Κώστας Καραχάλιος, Μη με αγγίζεις

10314566_308159216006288_1275061077934429678_n

Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε, αγαπημένη
αν ένας μικρός ποιητής γεννήθηκε
κάτω από του Σεράγεβο τον αστερισμό,
αν τον νανούρισεν έν’ ατέλειωτο μοιρολόι
για το μεγάλο του αδερφό
που ταξίδεψε με τρυπημένη καρδιά
ανάμεσα στις καλαμιές του Σαγκάριου.
Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε
αν κοπήκανε τα φτερά
που αψήλωναν τα παιδικά μου όνειρα,
αν τα ψηλά βουνά της πατρίδας
τέντωσαν την καρδιά μου ως που να σπάσει.
Μη με αγγίζεις τρυφερό μου όνειρο
Θα πληγώσω τα δάχτυλά σου.

Πέτρος Θεοδωρίδης, Όταν συναντηθούμε ξανά

όταν+συναντηθούμε+ξανά+(εξώφυλλο)

Τον Πέτρο Θεοδωρίδη τον ξέραμε ως δοκιμιογράφο και συγγραφέα με δυο  βιβλία (οι Μεταμορφώσεις της Tαυτότητας και η Απατηλή Υπόσχεση της Αγάπης) στο ενεργητικό του πριν εκδώσει την συλλογή ‘’ όταν   συναντηθούμε ξανά ‘’ με υπότιτλο  ‘’ποιηματάκια’’.
 
Από το διαδίκτυο ξεπήδησαν τα ποιηματάκια. Έτσι απλά και λιτά. Όχι ποιήματα, αλλά ποιηματάκια. Σαν ένας άλλος συνομιλητής του Θεόκριτου ο Θεοδωρίδης από το πρώτο σκαλί παρατηρεί το έργο του. Ανικανοποίητος επιλέγει το υποκοριστικό. Ποιηματάκια, λοιπόν, που επεξεργάστηκε, ξαναδιάβασε και φρόντισε σαν ασθενικά παιδιά που τελικά ενηλικιώθηκαν και βρήκαν το δρόμο τους προς την έκδοση.

Με συνείδηση της πλαστικότητας του στίχου ο Θεοδωρίδης αγγίζει  ευαίσθητες χορδές του σύγχρονου ανθρώπου. Με την οξυδέρκεια του δοκιμιογράφου, του συγγραφέα που αναζητά την εικόνα πίσω από το επιφανειακό χρώμα της ρητορείας και του κομφορμισμού, μεταχειρίζεται το στίχο ως ένα μέσο προκειμένου να αφυπνίσει τον αναγνώστη του. Συνδέει την προβληματική με την τέχνη, την αγωνία για το παρόν και το μέλλον με την εικονοπλασία και την πρόζα, τη θέαση της σύγχρονης κοινωνίας με το συναίσθημα και τον ποιητικό λόγο, με έναν τόνο διαχρονικό.

Continue reading

Jorge Luis Borges, Ποίημα στους Φίλους

10305965_682570925112226_1234976525264280902_n

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου. Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματά σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση. Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή. Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

*Μετάφραση: Δ. Καλομοίρης

Μίλτος Σαχτούρης, ο σκοτεινός ποιητής

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Μίλτος-Σαχτούρης

Ο σκοτεινός κόσμος του αγαπήθηκε όσο κανένας. Ποιητής του υπογείου, της φυλακής, που δεν έδωσε στίχους του στον κοινωνικό αγώνα του ανθρώπου. Κι όμως έγραφε πάντα για τον Άνθρωπο. Ζωγράφιζε πολύχρωμα ποιήματα. Παράλογος και τραυματικός, δεν ήταν ανατρεπτικός, αλλά σχεδόν “αντικοινωνικός” στη γραφή του ακολούθησε το δικό του μονοπάτι. 

Στο ποιητικό σταυροδρόμι ακολούθησε την ευθεία, εγκαταλείποντας τον -ορθόδοξο- υπερρεαλισμό και την -κλασσική- καρυωτακική μελαγχολία. Ο σκοτεινός κόσμος του αγαπήθηκε όσο κανένας. 
Παράλογος και τραυματικός, δεν ήταν ανατρεπτικός, αλλά σχεδόν “αντικοινωνικός” στη γραφή του ακολούθησε το δικό του μονοπάτι. Στο ποιητικό σταυροδρόμι ακολούθησε την ευθεία, εγκαταλείποντας τον -ορθόδοξο- υπερρεαλισμό και την -κλασσική- καρυωτακική μελαγχολία.
 
Αν και κατατάσσεται στο σουρεαλισμό, δραπέτευσε σύντομα από τις υπερρεαλιστικές εμμονές. Απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Οικοδομεί το έργο του με εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, που πλησιάζουν τον εξπρεσιονισμό. Ελλειπτικός, αλλά συναισθητικά αντιληπτός από τον αναγνώστη. Λεύτερος από λογικά σχήματα εκφράζει υποσυνείδητα -χωρίς φραγμούς- το δραματικό φάσμα ενός τερατώδους κόσμου.

