Μάριος Μαρκίδης (1940-2003), Δύο ποιήματα

%CE%9C%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82+%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82+3

NANOYΡΙΣΜΑ

Ἔλα ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά καί πάρε το
ἔλα γριά μέ τά φριχτά δόντια καί πάρε το
ἔλα Τζών Σίλβερ
ἔλα ἄσπλαχνε Ἰαβέρη
ἔλα Φοῦ Μανσοῦ, Ἐμπενέζερ Σκρούτζ, σερίφη τοῦ Νόττιγκχαμ
λυσσασμένοι λύκοι, στρίγκλες, τέρατα
ἐλάτε γαμῶτο καί πάρτε το
καί μήν τό ἀφήσετε μέχρι τό πρωί. 

************** 

ΕΠΙΓΟΝΟΙ

 
Οι ομοιοκαταληξίες δυναστεύουν τα αδύνατα πνεύματα
Ντεκαντάνς, γράφω το όνομά σου ανορθόγραφα.
Τι άτεχνα τα μεταθανάτια σονέτα!….
Ο Μαβίλης θα μας κρεμάσει ανάποδα.
Συνελόντι ειπείν
είμαστε οι βραδυφλεγείς επίγονοι του σπλην.

Η ποιητική κιβωτός της κρίσης

kleftiko
 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΚΛΕΦΤΙΚΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΑΚΗ

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου

διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική

υστερικές, γυμνές και χρεωμένες

να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους

την αυγή γυρεύοντας

τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη

τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας

μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο
για τα βιογραφικά τους,

που βρήκαν την κόμισσα Seroxat

να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου

συντροφιά με τον βαρόνο Tavor

και τη μακρινή εξαδέλφη του –

αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού

παροράματος -Xanax,

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά

χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ

και πειραιώτικους δρόμους,

αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,

που πάρκαραν τα Cherokee τους

στα λιθόστρωτα του Ψυρρή

κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική
ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

που τρέκλισαν και σκόνταψαν

στο ανυπόληπτο φιλιατρό

επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα

στη Κατανάγκα,

που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει

«Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές

απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,

που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ

και το Πρόβλημα της Αναπηρίας

στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν

στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ

το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας,

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές

του Φαραώ

μήπως και βρουν τη δική τους,

που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν

τον Στάλιν

με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,

που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς

καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα

το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη

της καρέκλας του Γενικού,

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο

πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα

και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή

εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν

τ’ αβρόχοις ποσίν

για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα

του νάρκισσου μεταξύ τους,

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας

σημαίες της Κρονστάνδης,

που διπλώθηκαν από τη μοναξιά

μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας

τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης

κι ακούγοντας το διπλανό

σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,

που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν

κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους

στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π.

στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,

που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες,

ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,

κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,

και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου

καφρόκαυλου ΕΠΟΠ

κι έχασαν το πρόσωπό τους > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;

> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…

που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,

που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι

του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art deco,

(από το πρώτο μέρος του «Κλέφτικου», Γιώργος Πρεβεδουράκης,
εκδόσεις Πανοπτικόν, 2013)

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Η κρίση γεννά απελπισία, κόμπους συναισθήματος, τσακισμένους παλμούς και αδιέξοδα. Μαζί με αυτά ή παρόλα αυτά ή εξαιτίας αυτών (η κάθε περίσταση θα επιλέξει τη δική της απάντηση ξεχωριστά) γεννά και σημαντικά βιβλία. Το «Κλέφτικο» του Γιώργου Πρεβεδουράκη κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και αποτελεί το δεύτερο βιβλίο του ποιητή. Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, αποτελεί μια ελεύθερη μεταγραφή τεσσάρων ποιημάτων του Άλεν Γκίνσμπεργκ στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, δεμένα σε ένα ενιαίο σώμα (πρόκειται για το πρώτο και το τρίτο μέρος του «Ουρλιαχτού» και για τα ποιήματα «Αμερική» και «Θεία Ρόζα»). Τις μεγάλες συνθέσεις χωρίζουν μικρά ποιητικά ιντερμέδια χαμηλής φωνής.


