Ron Riddell, An Empty House in Titirangi / Ένα άδειο σπίτι στο Titirangi*

2-edna

for my parents

Empty rooms admit the light –
at the windows leaves abide
curious, alert, intent.

The people have passed on
leaving faint, whispered echoes
in the gently swaying air.

The people have passed on
but not the ferns, flowers:
magnolia, bougainvillea, manuka.

The people have passed on
but not the shrubbery, trees:
kauri, rimu, golden elm.

From the driveway entrance
through the canopy of leaves
the western sun peeps in

his lustrous fingers drawing back
the curtains, populating
the house once more.

——

Ένα άδειο σπίτι στο Titirangi*

Για τους γονείς μου

Κενά δωμάτια δέχονται το φως –
στα παράθυρα αφήνοντάς σε να εμμένεις
σε αδιακρισία, σε εγρήγορση, σε υπερένταση.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αφήνοντας λιπόθυμους, ψιθυριστούς ήχους
στον απαλά λικνιζόμενο αγέρα.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι φτέρες, τα λουλούδια,
οι μανόλιες, οι μπουκαμβίλιες, τα manuka**.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι θάμνοι, τα δέντρα
τα Kauri***, τα Rimu****, οι χρυσές φτελιές.

Από την είσοδο στην πλευρά του δρόμου
μέσα από τη θόλο των φυλλωμάτων
προβάλει ο δυτικός ήλιος

τα στιλπνά του δάχτυλα τραβούν πίσω
τις κουρτίνες, κατοικώντας
το σπίτι για μια ακόμη φορά.

*Titirangi. Προάστειο στην περιοχή Waitakere της πόλης Auckland της Νέας Ζηλανδίας.
**Manuka. Φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες που ευδοκιμεί στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, από τα λουλούδια του οποίου παράγεται μέλι.
***Kauri. Ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας που φτάνει μέχρι και 50 μέτρα ύψος και ζει πάνω από 2.000 χρόνια.
****Rimu. Ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας από το οποίο παράγεται αρκετά ανθεκτική ξυλεία.

#Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

##Ο Ron Riddell είναι σύγχρονος Νεοζηλανδός ποιητής.

Δημήτρης Τσαλουμάς, Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά

Petr Herel, Traversare (1993)

Petr Herel, Traversare (1993)

Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά
είπα να γυρίσουμε σπίτι μη και μας βρει η περίπολος
κι η συμφορά. Εκείνος σαν να γέλασε,
κάτι σαν μαρμαρωμένος λυγμός στην παγωνιά
του μισοφέγγαρου. “Σιγά, μή βιάζεσαι αδελφέ,
ξεχνάς πως έχω χρόνια ν’ ανεβώ αυτές τις σκάλες.
Κι έπειτα, δεν είναι αυτός ο δρόμος που θυμάμαι.
Πού είναι εκείνες οι αυλές, οι βαμμένοι τενεκέδες
με τα γεράνια, τα μπαλκόνια με τις μοσκοκαρφιές;
Και για ποια περίπολο μιλάς; Ξέρεις πως χρόνια τώρα
με σέρνουν κρύα ρέματα και βολοδέρνω
μέσα στου νου σου τις ερημιές.” Κι ήτανε τότες
που ξαφνικός αγέρας σίφουνας έσπρωξε το φεγγάρι
πέρα απ’ τον ουρανό, αφήνοντας το καντήλι να τσιρίζει
στο μισοσκόταδο, μπροστά στο εικονοστάσι.