Στο κολαστήριο του κατοχικού και μεταπολεμικού κόσμου, γεννάται η σαχτουρική ποιητική. Σκληρή, έντονη χρωματικά, γεμάτη εικόνες και μετασχολική κι αυτοκαταστροφικά μόνη αντιτάχθηκε στην εικονική ομορφιά του αντιπνευματικού κόσμου.

Continue reading

Σπύρος Μαρούλης, Ποιήματα

10371505_696576640398726_7622827124705945090_n

H ζωή είναι υπερβολικά βιαστική,
τα χρόνια αναμονής ανελέητα…

(Ο τσικνιάς εμφανίστηκε από δυτικά
πέρασε μέσα απ’ το πορφυρό κόκκινο χρώμα
του παράθυρου,
κρυφά με φίλησε στο πρόσωπο,
και χάθηκε)

Δεν μετανιώνω
που στις τελευταίες πράξεις
της παράστασης,
συγχέω τη ζωή χωρίς λύπη,
με τον ορίζοντα
της μη επιστροφής.

——–

Το σάλι που σου έστειλα….
να το φοράς.

Έχει υγρασία…

Βάλτο πάνω σου σωστά…

Το αγόρασα για σένα
αυτό το σάλι.

Να το φοράς…

Χρησιμοποίησέ το, για να ζεστάνεις το σώμα σου

με το αχνό του άρωμα να μυρίζουν τα μαλλιά σου

και το σώμα σου να πάρει τη γεύση του γάλακτος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό
υπάρχουν περιστέρια που πετούν

υπάρχει και η αγαπημένη σου φιγούρα
πάνω από τo διακεκομμένο σύννεφο

Αυτό το σάλι είναι
το δικό μας μικρό σπίτι

Ζούμε μέσα σε αυτό

Ζω μέσα σε αυτό…

——–

Μερικές φορές,
είμαι τόσο ήρεμος
με την αποδοχή
του πόνου που κουβαλώ
που ξεχνώ αν είναι
ή δεν είναι
δικός μου…

Vrasidas Karalis & Helen Nickas (eds.), Antigone Kefala a writer’s journey, Owl Publishing, Μελβούρνη 2013

dtbook310514

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Την Τρίτη, 27 Μάη, στο πλαίσιο της Έκθεσης Τέχνης του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Antipodean Palette, στην Γκαλερί Steps, στο Carlton, έγινε και η παρουσίαση της νέας έκδοσης των Εκδόσεων Owl, Antigone Kefala a writer’s journey. Το βιβλίο αυτό είναι κοινή εργασία των Βρασίδα Καραλή (καθηγητή Ελληνικών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ) και Ελένης Νίκα (πρώην πανεπιστημιακού και εκδότριας). Την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου έκανε η γνωστή Αυστραλή ποιήτρια, Judith Rodriguez.

Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι από τις πλέον γνωστές ποιητικές και λογοτεχνικές φωνές της ελληνικής Διασποράς στους Αντίποδες, είναι η κατ’ εξοχήν μεταναστευτική φωνή, καθώς είναι Ελληνίδα της Ρουμανίας, που έχει ζήσει ελάχιστα στην Ελλάδα και ως μετανάστρια αρχικά στη Νέα Ζηλανδία και από το 1960 και έκτοτε στην Αυστραλία. Έχει γράψει ποίηση αλλά και θέατρο και είναι φυσικά μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες φωνές της γενικότερης αυστραλιανής λογοτεχνίας, μιας και το σύνολο του έργου της είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα. Στο έργο της αντανακλώνται όλες οι επιδράσεις και οι αξίες που διαπερνούν έναν άνθρωπο που έχει ζήσει σε τέσσερις διαφορετικές χώρες καθώς και όλα όσα διαχέουν την πολυπολιτισμική υπόστασή της. Το έργο της αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης στην ίδια όλου αυτού του πλούτου και της ποικιλίας που απορρέουν από ένα τέτοιο μίγμα πολιτισμών, κοινωνικών αξιών και παραδόσεων.

Στο ανά χείρας βιβλίο οι Βρασίδας Καραλής και Ελένη Νίκα συγκεντρώνουν και παρουσιάζουν μια μεγάλη και ενδεικτική συλλογή κριτικών κειμένων για το γενικότερο ποιητικό και άλλο έργο της Αντιγόνης Κεφαλά, κείμενα και παρουσιάσεις που έχουν γραφτεί από ένα τεράστιο όσο και πολυποίκιλο –από την άποψη των διαφορετικών προσεγγίσεων στο έργο της ποιήτριας– φάσμα ομότεχνών της και κριτικών, και που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στα πλέον έγκυρα και γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά και επιθεωρήσεις της Αυστραλίας.
Ανάμεσα στους ανθρώπους των Γραμμάτων που έχουν συνεισφέρει στον παρόντα τόμο περιλαμβάνονται τρανταχτά ονόματα της αυστραλιανής ποιητικής σκηνής (John Tranter, Judith Rodriguez, Anna Couani κ.ά.), εκδότες και κριτικοί (Belinda Vaughan, Michael Griffith, Sneja Gunew κ.ά.), Ελληνοαυστραλοί πανεπιστημιακοί (Νίκος Παπαστεργιάδης, Μιχάλης Τσιανίκας, Γιώργος Καναράκης κ.ά.).

