Philip Mead Reviews Corey Wakeling

goad-omen

Goad Omen
by Corey Wakeling

Giramondo Publishing, 2013

How do you hear the title to this volume of poems by Corey Wakeling? Goad Omen: two words that really slow you down as a reader, make you dwell on their unnatural pairing. Three dipthongal, molasses-slow syllables. They sound like a slip of the tongue, a conversational mishearing, or typo that should have been Good Omen perhaps. ‘Goad’ is a really old word, ambivalent here as it’s readable as either a noun or a verb, material and abstract at the same time – stick, prod, anku; impel, incite, drive. ‘Omen’ is another kind of referential flip-flop, signifying either a good or bad prognostication, black or white. Nothing in the extruded binary of this title, though, can resolve or clarify these indeterminacies. The meaning they produce is an estranging nimbus of uncomfortableness and unknowable fate.

Turns out this is emblematic of the ontology of words in Goad Omen’s poetic domain, and also of the off- and near-meanings they organise. Wakeling has a remarkably consistent voice, or voices, despite the arpeggio-like range of his shifts and changes. He delights in ironic adaptation/quotation, Malleyesque bathos, shifts between everyday idiom and graphic insistence (‘Pert nark’), alliterative burbling (‘their there-there shenanigan’), mock-seriousness (titles like ‘The Renaissance’), all kinds of surreal jump-cuts, and an Audenesquely arcane vocabulary – sopor, quidam, cryptomeria, bascule deglutition – unapologetically unAustralian, this. His language effortlessly avoids the tried and worn bromides of the poetic – predictable attitudes of the lyric ‘I,’ similes (a few only), deep imagery, rhetorical trajectories that reproduce affective curves – and yet with a mostly steady kind of syntactical plainness as structuring underlay.

Continue reading

Μανόλο, Σκόρπιοι στίχοι

2-5-2014+σταλακτίτες

Ο έρωτας έχει χρώμα βυσσινί
Και γεύση απογοήτευσης

Όλοι περίμεναν το φως,
το φως που θα αποκάλυπτε
την μορφή μιας αμαρτίας
γιατί βαρέθηκαν τον ρόλο του αθώου

Οι καιροί φεύγουν
και εσύ μένεις
κλεισμένος μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο
τρέχοντας να τους προλάβεις

Σηκώναμε τα χέρια μας
ψηλά και από εκει που
τα κοιτάζαμε τα
βλέπαμε να φτάνουν
μέχρι τον ήλιο

Έτσι μας πυροβόλησαν
πισώπλατα μπροστά
στον ήλιο

Τον τσάκωσαν να σκέπτεται τον εαυτό του

Εκτός από τραγούδια
Δεν ήξερε τίποτα άλλο να κάνει.
Τίποτα, μόνο τραγούδια,
Τα τραγούδαγε και χόρευε

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση).

Γκέοργκ Τρακλ, Δύο ποιήματα

tumblr_mxw33fGJdY1qitcpbo1_500


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το βράδυ σωπαίνει ο θρήνος
του κούκου στο δάσος.
Βαθύτερα γέρνει το στάχυ
κι η κόκκινη παπαρούνα.
Πάνω απ’ το λόφο απειλεί
μαύρη καταιγίδα.
Το παλιό τραγούδι του γρύλου
ξεψυχά στον αγρό.
Το φύλλωμα της καστανιάς
πια δε σαλεύει.
Το φόρεμά σου θροΐζει
στο γύρισμα της σκάλας.
Γαλήνια φέγγει το κερί
στο σκοτεινό δωμάτιο
ένα ασημένιο χέρι
το ‘σβησε- άπνοια, νύχτα δίχως άστρα.

ΓΕΝΝΗΣΗ

Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.
Κόκκινο κατεβαίνει το θήραμα απ’ το δάσος
Ω, τα βρυώδη μάτια του θηρίου.
Η γαλήνη της μητέρας όταν προβάλλει έκπτωτη
η παγωμένη σελήνη κι ανοίγουν τ’ αποκοιμισμένα χέρια
κάτω απ’ τα μαύρα έλατα.
Ω, η γέννηση του ανθρώπου! σκοτεινά παφλάζουν
τα γαλάζια νερά στο βραχώδη βυθό.
Στενάζοντας κοιτάζει την εικόνα του ο έκπτωτος
άγγελος, στο πνιγηρό δωμάτιο ξυπνάει κάτι χλωμό.
Δύο φεγγάρια λάμπουνε
τα μάτια της πέτρινης γριάς.
Αλίμονο, η κραυγή της γέννας με μαύρη φτερούγα
η νύχτα αγγίζει τον κρόταφο του αγοριού,
χιόνι, που πέφτει σιγανά από πορφυρό σύννεφο.

