Χρήστος Ζάχος Χ–έγερση υποσυνειδήτου Ποιήματα και πεζά, Εκδόσεις των Συναδέλφων

Print

Το μικρό αυτό βιβλίο δεν είναι μία ακόμη ποιητική συλλογή, από τις πολλές που κυκλοφορούν. Ο προφανής λόγος είναι ότι περιέχει και πεζά κείμενα. Ο βαθύτερος είναι ότι τα γραπτά του Χρήστου Ζάχου (ποιήματα και πεζά) κρύβουν μέσα τους τη δύναμη που δηλώνεται ρητώς και στον τίτλο: τη δύναμη της εξέγερσης.

Μιας εξέγερσης που δεν έχει να κάνει υποχρεωτικά με συγκρούσεις στο δρόμο και με πολυπληθείς διαδηλώσεις, αλλά με μια εσωτερική διαδικασία αποτινάγματος των αλυσίδων που κρατούν τον άνθρωπο μακριά από την ουσία της ζωής: την ελευθερία. Ο έρωτας, η φιλία, η απόγνωση, η διαφορετικότητα, η ελευθερία είναι έννοιες πανταχού παρούσες σε ένα βιβλίο που διαβάζεται απολαυστικά και σημαδεύει βαθιά τον αναγνώστη.

Το βιβλίο συνοδεύεται από CD με μουσικές απαγγελίες.

*Ο Χρήστος Ζάχος, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα ήταν το 2009 με την ποιητική συλλογή “Η νόσος της Ποίησης” από τις εκδόσεις Ίαμβος. Ακολούθησαν η “Κραταιά ως θάνατος αγάπη” με τον ίδιο εκδότη και “Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου” το 2011 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η “Χ–έγερση υποσυνειδήτου” είναι η νέα του λογοτεχνική δουλειά σε συνεργασία με τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Cassandra Atherton Reviews Anne Elvey

elvey

Kin
by Anne Elvey

Five Islands Press, 2014

The kinship Elvey forges between her poems and ecological criticism lends both rigour and reverence to her first full-length collection of poetry. There is a radiant stasis at the core of her poems that encourages the reader to listen to the susurration of multiple, overlapping conversations to which Elvey is contributing.

Elvey is a significant voice in Australian ecological theology. Her research and poetry blog, Leaf Litter, charts a series of important papers and pertinent thoughts about the link between ‘teaching, research and writing as a response to ecological crisis’. The most recent feature of this blog is Elvey’s presentation from the Ecofaith conference in May 2014, entitled ‘On (not) speaking about God ecologically’. In this paper, she considers scholarship on the kinship model, most importantly, extending eco-theologian Denis Edwards’ work on ‘challenging the model of domination and exploitation’. Elvey’s Kin puts into practice Edwards’ suggestion that we ‘have much to learn about kin-ship from the traditional cultures of indigenous peoples.’ Her ‘Claimed by Country’ sequence addresses, in her own words, her responses as:
a non-Aboriginal woman to the places I lived in and visited and my sense
of being “claimed” in part through a practice of attentiveness to the places that
are “country” for their Aboriginal, traditional owners.