Όπως διαβάζουμε στο πίσω εξώφυλλο του βιβλίου, οι εκδότες του εν λόγω έργου στοχεύουν με αυτή την έκδοση να πυροδοτήσουν και να διευθύνουν έναν διάλογο, μια συζήτηση για τη ζωή και το συνολικό έργο της Αντιγόνης Κεφαλά. Έχουν διαλέξει και παρουσιάσει μια συλλογή αντιπροσωπευτικών κριτικών κειμένων για το έργο αυτό, όσο και την εκδοχή της ίδιας της Αντιγόνης Κεφαλά για το δικό της έργο, κάτι που έχει οδηγήσει, αναμφισβήτητα, σε ένα περίλαμπρο αποτέλεσμα, ένα βιβλίο σαν αυτά που μας έχουν συνηθίσει οι Εκδόσεις Owl, από την αρχή της σύστασής τους. Η στέγαση όλων αυτών των εργασιών σε έναν τόμο θα βοηθήσει τον μελλοντικό ερευνητή αλλά και τον απαιτητικό αναγνώστη να γίνουν συμμέτοχοι και να κατανοήσουν τα ταξίδι της Κεφαλά μέσα από πολιτισμούς και παραδόσεις.

Να σημειωθεί ότι το σχέδιο του εξωφύλλου είναι έργο του Φρίξου Ιωαννίδη και η φωτογραφία του Warwick Hatton.

Πληροφορίες: http://www.owlpublishing.com.au

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 31 Μάη 2014.

Nanja Noterdaeme, Change (10 small Spring poems)

Great-Autumn-Forest-Road


I

I don’t do things
I don’t copy the poems
I watch the butterflies
The butterflies pass
The man comes by
Gives me water
The weather goes by
Gives me flowers
The sun also walks by
With the time in its pocket
And gives me a light.

II

I watch a friend pass
She’s young and
walks like an old lady
Small steps
each step a rest
Da capo a little she bends
in black
A dressed
In black bent old
friend passes
bent and black in lent.

III

I wear my glasses
that everywhere I forget
I cannot read the pages well
The pages in a rush
run to the other side of the street
where you are not,
Any more
But the pages want to greet you,
Laugh about it all
It’s such a mess.

IV

Put together the pieces
The pieces and more
pieces of shriveled
designs, crooked papers,
Paper words
Lit a fire with the
deeds of evanescence
that still fuel
ashes of burned desires,
smoke of unborn ghosts.

V

There’s a tiny baby
A mini meteorite in my
coffee cup,
laying and waiting
to be born.
Could it be the corpse
of a Syrian child
wrapped in a white sheet
Could it be that
forever we mourn
what is yet unborn
and that the death
of the already dead
stops giving us any pain?
Could it be that
wrapped in white babies do not outlive
a butterfly, could it ?

VI

Down with the bike
to the rails
Swinging into a curve
Old kid, age fifteen,
long sleeves float from
your flabby jumper
winter after summer
withered basket shoes
searching for a kick
a twist of meaning
on the railway tracks
spring popping up.

VII

The drunken wasp flew turning on its own
drowned into the water,
scratching a spoon.
A voice gave an order
and some saw a little man bloom:
“The heavy part is mine!
I want the role of the executer”!
He dressed in black,
put a belt to his waist
The arrogant play started
A one man’s show joined by
drunken wasps in a one wasp’s show.
They put a gun into their belt,
and power is the drunken thing they felt,
and we the buzzing sound.

VIII

And than it stopped
A few drops left
Leftovers of
Grief some rain

Someone was listening
On the roof
It started again

Hesitating solitude
Not knowing what to do
With a powerful horizon
Too vast all of a sudden
Too fast.
Rain, no rain
Rains raining all over again

At loss with history
Tears converted into centuries

IX

Winter bones
crawl in a wooden soul
March fuels the bonfire
of late awakening and again
the rain carries it all away
A wave of light licks
The feet of dawn

X

You do not learn this
It is
You learn that it is.
Just like that
All over again
The blossom
The southern wind
The flower carpet
Purple my lovely Lila
Easter and in no time
scent subdued to
a split eyed summer hat.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πάθημα του ηλίθιου ποιητή

38_0029Ballet

α’

Δεν πρέπει να κοιτάξεις ποτέ
έναν ποιητή στα μάτια
αν δεν θες να γράψει ποίημα για τα μάτια σου.

β’

Δεν πρέπει να γράψεις ποτέ
ποίημα για τα μάτια μιας γυναίκας
αν εκείνη τρέμει την ίδια της την ομορφιά.

Ηλίθιε. Ηλίθιε ποιητή.
Το ήξερες. Οι θεές στο είχαν πει.

Τώρα βλέπεις τα μάτια της
μόνο μέσα από τις λέξεις που έγραψες τότε.

Το χρώμα τους, γαμώτο.
Θα μπορούσες τουλάχιστον να είχες γράψει
κι έναν στίχο για το χρώμα.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου επισκεφθείτε τη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com/