*Από το “Το Όνειρο του Κακού, Ποιήματα (1913-1915)”, Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εκδόσεις Ερατώ, 2005. Εμείς τα πήραμε από το http://www.poiein.gr/archives/290/index.html

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: Ένας εκπρόσωπος πρωτοπορία της γενιάς της κρίσης

156368-theoharris-papadopoulos

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος αποτελεί μια από τις πιο άρτιες ποιητικές μορφές της νεώτερης γενιάς. Εντάσσεται στη γενιά της κρίσης (όρος που θα επιβεβαιωθεί ή θα απορριφθεί στο μέλλον από τους κριτικούς), παρά το γεγονός ότι τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα προηγούνται της οικονομικής κρίσης. Η ένταξή του σε τούτη είναι όχι μόνο με ηλικιακά κριτήρια, αλλά κυρίως λόγω θεματολογία. Αποτελεί ένα αναπόσπαστο τμήμα της τόσο λόγω κοινών βιωμάτων όσο και του κοινωνικού προβληματισμού που εκθέτει.

Μέχρι σήμερα μετρά ήδη έξι ποιητικές συλλογές: Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση, 1997), Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014).

Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από μία μοναδική ικανότητα να συνθέτει άλλοτε σε δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο, άλλοτε ομοιοκατάληκτα κι άλλοτε σε ελεύθερο στίχο. Διαυγής κι αφηγηματικός ο στίχος του διαρρέει ένα κρυστάλλινο νόημα/μήνυμα, χωρίς περιθώρια για απορίες, δίχως παρερμηνείες.
Η γλώσσα του δίχως στολίδια, λιτή με έμφαση στην αφήγηση με έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Ο τίτλος του συνήθως είναι ένα προσηγορικό ουσιαστικό (άναρθρο ή έναρθρο) χωρίς να απουσιάζουν οι εξαιρέσεις ρηματικών τίτλων ή ονοματικών συνόλων. Ο τίτλος αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα του ποιήματος χωρίς να προδιαθέτει μόνος του για το θέμα του έργου.

Continue reading

Περιοδικό Vakxikon.gr [ Ιούνιος 2014 ] Τεύχος 26 ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ

WP4v8kGMsl2gcKBtIRr-ZkFZWnI3WwqNk4j2wdM0BiSDaMtEFN96Qw7TvGwt_sYKXVtpfe6NAmDCznJGaR0dgCFZTvcZBo38SPK7Ey_zpsHrvbmyW_AUu2MdHE2d91b3AVQ=s0-d-e1-ft

35 XΡΟΝΙΑ ΙΝ LIBRIS

Περιοδικό


Κυκλοφορεί στις 30 Ιουνίου 2014, το 26ο τεύχος του περιοδικού Vakxikon.gr, με ένα εκτενές αφιέρωμα 35 χρόνια in libris στον ποιητή Σωτήρη Κακίση:

