Mark Mordue, Things That Year – By Vagabond Press

Mark_Mordue_-_Things_That_Year_copyright_Vagabond_Press_grande

Things That Year is a random set of poems about life, love, and rock’n’roll. It’s about being inside some experiences, and outside of others, watching. The poems coalesce into a journey between beginnings, the deaths of friends, being lost and coming back from it all, home. Memories, like these poems, are just leaves on some weird tree inside us. Hopefully what falls also makes room for something new to grow.

Mark Mordue is a writer, journalist and editor based in Sydney. He was the winner of the 2010 Pascall Prize for Australian Critic of the Year. He is currently working on a biography of Nick Cave.

http://vagabondpress.net

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, εμπλοκή

Rob Gonsalves από Surrealismo

Rob Gonsalves από Surrealismo

πόσες
φορές
θα
τον σκοτώσεις;

και η ρόδα στριφογύριζε
στο βυθό
των κοκτέιλ,

στους αναστεναγμούς
κρυβόταν
η πάλη,

ήταν και οι τυφλοπόντικες που χαιρετούσαν από δίπλα,

επικρίνω
τα δάκτυλα που δεν τρέφουν οργή
μέσα τους,

και τότε,
το πλάνο μαύρισε

και εκδιώχθηκα
από το υπό έκδοση τεύχος.  

AlexMil (155)  

*Παρμένο από το ιστολόγιο τυ ποιητή στο http://alexandrosmilioridis.blogspot.gr/

Nanja Noterdaeme, A la guerre comme naguère

dsc_0081

Marchand,
Marchand de sable
Cauchemar vivant
Marchand tue- le- temps
Τemps fusillé
Marchand de cauchemars
Marées de balles
Le monde érode le temps
Marchand de larmes
Larmes de suie
Efface…
la guerre
Oublie…comme
Naguère
La galère
tue le temps,
L’effaceur
les amours,
La galère erre.
Il n’y a plus que l’encre
Et la plume, à la guerre comme à la guerre,
A nous deux, navire.

Σπύρος Μαρούλης, Περιπλανιέμαι όλη τη μέρα

10561718_737739609615762_3466438611221480069_n

Περιπλανιέμαι όλη τη μέρα, 

βελονίζω το χρόνο μου 

αναζητώ με άνεση τις ομοιοκαταληξίες μου.

Οι καλύτερες απ’ αυτές ξεχειλίζουν από αγάπη, 

γραμμένες με φυσικότητα και απλότητα και φροντίδα 

σαν να προορίζονται για γιατρικό της καρδιάς…

Ο άντρας γυρνά και προσκυνά πάντα

τον ιερό τόπο

και τα χείλη της γυναίκας προδίδουν το χαμόγελό της 

και η ανάσα της γεμίζει τον αέρα

και τα αρωματικά τριαντάφυλλα φαίνονται λιγότερο δίκαια…

Ομοιοκαταληξίες

που ζουν στα όνειρα των ανθρώπων

που έρχονται από τον κόσμο του μπερντέ. 

Που πλάθονται από πείνα

και διακοσμούνται από σκοτεινές νύχτες 

μιας χούφτας εμιγκρέδων … 

που ο ένας στους είκοσι κρατά ένα κιλό αλεύρι

και υποσχέσεις για ανακούφιση
και δώρα 

και δέματα

Στίχοι 

που υποφέρουν από κακουχίες και πάθη 

και ήττες και απελπισίες

και καταθλίψεις…

Είναι οι στίχοι της ψευδαίσθησης
και της επιστροφής στον κόσμο του σκότους.

Δήμος Βιλαέτης, Η ετοιμασία

1

Κυκλώσανε το σώμα
γυρέψανε
θυμάρια και κλωνιά
χαρές του νυφοπάζαρου,
της πόλης το αρμένισμα
απάνου στο κορμί τους.
Μετά την ένωση
μιλήσανε
για τις φτωχές κηδείες.
Κλαίνε λιοντάρια τη μορφή,
στηρίζουνε
τα σαρκινά τους πόδια,
ρινόκεροι
και μύριοι αδελφοί
ξεχύνονται στη δούλεψη.

Παράμορφα κομμάτια
μαζώχνουνται ευλαβικά.
Μετά την ένωση.
Μετά την κρούση.
Άνθρωποι σέρνουνε το χορό
καθώς το σώμα φτειάχνεται.
Αχόρταγοι πιστοί.
Η θύμηση της προσευχής
του κόπου η αγάπη,
λατρεία για το οίκημα
το έργο και τα σκεύη,
επνίξανε τη λευτεριά
του αποχωρισμού.