Ο Πρεβεδουράκης δεν μεταφράζει, ούτε μιμείται τον αμερικανό ποιητή. Επιλέγει τους βασικούς του άξονες, τις επαναλαμβανόμενες λέξεις του και τα χαρακτηριστικότερα τοπία του και τα μεταστοιχειώνει, χρησιμοποιώντας τα με παιγνιώδη διάθεση στα όρια της ειρωνείας (συχνά και της αυτοϋπονόμευσης). Έτσι, οι δόσεις της πρέζας της Αμερικής του ’50 θα παραχωρήσουν τη θέση τους στις δόσεις των τραπεζών της Ελλάδας του 2010, η στοιχειωμένη φιγούρα του φίλου του Άλεν Γκίνσμπεργκ, Καρλ Σόλομον θα αντικατασταθεί από τον ποιητή Ανδρέα Παγουλάτο και ο ποιητικός τόπος της Αμερικής θα μεταμορφωθεί στον εθνικά λοξό μη-τόπο της Φευγάδας. Το διακειμενικό παιχνίδι με το πρωτότυπο είναι ορατό σε πολλά σημεία, ενώ σε άλλα υφέρπει διακριτικά, παρόλα αυτά δεν κατέχει κεντρικό ρόλο (χαρακτηριστικά είναι επίσης και τα παιχνίδια με στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ, της Γερτρούδης Στάιν, του Γιώργου Σεφέρη, του Βύρωνα Λεοντάρη, του Γιάννη Βαρβέρη και άλλων). Ο ποιητής γνωρίζει πως ο καλύτερος τρόπος για να μείνεις πιστός στον ενθουσιασμό του αρχικού ερεθίσματος είναι απιστώντας, σε αναζήτηση εκείνης της παλαιάς φόρτισης που υπήρχε πριν την πρώτη ανάγνωση του κειμένου και που τελικά το κείμενο θα την καλύψει. Εκείνης της συγκίνησης που είναι αδύνατον να μεταφραστεί, όχι μόνο από γλώσσα σε γλώσσα αλλά και από εποχή σε εποχή.


Ο Πρεβεδουράκης δανείζεται από τον Γκίνσμπεργκ τους αρμούς πάνω στους οποίους θα απλώσει τον δικό του μακροσκελή παραθετικό λόγο, εικονογραφώντας τα δικά του πορτρέτα, φωτογραφίζοντας τις δικές του εικόνες, ψιθυρίζοντας τις δικές του στροφές. Ανεξάρτητα από την όποια αναφορά, το «Κλέφτικο» δεν προϋποθέτει τη γνώση του αρχικού κειμένου στο οποίο αναφέρεται και παραμένει αυτοτελές.

καλό μου θήραμα,

πες μου, σε παρακαλώ

τι’ ναι προτιμότερο από τα δύο;

να σε κυνηγάνε

ενώ έχει απαγορευτεί το κυνήγι;

ή να σε κυνηγάνε

ενώ επιτρέπεται;