– Προδημοσιεύεται το επόμενο ποιητικό βιβλίο του Το πνεύμα του χορού της λίμνης των αλόγων, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αιγαίον το φθινόπωρο του 2014.
– Συλλέγονται κείμενα των Τάσου Λειβαδίτη, Ευγένιου Αρανίτση, Ανδρέα Καραντώνη, Γιάννη Βαρβέρη και Γιώργου Μαρκόπουλου για τον ποιητή.
– Γράφουν οι: Γιώργος Πανουσόπουλος, Φοίβος Δεληβοριάς, Ηρακλής Οικονόμου, Ηλίας Γιαννακάκης και Νέστορας Πουλάκος.
– Απάνθισμα της καλλιτεχνικής πορείας του Κακίση: Ποιήματα, διηγήματα & πεζά, μεταφράσεις ποιημάτων και πεζών, σενάρια, στίχοι, συνεντεύξεις, δημοσιογραφικά κείμενα για τον κινηματογράφο, τη μουσική και τον αθλητισμό.
– Η μελέτη της Κατερίνας Καρπινάτο για την ποίηση του Κακίση. – Έκθεση ζωγραφικής από σπουδαίους ζωγράφους που έχουν φιλοτεχνήσει βιβλία του ποιητή: Αλέκος Φασιανός, Γιώργος Σταθόπουλος, Νίκος Χουλιαράς, Δημήτρης Μυταράς κ.ά. – Εκτενής βιογραφία του ποιητή. – Φωτογραφικό άλμπουμ με στιγμές του Κακίση τα τελευταία 35 χρόνια. – Ο Σωτήρης Κακίσης υπογράφει το αφιέρωμα με ανέκδοτους στίχους του. – Επανεκδίδεται, ακριβώς 26 χρόνια μετά, η εξαντλημένη ποιητική συλλογή του Κακίση Χρυσάφι στον αέρα!, από τις εκδόσεις Vakxikon.gr, αποκλειστικά σε έντυπο [ πρώτη έκδοση από τον Ίκαρο ]

Continue reading

Carlos Pelicer, Ώρες Ιουνίου

SouthPoleShadows_lro

Γυρίζω σ’ εσένα, μοναξιά, κενό νερό,
νερό των εικόνων μου, τόσο νεκρό,
σύννεφο των λόγων μου, τόσο ερημικό
νύχτα της ανείπωτης ποίησης.
Για σε το ίδιο αίμα –δικό σου και δικό μου-
ρέει η ψυχή του κανενός πάντα ανοιχτά.
Για σένα η αγωνία είναι σκιά στην πόρτα
που δεν ανοίγει ούτε τη μέρα ούτε και τη νυχτιά.
Ακολουθώ την παιδική ηλικία στη φυλακή σου, και το παιχνίδι
που εναλλάσσει θανάτους κι αναστάσεις
από την μια εικόνα στην άλλη ζει τυφλό.
Κραυγάζουνε ο άνεμος, ο ήλιος κι η θάλασσα σε ταξίδι.
Εγώ κατασπαράζω τις καρδιές μου
και παίζω με τα μάτια του τοπίου.
Ο Ιούνιος μού ’δωσε τη φωνή, τη σιωπηλή
μουσική να σιγάσω ένα συναίσθημα.
Ο Ιούνιος παρασέρνεται τώρα σαν τον άνεμο
κι η ψυχή άδικα βιάστηκε να ευχαριστηθεί.
Στο χρόνο τής θανής μου κάθε μέρα
οι συνέπειες της φωνής μού είπαν τόσα
και τόσο σιωπηλά, που κάποιες μέρες
ζήσαν στη σκιά αυτού τού τραγουδιού.
(Εδώ η φωνή ραγίζει κι ο τρόμος
για την τόση μοναξιά τις μέρες τις γεμίζει.)
Σήμερα κλείνει χρόνος, Ιούνιε, που μας είδες,
άγνωστους, μαζί, για μια στιγμή.
Οδήγησέ με σε κείνο το λεπτό από διαμάντι
που συ μες σ’ ένα χρόνο έκανες πέρλα θλιβερή.
Σήκωσέ με ως το σύννεφο που ήδη υπάρχει,
σώσε με από τα σύννεφα, εμπρός.
Κάνε νάναι το σύννεφο η καλή στιγμή
που μού ‘δωσες, Ιούνιε, και σήμερα έχει ενός χρόνου ζωή.
Δίπλα στον ουρανό τη νύχτα θα περάσω
για να διαλέξω σύννεφο, το πρώτο
σύννεφο που απ’ τ΄όνειρο θα βγει, από τον ουρανό,
τη θάλασσα, τη σκέψη και την ώρα,
τη μόνη ώρα που εμένανε προσμένει
Σύννεφο των λόγων μου προστατευτικό!