Γεωργία Τρούλη, Ο επίδεσμος έρωτας

Έργο του Roger Mertin (1983)

Έργο του Roger Mertin (1983)

Όταν σου έλεγα κάποτε πως η πολλή μόρφωση
Λειτουργεί παραμορφωτικά στο βλέμμα
Έκανες εφησυχασμούς
Στο νύχι που κόβει τον παράμεσο
Κι έλεγες
Τώρα που καίω δέρμα-δέρμα την πλαστική
Αναπόδραστη ανάμνηση
γιατί θες να μάθεις
Για τον επίδεσμο έρωτα
Για τον επίφοβο αφανισμό μου
Κάνε αναδεύσεις
Και μην ξεχνάς
Να ξεμυτίζει η μύτη σου
Στο πάνω άκρο της σελίδας
Λέγεται ανύψωση πνεύματος;
Λέγεται κατακραυγη;
Αυτό είναι μόρφωμα
Επικηδειο μοίρασμα
Αγαπητή μικρή
και λίγοι
Σώθηκαν
από το σάρκωμα
Της γνώσης
Της μορφής
Και του έρωτα
Το υδροκέφαλο μωρό κοιμάται
Ανάμεσα
Στα πόδια μας
Το παίζουμε άνετοι
Προσποιούμαστε
δέσμευση

Άννα Νιαράκη, Οι φίλοι μου

1014479_10152096238507219_6036338374139268126_n

Οι φίλοι μου φυλή που αποδεκατίστηκε

σπάνια πουλιά που τα κυνήγησαν για τα φτερά τους

μαράζωσαν σε αστικά κλουβιά και την έκαναν μια νύχτα

με πανσέληνο

Οι φίλοι μου είχαν φτερά στην πλάτη

άγγελοι εκπεσόντες στη ζούγκλα

τους πήρε μια ζωή να βρουν το δρόμο πίσω

Οι φίλοι μου με περιμένουν, στέλνουν σημάδια με 

το Σείριο, να ξέρω να μη φοβάμαι

Νίκος Καρούζος, Περίπατος του Γιάννη

stalingrad-2

Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο
που είν’ έρημος
ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη-
μες στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.
Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια η μοναξιά σα δαχτυλίδι ζει στο δέρμα του
κ’ η μοίρα είναι μαύρη ως τα αστέρια.
Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο
Χρόνια και χρόνια ραγιάδες
Γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια
Ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.
«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα
είν’ η καρδιά μου σήμερα»…

*Από τη συλλογή “Η έλαφος των άστρων” (1962)
**Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το http://greekpoems.wordpress.com/2014/05/13/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food III

sleep+walker
XI

Άνοιξη μουντή,
σα να μην έχει έλθει
κι εσύ πού είσαι;

XII

Δεν άναψες φως
στη σκοτεινή κάμαρη.
Μέσα σου ψάχνεις.

XΙΙΙ

Σουρούπωσε πια
κι εσύ του γκιώνη ακούς
το παράπονο.

XIV

Σε βρήκα, είπε,
Μη έχοντας προσέξει:
Διάβαζα στίχους.

XV

Σε χείλη γκρεμού
περπατώ. Πόσες φωνές
φτάνουν στ΄ αυτιά μου!

Δημήτρης Τρωαδίτης, ο καθρέπτης

IMG_9540

στέκομαι σύγκορμος
απέναντι στο φανοστάτη
της ζωής μου
τη στιγμή που
το παράθυρο
δεν περιέχει τίποτα
κι ο καθρέπτης αναπαράγει
τα μύρια όσα

Μαρία Θεοφιλάκου, Η επαλήθευση του Κόσμου

ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ

Κρεσέντο μιας πλατιάς δημοκρατίας
είναι η φύση
Γιατί ποτέ δε ρώτησε το όνομα
και το ποιόν σου

Κι αν είσαι μόνος,
ο ωκεανός θα ενώνεται με τη στεριά
πέρα στη Mar del Plata κάθε βράδυ
ή θ’ αντηχεί ο αυγερινός τις μυρωδιές της Κίνας

Κι αν έχεις θλίψη,
μπορείς τη χούφτα σου ν’ απλώσεις στο φεγγάρι
στη χρυσαφιά παλάμη σου να λησμονήσεις
ανάμεσα σε αγριόχορτα και βάλτους ξαπλωμένος
τον τελευταίο σου χαμό

Κι αν έχεις χάσει,
υπάρχουν άστρα που τα μάτια σου αγνοούν
μα η καρδιά σου βλέπει
καθώς το πέρασμα των ανθοπώλεων αλαργεύει
πέρα στο Μεξικό, Νοέμβρη
Καθώς ο γύρω κόσμος σου είναι βαθύτερος
από την όποια σου περαστική θαμπάδα,
κοιτάς που ο χρόνος μοιάζει να σμίγει σε γιορτή
με ό,τι δεν αντιστέκεται