Το «Κλέφτικο» αποτελεί το ημερολόγιο μιας στιγμής, το στιχουργικό άπλωμα γύρω από ένα σημείο που όλο βαθαίνει. Στο κέντρο της σύνθεσης τοποθετείται η απόγνωση, η οργή και ο θυμός για τη σύγχρονη ελληνική κρίση. Γύρω από το σημείο αυτό θα απλωθεί ο λεκτικός στρόβιλος των αναφορών: η Ελλάδα του 2010 που ψιθυρίζει χαμένα όνειρα και αμαρτίες, μιλάει τα κακά αγγλικά των μετοχών στα χρηματιστήρια μιας χαμένης γλώσσας, βιώνει ένα παράλογο βαλκανικής κοπής, στον στρατό, στις υπηρεσίες, στα δελτία ειδήσεων και στα ιδιωτικά οράματα του καθενός. Μια χώρα που θρηνεί τη νέα μεγάλη ιδέα, μια ιδέα ισχύος που γέρασε απότομα ανάμεσα στο άνοιγμα και το κλείσιμο των ματιών και ταυτόχρονα βλέπει εφιάλτες από το παρελθόν της Χούντας, αναρωτιέται για το αμφίβολο παρελθόν της καταγωγής της και τελικά απλά προσπαθεί να ζήσει στο τώρα. Και δίπλα σε όλα αυτά τα προσωπικά βιώματα του ποιητή, οι εμπειρίες και οι παιδικές αναμνήσεις, τα αναγνώσματα και οι ήρωες, οι φίλοι και οι ενσαρκωμένες απογοητεύσεις. Το κείμενο όσο πιο πολύ εισχωρεί στο προσωπικό, αντί να αναδιπλώνεται προς τα μέσα εκτείνεται προς το πέρα και συναντάει τους άλλους. Το «Κλέφτικο» αποτελεί ποιητική σύνοψη μιας γενικότερης διάθεσης μέσα την κρίση, η οποία καταγράφεται και απλώνεται σε έναν μακροσκελή λόγο στα όρια της αναπνοής (της εκπνοής και όχι της εισπνοής).

Φευγάδα με κέρασες Maalox

και σε συμπάθησα

Μα σύντομα αποδείχτηκες

γκιόσα του παρακράτους

Το βιβλίο σκαλισμένο με την αρχιτεκτονική του γραπτού λόγου και την αμεσότητα του προφορικού δεν ειρωνεύεται, αλλά περιγράφει τον κόσμο ως ειρωνεία. Έτσι, τόσο σε επίπεδο αναφοράς όσο και σε επίπεδο μεγέθους του στίχου, το καθημερινό και το τετριμμένο θα συνδιαλεχθεί διαλεκτικά με το ποιητικό και με το μέταλλο του βάθους. Στη διαδικασία αυτή, τα επικαιρικά χαρακτηριστικά δεν παίρνουν την μορφή χρονογραφήματος, αλλά αντίθετα μεταμορφώνονται σε μια δομική παραδοχή ταυτότητας και εαυτού, περιγράφοντας μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ανεξάρτητη από το χρόνο του αναγνώστη.


Ο ποιητής, κυνηγημένος από τις λέξεις μοιάζει συνεχώς να συνδιαλέγεται σε ένα διάλογο χωρίς αποκρίσεις. Ο ίδιος δεν μοιάζει, άλλωστε, να τις περιμένει μια και το βιβλίο μιλά για εκείνους «που άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το σύμπαν». Αποδεχόμενος τον κατακερματισμό του παρόντος μας, ο ποιητής παραθέτει απέναντι στην αλήθεια της κρίσης τη δική του αλήθεια, χωρίς να περιμένει απαντήσεις, τοποθετώντας μια κακοτράχαλη μαγεία απέναντι σε έναν απομαγεμένο κόσμο και ένα συναίσθημα απέναντι σε μια εποχή αποξηραμένη από τρυφερότητα.
Το «Κλέφτικο» μας υπενθυμίζει γιατί στις εποχές της κρίσης τραγουδάμε τα τραγούδια της κρίσης.

«Φευγάδα όπου και να ελλαδίσω με ταξιδεύει η πληγή»

http://tsalapatis.blogspot.gr/

shortlink: http://wp.me/p1pa1c-iDH

Γιώργος Μακρής, Άλλοτε

giorgosmakrisaytoxeires

Άλλοτε κι ας ήταν τ’ όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.

Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.

Θα ήθελα νά πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγxη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.

Τώρα
τη νύxτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.

Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά ‘ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά ‘ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα…

Νίκος Καχτίτσης, Δύο ποιήματα

7F8D09FB21A3E386FC280665A110AC14

ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΣ

Μνήμες, μην έρχεστε!
Η μουσκεμένη
εχθρική γη μυρίζει
σαν το νιόσκαφτο μνήμα
του Κρίνου Κοριτσιού
της θύμησής μου.