Νεκταρία Μαραγιάννη, Χειμώνας

100121-BloodyMoon

Η δειλία φαντάζει αναπόφευκτη κληρονομιά του φόβου. Οι ακτίνες του ήλιου προχωρούν αργά, ψηλαφώντας με επιφυλακτικότητα την πονεμένη Τσιμεντούπολη. Στους δρόμους αναβρύζουν οι πληγές της ∙ αγκαλιάζονται στοργικά από τον ουράνιο δίσκο, μέχρι που αντικρίζει τη στοργικότητα στα μάτια ενός περιφερόμενου σκύλου… και, τότε, ο δίσκος στρέφεται ολόκληρος προς την επιζούσα ύπαρξη, αναζητώντας, στον αμφιβληστροειδή της χιτώνα, τη ζωγραφιά του κόσμου. Η ρεαλιστικότις γίνεται δύσκολα δεκτή, αν και ανεπιθύμητη. Ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν σίγουρα καλύτερος, μα ο τρόπος, όσες φορές κι αν έχει διατυπωθεί, παραμένει αινιγματικός, πιθανόν δεν υπάρχει ∙ απουσιάζει το κλειδί που θα ανοίξει την πύλη.

Βλέποντας αποστασιοποιημένα την πραγματικότητα, δημιουργείται μια ουτοπία στην οποία η κυκλοφορία θα είναι καλύτερη, δίχως προσκόμματα και επίπλαστες δικαιολογίες. Συμβαδίζει με μία δύσκολη και πονεμένη έννοια, την επικοινωνία. Το «τώρα» την έχει απορρίψει, έδωσε «άκυρο» στην ύπαρξή της, ρίχνοντάς την στο βούρκο. Η αρχή έγινε με την ουσιαστική και -πλέον- ανύπαρκτη επικοινωνία, με αυτή, δηλαδή, που το ένα υποκείμενο κατανοούσε το άλλο, δίχως, το δεύτερο, να μπει στη διαδικασία να εξωτερικευθεί. Ακόμη, όμως, κι αν εκφραζόταν, δεν θα ήταν απαραίτητο να ανταποδώσει ο δέκτης, καθώς ο πομπός θα είχε την επίγνωση πως εκείνος θα τον καταλάβαινε. Αυτό και μόνο το ερέθισμα αρκούσε, ώστε να βγάλει στην επιφάνεια τα μύχια της ψυχής του, τις πληγές που ματώνουν και βασανίζουν.

Επόμενη ήταν η τυπική, αν κι αυτή επιβιώνει ακόμη. Το όριο ζωής της, ωστόσο, μειώνεται συνεχώς. Αποχωρεί γοργά καθώς πλησιάζουν τα γκρίζα σύννεφα. Επακολουθεί σιωπή και μετά βροντή. Συνοδεύεται από ένα αναπόδραστο ξέσπασμα ∙ η φύση σπαράζει, κλαίει, ματώνοντας τον εαυτό της και τιμωρώντας την ιερόδουλη ανθρωπότητα για τα καρφιά που της ρίχνει.

Της κάνω συμπαράσταση ∙ επιλογή μου, όπως και οτιδήποτε σε αυτό το μικρό θέατρο που αποκαλείται «ζωή». Γίνεται πιο δραματικό και ασφυκτικό όταν η παγωνιά της ανθρωπότητας αγγίζει τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Τότε κρυσταλλώνει μια ψυχή που ανέπνεε υπερηφάνεια κι ασφάλεια. Η κινητή μάζα αδιαφορεί για την «αναπνοή», νομιμοποιώντας και μονιμοποιώντας την απροσωπία, βαπτίζοντας «επικοινωνία» την εκφραστικότητα. Όπου κι αν διασχίσει κανείς έρχεται αντιμέτωπος με τη «χειμωνιά» του εαυτού του, την κακοκαιρία της ψυχής. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα επειδή φοβάται ∙ φοβάται πως, αν απλώσει τις ακτίνες του, θα σκαρφαλώσουν οι ζωντανοί νεκροί, με απώτερο σκοπό να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία τους, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά.

