χαμόγελα μιας γης ευτυχισμένης
Αυτά τα πρώτα σκιρτήματα της λευτεριάς

Για μας, για τις γενιές που θα ΅ρθουνε πιο ζωντανές
Και πιο σπινθηροβόλες μεγαλωμένες στον αγώνα μας.

Για το σοσιαλισμό.
Για την κατάργηση της εκμεταλλεύτριας τάξης των μπουρζουάδων
Για το ξεπάστρεμα του ερυθρού γραφειοκράτη
Και των μηχανισμών της κρατικής επιβολής.

Καρδιά μου, μη βαρυγκωμάς.
Ακόμα κι αν χαθούμε, τα παιδιά μας θα καταργήσουν τις τάξεις
Και θα συνεχίσουν τον αγώνα μας
Θα καταργήσουνε τα σύνορα, πολέμους και πατρίδες
Ώσπου να μη φυτρώνουνε ποτέ στη γης αγκάθια
Και δηλητηριώδη φίδια και ρωγμές, που να πίνουνε το αίμα των θνητών
Και που κι αυτά, ουχί από θεόν αλλά από θνητόν σπορά τραφήκαν.

Για την πλέρια ευτυχία της ανθρώπινης ανάγκης
Όπου δεν θα είναι δυνατόν ο ένας να εκμεταλλεύεται τον άλλο
Όπου δεν θα είναι δυνατόν ο ένας ν’ αποφασίζει κι άλλοι να εκτελούν.

Για την πλέρια ευτυχία της ανθρώπινης ανάγκης
Όπου είναι τ’ όνειρο η ζωή.
Θέλεις το λες κομμουνισμό, δεν θέλεις, αναρχία.
Όλοι μαζί, όλοι μαζί μας στον αγώνα
Το δικό μας, το δικό σας, τον κοινό μας τον αγώνα.
Όλοι μαζί για να γευτούμε κάθε στιγμή της έκρηξης.

Μην καρτεράμε άλλο πια…

Νίκος Καρούζος, Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα

Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Bernard O’Dowd (1866-1953), May Day

190px-Bernard_ODowd,_1904

Come Jack, our place is with the ruck
On the open road today,
Not with the tepid “footpath sneak”
Or with the wise who stop away.

A straggling, tame procession, perhaps,
A butt for burgess scorn;
Its flags are ragged sentiments,
And its music’s still unborn.

Though none respectable are here,
And trim officials ban,
Our duty, Jack, is not with them,
But here with hope and Man.

Πελαγία Φιτοπούλου, Κατ’ οίκον

1016955_288317964668179_4191844713528328047_n

ναι,ναι σφουγγάρισα ναι
έπλυνα, ναι
οι νυχιές στον τοίχο
είναι η γδαρμένη απ’την νοσταλγία
αφηρημάδα σου
Το ξέρω ότι είσαι νεκρός
Μα, φαίνεται ακόμα λερώνεις
κι αυτό πικρό
τα ποντίκια το φτύνουν
Σκεπάσου τουλάχιστον
τώρα ταίζω και ανθρώπους

Ποθώ να ζω ανάμεσα σ’ ανθρώπους*

artworks-000013053959-epgdkq-original

Ποθώ να ζω ανάμεσα σ’ ανθρώπους που ’χουν συναίσθηση πως είμαστε σε πόλεμο· 
έναν πόλεμο ενάντια στη ζωή, ενάντια στο πνεύμα. 
 Ποθώ να ζω ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν κοιτάνε χάμω 
ή δε θα σε καρφώσουνε κατάματα μόλις μιλήσεις γι’ αγώνα ή εξέγερση 
γιατί μέσα τους ξέρουν πως έχουνε παραδοθεί 
 κι επειδή –ίσως, ίσως μονάχα– δε μίσησαν ποτέ το σύστημα στ’ αλήθεια. 

Ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν έχουνε αγοραστεί,
που δεν μπουκώσανε όσα χάπια τούς προσφέρθηκαν απλόχερα 
γιατί προτίμησαν να παλεύουν μ’ ένα αίσθημα παθολογικοποιημένης ανησυχίας 
παρά να ζούνε σε νεκρή ζώνη·
ανθρώπους που δεν καμώνονται πως πολεμάνε 
ενώ γίνεται πρόδηλο πως ό,τι κάνουν είναι να μετατρέπουν το πεδίο μάχης σ’ έναν κήπο.
Θέλω να ’μαι σ’ έναν τόπο όπου ο πόλεμος περνιέται.

*Aνώνυμου ισπανόφωνου ποιητή

**Πηγή: http://contrainfo.espiv.net