Η σαλαμάνδρα
υφαίνει ντροπαλό
τραγούδι
κι εγώ μαζεύω
κόκκινα φύλλα,
έντομα κι άνθη του αγρού
για το λεύκωμά σου.

ΧΑΜΕΝΟΣ

Δεν μπορώ πια να περάσω
μες’ από τούτη την αλέα του Χρόνου
δίχως τα κίτρινα μου γάντια
και τη μάσκα της αυστηρότητας.
Γιατί χιλιάδες φιλύποπτα μάτια
πίσω από τους θάμνους
με κατασκοπεύουν.

Όχι, δεν είναι τούτη
η εποχή μου.
Ωστόσο περιμένω μ’ ελπίδα
την ημέρα
που τα ηλιοτρόπια
κι οι μανόλιες
θ’ ανθίσουν για πάντα.
Τότε θα χρειαστεί να τιμωρήσω
το φίδι που φτύνει
το φαρμάκι του στη σάρκα μου.

*Από τη συλλογή “Τρωτό σημείο” που γράφτηκε από τον ποιητή στα αγγλικά με τον τίτλο “Vulnerable point”. Η συλλογή αυτή γράφτηκε το 1949, αλλά είδε το φως της δημοσιότητας σε έκδοση του ίδιου του ποιητή στο Μόντρεαλ του Καναδά το 1968. Η ελληνική μετάφραση έγινε από τον ποιητή Γιώργο Δανιήλ.

Δήμητρα Καραφύλλη, Ο Άνω Θρώσκων

10494640_324029687746591_3129861000293872156_n

επέστρεψε στη Γη, να γίνει πάλι γη.
Βλάστησε. Άνθισε.
Διακλαδίστηκε σε όλο το φλοιό,
Επί. Υπό. Υπέρ.
Δάμασε το νερό, τον άνεμο, το φως.
Αναρριχήθηκε.
Θαυμάστηκε στην αντανάκλαση του λείου.
Ξιπάστηκε μετρώντας το μπόι της σκιάς του.
Προσήλωσε το βλέμμα στο γαλάζιο.
-Έρχομαι, είπε κι εκτοξεύτηκε.
Πάνοπλος. Με αλαζονεία, σκαπάνες, σκάφανδρα.
Διέρρηξε την κρούστα της στρατόσφαιρας
στοχεύοντας άλλους πλανήτες.

Του σύμπαντος κατακτητής, κατάκοπος
άφησε πίσω του εξοπλισμούς, σημαίες
και μια ουλή στο μάγουλο της στωικής Σελήνης
που ο χρόνος αυτεπάγγελτα θα σβήσει.
Επέστρεψε στη Γη να γίνει πάλι γη
νικημένος από ένα κρυολόγημα, ίσως.

*Από τη συλλογή, Τρελή τυγλόμυγα, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, 2013.

Adrian Grima, Her photograph everywhere

jankelstill350

I

She’s not posing on the marble shelf
where I sleep
the four-year-old girl who perished.
Not smiling.
Looking sideways,
beyond us, future observers.
Hair the colour of tousled gold
caught in a tale without explanation.
The photo catches her serious look,
the red, green and yellow of her bathing costume
swimming into each other.
While her aunt reads a summer book behind her,
she looks apprehensive,
as if she’s glimpsed a storm ahead.

II

I wish I could see her pass,
or hear her call,
from the other room.
Come in tired, with her school bag
and her voice rushing
to give an earnest account of the day.
Then smile and tell of the star
shining proudly on her work …

III

She’s everywhere, in every corridor,
in every room lit up.
Her face, in a baby’s wool cap of Tibetan colours,
looking at us;
a few months old in her mother’s lap
by the sea,
her brother in his bathing costume and she
wearing white and a bonnet
as if in Little House on the Prairie.
The same dress –
perhaps with the same camera –
in her father’s hands. He smiles at her and she looks at us.
And now she’s walking,
wrapped up warm, in a museum with her brother and mother.
In her father’s arms, while he plays the fool:
she reaches to touch him and laughs, he draws back
(no photograph needed here):
a moment captured, completely, in her hands.