Continue reading

Cesar Vallejo, Τα εννιά τέρατα

FOTO+CESAR+VALLEJO1

Και δυστυχώς
ο πόνος στον κόσμο μεγαλώνει συνεχώς
μεγαλώνει τριάντα λεπτά το δευτερόλεπτο, βήμα βήμα
και η φύση του πόνου είναι διπλός πόνος
και η συνθήκη του μαρτυρίου, σαρκοβόρος, αχόρταγη,
είναι διπλός πόνος
και η λειτουργία της πιο καθαρής χλόης, διπλός
πόνος
και το καλό του να είσαι, η κατήφειά μας εις διπλούν.
Ποτέ, ανθρώπινοι άνθρωποι
δεν υπήρξε τόσος πόνος στο στήθος, στο πέτο, στο πορτοφόλι,
στο γυαλί, στο κρεοπωλείο, στην αριθμητική!
Ποτέ τόση επίπονη συμπάθεια
ποτέ δεν εφόρμησε η απόσταση από τόσο κοντά
ποτέ, ποτέ η φωτιά
δεν έπαιξε καλύτερα το ρόλο του θανατερού κρύου!
Ποτέ, κύριε υπουργέ υγείας, δεν ήταν η υγεία
πιο θανάσιμη
ποτέ δεν εξήγαγε τόσο μέτωπο απ” το μέτωπο η ημικρανία!
Ποτέ δεν είχε το κομοδίνο στο συρτάρι πόνο
η καρδιά στο συρτάρι πόνο
η σαύρα στο συρτάρι πόνο.
Η κακοτυχία μεγαλώνει, αδέλφια άνθρωποι,
πιο γρήγορα απ” τη μηχανή, σαν δέκα μηχανές, και μεγαλώνει
με τα ζωντανά του Ρουσώ, με τα γένια μας·
κι είναι μια πλημμύρα με τα δικά της υγρά
με την δική της λάσπη, το δικό της στέρεο σύννεφο!
Το πάσχειν αντιστρέφει τις θέσεις, επενεργεί
στο ότι το υγρό στοιχείο του σώματος είναι κάθετο
ως προς το πεζοδρόμιο,
το μάτι βλέπεται και το αυτί ακούγεται
και αυτό το αυτί χτυπά εννιά φορές την ώρα
του κεραυνού, και εννιά ξεκαρδίσματα
την ώρα του σιταριού, και εννιά θυληκούς ήχους
την ώρα του θρήνου, και εννιά ύμνους
την ώρα της πείνας, και εννιά βροντές
και εννιά χτυπήματα με το μαστίγιο, μείον μιας κραυγής.
Ο πόνος μας αρπάζει από πίσω αδέρφια,
σε προφίλ
και μας οδηγεί άγριους στις ταινίες,
μας καρφώνει πάνω στα γραμμόφωνα
μας ξεκαρφώνει στο κρεβάτι, πέφτει καθέτως
πάνω στα εισιτήριά μας, τις επιστολές μας,
και είναι πολύ σοβαρό να υποφέρεις, μπορεί κάποιος να προσευχηθεί…
Γιατί σαν αποτέλεσμα
του πόνου, υπάρχουν κάποιοι
που γεννιούνται, άλλοι μεγαλώνουν, άλλοι πεθαίνουν,
και άλλοι που γεννιούνται και δεν πεθαίνουν, άλλοι
που πεθαίνουν χωρίς να έχουν γεννηθεί, και άλλοι
που ούτε γεννιούνται ούτε πεθαίνουν (η πλειοψηφία)
Και παρόμοια, ως αποτέλεσμα
του πάσχειν, είμαι θλιμμένος
ως τα νύχια, και πιο θλιμμένος ως τον αστράγαλο,
απ” το να βλέπω το ψωμί, σταυρωμένο, το γογγύλι,
αιμόφυρτο,
το κρεμμύδι, να κλαίει,
τα σιτηρά γενικά, το αλεύρι,
το αλάτι, να γίνονται σκόνη, το νερό, να γλυστρά,
το κρασί, ένα ίδε ο άνθρωπος,
τόσο χλωμό χιόνι, τόσο φλογερός ήλιος!
Πώς, αδελφοί
να μην σας πω ότι δεν το αντέχω άλλο και
δεν μπορώ άλλο να αντέξω τόσο συρτάρι,
τόσο λεπτό, τόση
σαύρα και τόση
αντιστροφή, τόση απόσταση και τόση δίψα για δίψα!
Κύριε υπουργέ υγείας, τι να κάνω;
Αχ, δυστυχώς, ανθρώπινοι άνθρωποι
υπάρχουν, αδέρφια, υπερβολικά πολλά να κάνεις.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο http://radicaldesire.blogspot.gr και στο http://oulaloum.espiv.net

Γιάννης Σκαρίμπας, Φαντασία

skarib2

Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν’ σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ’ τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ’ από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ’ τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου…

*Από τη συλλογή “Ουλαλούμ”.