Ακολουθούν την αγέλη αρνούμενοι τη γύμνια τους, τη γύμνια που πηγάζει από αυτό που κάποτε αποκαλούνταν ψυχή ή προσωπικότητα. Ενδύονται με το καλούπι που προσφέρει απλόχερα η μάζα, επιβάλλοντας ως αντάλλαγμα τη μίμηση, ειδάλλως, την υπακοή των κίβδηλων επιθυμιών. Κάθε κίνηση του σώματος ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη παράλυση του «εγώ» και ερήμωση κάθε ζωτικής ίνας κυκλοφορίας. Σταδιακά αποχωρούν τα χρώματα όλων των ψυχών –νόθων και ζωντανών- το επιβάλει η δυσοσμία της εποχής ∙ το γκρίζο της ασφάλτου αγγίζει τις σόλες των παπουτσιών, έπειτα μεταφέρεται σε όλο το σώμα διεισδύοντας στο εσωτερικό του – σαν τους ιούς που αποκτούν ζωή αφότου εισέλθουν στον οργανισμό μας – δημιουργώντας, με αυτό τον τρόπο, «γκρίζες» ψυχές. Οι δείκτες του ρολογιού χτυπούν μανιωδώς αντίστροφα, ενώ απουσιάζει η πανάκεια που θα εξωραΐσει το μουντό χρωματισμό μας, ώστε να γίνουμε πάλι το υπέροχο ουράνιο τόξο.

Στη χώρα των μεγάλων καθένας αδυνατεί να συνειδητοποιήσει την αλήθεια, την οποία μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί ∙ ένα κομμάτι του ήλιου βρίσκεται μέσα μας, το άλλο μισό βρίσκεται κάπου αλλού κρυμμένο, κάπου κοντά μας ή μακριά μας, μα όντας ψυχικά μύωποι αδυνατούμε να το διαπιστώσουμε. Απαιτείται η εύρεση ενός μικρού κλειδιού, ώστε να ανοίξουμε την πύλη. Έπειτα, θα ανατείλει ο δικός μας ήλιος, αυτός που αγαπάμε σαν πηγή ζωής. Πλέον, δε θα είμαστε καταδικασμένοι στο αιώνιο σκοτάδι του χειμώνα, όμηροι της μελαγχολίας και της παγωνιάς που σκεπάζει την καρδιά μας.

Νέττα

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Είναι τα ποτάμια

1486774_10200946235681114_674524255_n

Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.

D.D. M. Fadul, Δύο ποιήματα

γατα

Το χρυσό τόξο διαπερνά

Τα μάτια που με περιγελούν
Οδήγησαν το δρόμο μου στον παράδεισο
και το κερί που άναψε για μας
Καίγεται μέχρι την τελευταία σταγόνα
Στα μάτια σου είδα κύματα
Της φωτιάς και του αίματος
Και στην ανάσα σου μύρισα το θάνατό μου
Αλλά διαπερνώ μέσα από τη ζωή
της ασπίδας σου και της δύναμής σου
και ταξίδεψα
Στην ύψιστη καρδιά του γαλαξία σου
Τα μάτια που με περιγελούν
Οδήγησαν το δρόμο μου στον παράδεισο

Περιπλανώμενες ψυχές

Οι νεκροί τινάζουν τη σκόνη από τα
παπούτσια τους και πεθαίνουν
άντρες και γυναίκες στοιχισμένοι
στο νεκροταφείο
πόρνες αστράφτουν και παιδιά κλαίνε
οι πύλες του Παραδείσου δεν έχουν
κλειδαριές ή δεσμούς
μα τα παιδιά κλαίνε – κλαίνε και κλαίνε
χωρίς χέρια χτυπούν
και χτυπούν – ντουκ – ουκ – ουκ
και κλαίνε περιπλανώμενες ψυχές

*Τα ποιήματα αυτά είναι από τη συλλογή “Η κραυγή της γέννησης” του D.D. M. Fadul, γνωστού ως Ντ. Ντ. Ο Ντ. Ντ. ήταν Σουδανός, με πτυχίο Καλών Τεχνών (Σχέδιο) από αμερικανικό πανεπιστήμιο και περιφερόταν και έκανε δουλειές του ποδαριού στη δεκαετία του 1980 στην Αθήνα και ειδικά στα Εξάρχεια όπου και τον γνώρισα. Την ίδια εποχή εξέδωσε με χίλιες δυό οικονομίες και περιπέτειες τη συλλογή αυτή, την οποία νόμιζα ότι είχα χάσει κάπου, αλλά τη βρήκα πρόσφατα χωμένη μέσα σε ένα μεγαλύτερο βιβλίο όπου είχε, φαίνεται, λουφάξει για χρόνια. Από τα τέλη της δεκεατίας του 1980 έχασα τα ίχνη του στην Αθήνα. Τα σχέδια στο εξώφυλλο και όλο το βιβλίο είναι δικά του.