Κι αν είσαι μόνος,
τα αστέρια φέγγουν μιαν αλήθεια
μυριάδες χρόνια μακριά,
που ξεπερνά το όποιο βίωμά σου,
τον όποιο πόνο κρύβεις,
κάτω από το σηκωμένο σου γιακά,
στην πρωινή δροσιά

Όταν βραδιάσει ο ουρανός
βραδαίνει η στράτα προς το αύριο
Γιατί δημοκρατεί η φύση
ώστε δεν είσαι δα εσύ ο πιο εκλεκτός
παρά μονάχος σε μια κώχη γής
τριγυρισμένος από θάματα που ανήκουν σε πολλούς
ζωσμένος από ζωή άλλων που τρέχει
ενώ εσύ αργείς το λαβωμένο σου δρασκελισμό
προς την καινούργια μέρα

Κι αν έχεις χάσει,
τα αστέρια φέγγουν μιαν αλήθεια
μυριάδες δρόμους πιο μπροστά
Έτσι που κι αν πλαγιάσεις στο πεύκο δίπλα
και σηκωθείς στου πέλαγου το πρώτο κύμα,
την ευτυχία σου σκάβεις να βρεις
με λερωμένα μέλη στο άσπονδο χώμα

Σε πολιτείες που ‘ναι φρουροί ακοίμητοι
ή άλλες που ποτέ δεν θα ξυπνήσουν,
παραδομένες στο αιώνιο λίκνισμα της θάλασσας,
παντού θωρείς μικρός κι ολίγος
μπροστά στο στρόβιλο ετούτου του πλανήτη
μπρος στην πλημμύρα ανθρώπων που δικαιούνται

Κι αφού πονέσεις
για την λαμπρή την τύχη που δε βρήκες
θα λησμονήσεις πως είχες κάποτε αξιώσεις
Κι αν είσαι μόνος,
μην είν’ παράτερο,
μόνο επαλήθευση του Κόσμου

*Από την ποιητική συλλογή ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2010.

Τσέζαρε Παβέζε , Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου

Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου.
αυτός ο θάνατος που μας συνοδεύει

μέχρι το βράδυ από το πρωί, ξάγρυπνος

αναίσθητος σαν παμπάλαια τύψη

ή παράλογη διαστροφή.

Τα μάτια σου θα είναι μια μάταιη λέξη

μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.

Έτσι τον βλέπεις κάθε πρωί, μόνη,

διπλωμένη στα δυο μπροστά

στον καθρέφτη. Ω, αγαπημένη ελπίδα,

εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς

πως είσαι το τίποτα πως είσαι η ζωή

Για όλους έχει ένα βλέμμα ο θάνατος.

Ο θάνατος θα έρθει και θα έχει τα μάτια σου.

Θα είναι σαν να σταματάς μια διαστροφή,

σαν να βλέπεις να αναδύεται απ’ τον καθρέφτη

ένα πρόσωπο νεκρό,

σαν να αφουγκράζεσαι ένα στόμα κλειστό.

Βουβοί θα βυθιστούμε στην άβυσσο.

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

pavese+2

Νεκταρία Μαραγιάννη, Το ξύπνημα

cacao-photo1

Ποίηση
είναι να πεθαίνεις πάνω στο ποίημα,
να υπνοβατείς πάνω στους στίχους σου
νυσταγμένα όνειρα και ελπίδες
από έναν απαράμιλλο κόσμο Παραδείσου,
που με μιας απελευθερώθηκαν στο χαρτί
από τη βιαστική ένταση του κύματος,
από ένα χέρι που μιλά μόνο του,
από μια ψυχή
που βαπτίζει Λύτρωση
τον Πόνο που σπέρνουν
οι λέξεις που ουρλιάζουν
και η καρδιά που κλαυθμυρίζει.

Νέττα, 3/6/2011