Βάσω Καλαμάρα, Δελφοί

Delphi02AthenaSanctuary

Ήταν το φως
αλλού λιγόστευε κι αλλού απλώνονταν απέραντο
ώς της ψυχής τα βάθια.
Ήταν εκείνες
οι λιγοστές κολώνες, που φιλούσανε τις άκρες σου
και τις χαϊδολογούσε ο ουρανός αψύς χωρίς στολίδια.
Ήταν οι Πυθίες
που πέρασαν στα τρίποδα ανακούρκουδες και γεύονταν
της Αράχωβας το κατσικίσιο γάλα, τ’ αγριόμελι
δαφνόφυλλα, ψωμί το κριθαρίσιο.
Ήταν ο αγέρας πόφερνε ο Παρνασσός αντίκρια.
Ήσουνα συ
ήμουνα γώ π’ αλάργεβα πασκίζοντας να βρω
απόκριση στα τόσα μου ρωτήματα, το νου να ησυχάσω.
Γονάτισα κάτω κι άγγιξα το χώμα δύο σβώλους
τρεις μαρμαρόπετρες πανωθέ μου στέκονταν
οι τρεις απλές κολώνες κοίταγαν τον Απόλλωνα
με της ψυχής το μάτι. Κρύβοντας ολάκερη ζωή
χρόνια και χρόνια βάλε, αγνάντευαν κάτω πέρα τις ελιές.
Θάλασσα πράσινη, γυρτή λαγκάδα ξαπλωμένη.
Μες τα κλωνιά τους κλάμμα ακούγεται,
ο χρόνος θρήνους κάνει.
Τα δέντρα γίγαντες στοιχειά, τον ουρανό αγγίζουν
παίζουν στον ήλιο τον καφτόν, φιλούν τα γόνατά του.
Γίνονται αμέτρητοι Θεοί στο φως του ανασαίνουν.
Είναι το χώμα δυνατό θεριεύει τα κορμιά τους
μένουν απείραχτα θαρρείς απ’ τη φθορά του χρόνου.
Λούζονται τις βαριές βροχές γλεντούνε τις λιακάδες.
Ερωτεύουνται μες τις σκιές ηδονικά φιλιούνται.
Σφιχταγκαλιάζουν τους κορμούς κρυφά παντρολογιούνται.

Jordi Doce, Με τα μάτια ανοιχτά στην όχθη του κόσμου

Bonder, Birds

Bonder, Birds

Ήταν οι καιροί της νέας λιτότητας.
Τζάμια σπασμένα στις βιτρίνες
κι ο άνεμος να διασχίζει τα ρολόγια˙
πρόσωπα που οι καθρέφτες δεν αιχμαλώτιζαν
και λέξεις λεκιασμένες απ’ την πείνα.

Οι σκύλοι πήγαιναν κι έρχονταν στη γειτονιά
μιμούμενοι τις γκροτέσκες μορφές των δέντρων.
Στις βόλτες τους σχεδίαζαν ένα τροπικό δάσος αρωμάτων
και στο βάθος του τροπικού δάσους έναν λαμπερό ναό
γεμάτο από πουλιά που ποτέ δεν θα ακούγαμε.

Όλος ο κόσμος έβγαινε με βαλίτσες,
μετακινούμασταν χωρίς διάθεση να ταξιδέψουμε.
Μακριά απ’ την καχυποψία των αυλών
ο ουρανός έθετε εξισώσεις ακατανόητες
όπως η ομιλία των εραστών.

Πολλές φορές ο ήλιος έλαμψε δια της απουσίας του,
πολλές φορές τον κάναμε να λάμπει στα όνειρα.
Κάθε μέρα κατά τη διάρκεια ενός χρόνου
έφταναν γράμματα από μέρη για να τα εξερευνήσουμε,
γράμματα λευκά για τον νεκρό πατέρα μου.

Και ο ταχυδρόμος, με το πρώτο φώς,
ξεκουραζόταν σε ένα παγκάκι της γωνίας
για να καταλαγιάσει τη δίψα του
στην επίμονη ομίχλη
που δάγκωνε τα βήματά του.

(2009)

*Ο Jordi Doce (Γκιχόν, 1967) έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, έχει μεταφράσει στα ισπανικά W. H. Auden, William Blake, T. S. Eliot, Ted Hughes και Charles Tomlinson ανάμεσα σε άλλους και έχει εκδώσει επίσης πεζά, μελέτες, άρθρα και δοκίμια σχετικά με σημαντικούς ποιητές και την τέχνη. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο «Casa de America». Έχει διατελέσει Λέκτορας Ισπανικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τώρα συντονίζει το εκδοτικό τμήμα του Κύκλου Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Το ιστολόγιο του είναι εδώ: http://jordidoce.blogspot.com/

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, Χαμηλές οκτάβες, Εκδόσεις Φαρφουλάς 2014

4 - kokkosidoumou

Η Στέλλα Δούμου γεννήθηκε το 1962 στην Αθήνα και κατάγεται από τη Μάνη. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στη συλλογική έκδοση Craftbook 2013 (εκδ. Γαβριηλίδης) και έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο. Το ανά χείρας βιβλίο, Χαμηλές Οκτάβες περιλαμβάνει δυο συλλογές, την ομώνυμη βραβευμένη συλλογή και τη συλλογή Μέλισσες σφουγγαρίζουν τις κοιλάδες.

Η ποιητική γραφή της χαρακτηρίζεται από έντονη μεταφορικότητα, καλυμμένα νοήματα, προσφυγές σε μυθικές προσωπικότητες και μυθικά γεγονότα αλλά και χρήση εικόνων που εκφράζουν τις ψυχοσυναισθηματικές εντάσεις του ποιητικού υποκειμένου. Παρόλα αυτά, οι «ποιητικές οκτάβες» παραμένουν χαμηλές μιας και η ένταση των συναισθημάτων συγκρατείται δικαιολογώντας και τον τίτλο της συλλογής.

Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι ανεπιτήδευτες και απλές, κατορθώνει όμως να συνθέσει ποιήματα υπαρξιακά, που απαιτούν πολλαπλές αναγνώσεις για να γίνουν κτήμα του αναγνώστη. Η γραφή της Δούμου είναι απαιτητική, σε αναγκάζει να απομονωθείς από το περιβάλλον, να σκεφτείς, να βυθιστείς στα νοήματά της και να τα αποκρυπτογραφήσεις. Σε προσκαλεί σε ένα απόκοσμο πολλές φορές ταξίδι με πρόσωπα υπαρκτά και φανταστικά, πρόσωπα όπως ο Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα, ο Πινόκιο, η Άννα Μπόλειν, σε ένα παιχνίδι λέξεων και νοημάτων.

Ξεχώρισα το ποίημα Πινόκιο, «Σκουριασμένο σούρουπο με θύλακες νύχτας να παραμονεύουν γωνία ασήμαντης οδού και βορεινής ακτής μιας σύμπτωσης, άγγιξες την άκρη του βιαστικού παλτού μου και σταμάτησες. Φύσηξε λίγο μια άρρωστη νιότη πολύ λίγο, να, ώσπου να πάρεις σχήμα.»

Στεφανία Κοκκόση

*Από το Βακχικόν στο http://www.vkxikon.gr

 

Γιώργος Μαρής, Περί ποιητικής

valentinacrepax1

Μου αρέσουν τα σεμνά και όμορφα

Κορίτσια

Με τα καλοκαιρινά φορέματα

Και τα καλοχτενισμένα

Μαλλιά

Που ανεβασμένα στα σκαμπώ

Των βιβλιοπωλείων

Ψάχνουν στο τμήμα της Αρχαίας

Ελληνικής Γραμματείας

Τα μέρη της Τραγωδίας

«κατά ποιόν»

Και «κατά ποσόν»

Κι έτσι καθώς το χέρι τους

Εκτείνεται ψηλά

Για να τραβήξει

Την «των πραγμάτων σύσταση»

Από το τελευταίο

Ράφι

Για μια στιγμή ανασηκώνεται

Η φούστα τους

«μέγεθος εχούσης»

Μερικά εκατοστά

Μόλις πάνω απ’ το γόνατο

Το κατά

Αριστοτέλη

«οικείον μήκος».

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιευονται από το ιστολόγιο Λαθρομετανάστης στο http://lathrometanastis.wordpress.com

Nelly Sachs
, Πάντα

10426676_712044798831505_1261598184996498705_n

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

μένουν ανέστια τα τρυφερότερα πράγματα.

Ηλιοβασιλέματα τυλιγμένα στον μανδύα του πόνου 

Που μέσα τους θλιμμένη η ψυχή του κότσυφα.

Τη νύχτα αναγγέλλει—

Άνεμοι ασθενικοί φυσούν πάνω από 

Τρεμουλιαστό χορτάρι

Σβήνοντας τα ερείπια του φωτός

Σπέρνοντας θάνατο—

Πάντα

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

Γίνονται παρανάλωμα τα φλογερά πρόσωπα

Της νύχτας, μοναχικά μέσα στο μυστικό τους—

Και ποιός γνωρίζει τα σήματα

Που στέλνει ο θάνατος:

Ευωδιά του δέντρου της ζωής

Αλέκτορα λαλιά που συντομεύει τη μέρα

Μαγικό ρολόι της φθινοπωρινής φρίκης

Στις παιδικές κάμαρες μπαίνουν, τις καταριούνται-

Κελαριστός, παρατεταμένος ύπνος του χρόνου

Βρέχει τα νερά στις όχθες του σκότους–

Πάντα

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

Θολώνουν οι καθρέφτες των κουκλόσπιτων με μια ανάσα

Δεν βλέπουν πια τον χορό των λιλιπούτειων

Ντυμένο με τον χάρτη του παιδικού αίματος

Χορός που στέκει ακίνητος

Σαν κόσμος μέσα σε τηλεσκόπιο

Απόμακρος απ’ τη σελήνη

Πάντα

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

Πέτρα κι αστέρια 

Και τόσα όνειρα πολλά

Μένουν ανέστια


*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Ποιώ – ελένη, ακούω στα όνειρα τον χτύπο του παιδιού της Παλαιστίνης που πέθανε