IV

In the dining room, there’s a painting of her older.
Seated at the table
you’re seized
by her bright eyes, a fresh forest submerged,
a glance, a secret acknowledged;
the assertive colour of her clothes;
the sunlight caught in her ruffled hair;
the stems of incandescent green she clutches;
the disconcerting redness of her lips.

Then they come for me,
I pull my bag behind me and leave.
But there’s no interval between us,
no distance,
and I keep looking for that sun
in the story of her eyes.

Οσίπ Μαντελστάμ, Αχμάτοβα

Η Άννα Αχμάτοβα, ζωγραφισμένη από τον Ρώσο κυβιστή, Νάθαν Αλτμάν, το 1915.

Η Άννα Αχμάτοβα, ζωγραφισμένη από τον Ρώσο κυβιστή, Νάθαν Αλτμάν, το 1915.

Γύρισες ω θλίψη
και τους αδιάφορους κοίταξες,
Πέτρωσες, πέφτοντας από τους ώμους
Ψευτο-κλασική εσάρπα.

Ψυχή κακιασμένη -μεθύσι πικρό-
Και να η ψυχή τα σωθικά της ξύνει.
Έτσι, κάποτε στεκόταν,
Η ανήμπορη Φαίδρα στο Ρασέλ.

Dylan Thomas, Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή

1798575_289147151240627_1632750889_n

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,

Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέραςֹ

πρέπει να καίει και να μουγκρίζει

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,

Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ’ τα λόγια τους δεν είδαν

Αστραπή να ψαλιδίζει,

Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,

Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει

Των πράξεών τους φύση, λεπτή, καχεκτική,

σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές

μπορούσαν να χορεύουν,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή

Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,

Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει

Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,

Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,

Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί

Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι

όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,

Δώσ’ μου κατάρα και ευχή

με των δακρύων σου την ορμή.

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κώστα Ρεούση, Ο ποιητής ως πράκτορας της εποχής και του βίου του, Β

10540705_741637112541751_365825399_n-300x229

[αποσπάσματα αδόκιμης, ίσως ή μάλλον, λοξής γραφής]

Β΄. Οι αναβαθμίδες των υπεκφυγών

#3


Η πελώρια σύγχυση ενός προσκυνημένου αιδοίου συναντά το λειρί του κόκορα. Η αριστοκρατία κάνει τα κουμάντα της, θωρακίζοντας τα φέουδά της. Προσεκτικά διαλέγει τους δούλους που θα την υπηρετήσουν και γαμήσουν. Αγριεύει το βλέμμα υποκριτικά, κι αυτό είναι που της αφαιρεί την ψευδαίσθηση της επικράτειάς της. Ο μισταρκός δεν έχει λόγο να αποστρέψει το δειν του –το σταυρώνει και κατεβάζει την πίστη του μ’ όση χυδαιότητα αποκαθήλωσης αντέχει το σώμα και το πνεύμα να γεννήσει ενάντια στο λόγο.

#4

Το πρόσχημα της μπλόφας μίας θολής σαραντάχρονης επετείου: μποϊκοτάροντας το αλισβερίσι της εξαργυρωμένης μνήμης η πολιτεία δραπετεύει τα λύτρα. Η άρρωστη νήσος (Μιχάλης Εφταγωνίτης, Άρρωστη νήσος, Λευκωσία, 1994) έμπλεξε στις κατοπινές εκδοτικές της σημειώσεις έναν διπλωμάτη ποιητή, μαζί και τα μπούτια της. Σκουριασμένη παραμένει, ωστόσο, η πικρή αλήθεια των συνόρων.

#5

Στις αλωμένες βόρειες ακτογραμμές το πανηγύρι εκτοξεύτηκε τον προορισμό ενός γύφτικου σκεπαρνιού και μιας κατουρημένης ημισελήνου. Παλιάτσο σε θέλει πλέον ο Ιούλιος, ν’ ακροβατείς ανισόρροπα το γκρέμισμα της άραγε θύμησης ή νοσταλγίας.