36645-boy+looking

Ματώνουν τα σπλάχνα
Φωνή δεν βγαίνει
Μία χούφτα σκληρή σκορπίζει τον σπόρο μακριά
Ένα παιδί κρατώντας μια τρύπια μπάλα
Έπαιζε στο ξέφωτο χτες
Τώρα μάχεται στο χώμα θλιμμένο
Να αναπνεύσει ζητά
Της ζωής να ενώσει το ρήγμα
Που οι άνομοι άνοιξαν πάλι
Την μικρή αδερφή του
Απ’ το χέρι να πάρει στους μεγάλους τους δρόμους να πάνε
Να σηκώσει της μάνας την πίκρα
Να λειάνει την βαθιά της ρυτίδα
Και το δάκρυ να σφουγγίξει της πέτρας
Που βουβά την διαβρώνει
Της επιστήθιας πέτρας
Που στη ζέστα της έγερνε τα γλυκά καλοκαίρια
Να ονοματίσει το κακό που διανέμει την γη του

Φλογίζεται ο νους
Καπνίζει το τσουκάλι της οργής σιγανά
Ανασκιρτά η καρδιά
Ένα παιδί με γρατζουνισμένα τα γόνατα τρέχει
Σε ουρανού γειτονιές κυανές
Σε λωρίδες ανέμου λεπτές
Και σε χέρσα λιβάδια με ηφαιστείου κρατήρες
Ένα παιδί που σφαγιάστηκε άδικα
Πριν προλάβει το αίμα να ακούσει
Πριν να λύσει της καλής του το αίνιγμα
Πριν δονήσει την φύση του το μεγάλο το κάλεσμα
Ένα παιδί μοναχό
Χωρισμένο σε χίλιες ακτίνες
Όχι ήλιου ακτίνες θερμές
Αλλά νήματα κρύα στου θανάτου το πέπλο υφάδι σκαιό
Που σκεπάζει τη θεία μορφή και το πρώτο της ώρας του ξάφνιασμα

Πονούν τα βλέφαρα
Οι ίσκιοι πυκνώνουν
Το ταξίδι αργεί
Ένα αγγελούδι κρατά λεμονάνθια
Κάτω από την φτερωσιά του
Λεμονάνθια του γάμου απ’ τους μπαξέδες εκείνους
Που στα κλωνιά τους πάνω δραπετεύανε τ’ άστρα
Μην και λείψει το φως της ειρήνης
Η καλή καρτερία
Η γλυκιά προσμονή
Η ζεστή η ασφάλεια
Ένα αγγελούδι με μάτια μπλε
Με χείλη ρόδινα κι έναν άγουρο πόθο στα στήθη
Ένας επίγειος Θεός που συντρέχει τα ρόδα
Και γεμίζει τις άπατες στέρνες
Η θύρα η κέδρινη που ανοίγει το βιβλίο της αγάπης
Η καταπακτή που μέσα της φυλάμε ζωντανά τα όνειρα των παιδιών
Που στη μέση κοπήκαν αναίτια από καπνού μανιτάρι
Πριν προλάβουν να μεθύσουν με οίνο χαράς
Και ν’ ανοίξουν στο πράσινο φως σαν βεντάλιες χρυσές να απλωθούν
Στης πατρίδας το χέρι θυμωμένα στιλέτα να γίνουν

Παγώνει της σελήνης το τόξο
Λυγά η σημαία δακρυσμένη
Το αγκάθι κουμπώνει τα χείλη
Ένα παιδί γονατίζει στην άμμο
Να ξεθάψει πολέμου οβίδα
Να την κάνει σπιτιού ανθογυάλι γιασεμιά να του φέρει
Να γελάσει η μάνα ξανά σαν μωρό χαρωπό
Φλοκωτά να υφάνει στολίδια
Να γελάσουν κι οι δρόμοι
Να λουστούν στον ασβέστη και στην δροσό της αυγής να πνιγούν
Ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα της γης
Το παιχνίδι ν’ αρχίσει ξανά
Με την τρύπια του μπάλα και την μπλε του ματόχαντρα
Την ευτυχία να στοχεύσει το καλό ριζικό της γενιάς του
Με σφεντόνα παλιά του παππού του
Τον Θεό του να κάνει συμπαίχτη
Κι ο Θεός να του πει παραμύθια για τις νύχτες τις χίλιες
Στης Αστάρτης τους κόρφους μες σε εσθήτες λαμπρές
Το μυστικό να του μάθει τραγούδι του αγώνα τον κρυφό αναπαλμό

*Το ποίημα, η φωτογραφία της ανάρτησης και το βίντεο αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Ποιώ στο http://gialeni.blogspot.com.au/2014/07/blog-post_23.html