Χοροί γιομίσανε
τις γιορτινές συνάξεις,
οι πόλεμοι τις ερημιές,
οι φίλοι κι εχθροί
γιομίσανε το στόμα.

Θαφτήκανε οι σκαλωσιές
σωθήκανε οι εργάτες.
Σε ήλιους μακρινούς
ακούσανε ψιθύρους,
όπου το φως τους έτρεμε
μες στο νεκρό το στίβο.

Κοστίζουνε τα ταξείδια,
τη λησμονιά του δρόμου
ξεσπίτωμα και εργατικά.
Συνάντησες με αδελφούς.

Στηλώνουνε ολημερίς
τις άπνοες αχτίνες.
Αδιάκοπα τους ψέλνουνε
της δύναμης τραγούδια.

Ύμνους,
όπου μορφή τους δώκανε
για τ’ άνθη και τα δένδρα.

Πιστεύουνε σε μια στιγμή
πως δύναμη
μες στο κορμί τους έχουνε.

Αχτίνες,
που αναθαρήσατε,
μας είπατε πως γρήγορα
θε νά ‘χουμε ταξείδι.

Ξένες αρχίσανε
να φαίνουνται οι αυλές,
και τα χωριά με βιάση,
χρόνια και χρόνια σπρώχνουνε
το φόρτωμα,
όπου ‘ρθε μιαν αυγή,
όπου ‘σανται
στο σβήσιμο κοντά.

Οι μέρες, που τ΄άψηλα
θαρχίσουνε,
βουνά να τους τρυπάνε,
κοντά τους είναι κιόλας.
Τους διώχνουνε τα χωριά
κι οι πολιτείες τάφοι
λαβωματιές, το σίδερο,
ο ήλιος, το φεγγάρι,
η μαύρη η ψυχή της γης.

*Το ποίημα προέρχεται από την ποιητική συλλογή “Σώματα” που εκδόθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1977. Διατηρείται η ορθογραφία, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα γραφής του ποιητή. Το εξώφυλο της συλλογής που δημοσιεύεται εδώ προέρχεται απο τη Δημίσια Βιβλιοθήκη Πύργου.

Ζακ Πρεβέρ, Πλατεία Καρουζέλ

pappou

Πλατεία Καρουζέλ
προς το τέλος μιας ωραίας καλοκαιρινής ημέρας
το αίμα ενός αλόγου
χτυπημένου και ξεζεμένου
έτρεχε
στο πλακόστρωτο
Και το άλογο ήταν εκεί
όρθιο
ακίνητο
στα τρία πόδια
Και το άλλο πόδι πληγωμένο
πληγωμένο και ξεριζωμένο
κρεμόταν
Δίπλα ακριβώς
όρθιος
ακίνητος
βρισκόταν ο αμαξάς
και μετά το αμάξι επίσης ακίνητο
άχρηστο όπως ένα σπασμένο ρολόι
Και το άλογο σώπαινε
το άλογο δεν παραπονιόταν
το άλογο δεν χλιμίντριζε
ήταν εκεί
περίμενε
κι ήταν τόσο όμορφο τόσο θλιμμένο τόσο απλό
και τόσο λογικό
που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα δάκρυά του

Ω
χαμένοι κήποι
ξεχασμένες κρήνες
ηλιόλουστα λιβάδια
ω πόνε
λαμπρότητα και μυστήριο της εναντιότητας
αίμα και φέγγη
χτυπημένη ομορφιά
Αδελφοσύνη.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://rilken.wordpress.com/2013/05/14/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%AD%CE%BB/

Timothy Jennings, Δύο από το Τρομερό έπος του Τζέιμς Τ. Μπούκι*

africaans-copy

Ο επιτάφιος του Τζιμ Μπούκι

Ω, ξέρω δεν ήταν παρά μόνο ένα πράγμα,
Ένα πράγμα που έκανα κι έκανα, κι έγινα
Αρκετά καλός σ’ αυτό, που με τρέλανε,
Και μ’ άφησε γέρο και χλευασμένο και ντροπιασμένο,
Αλλά, περαστικέ, ποιο το κακό; Ποτέ δεν σκότωσα
Ούτε ζητιάνεψα από κανέναν, ούτε ποτέ είπα ψέματα.
Περαστικέ, μερικοί είναι πλασμένοι για την τρέλα,
Προσευχήσου για σένα, για την υγεία του νου σου: και
Αν μπορέσεις, πάνω σ’ αυτόν τον τάφο ξινισμένης γης,
Σε παρακαλώ, άφησε λίγο από το γλυκό νεανικό σου σπέρμα
Σε ανάμνηση των
Εργατικών και
Ροζιασμένων
Γονάτων μου.

Ο Τζιμ Μπούκι θυμάται

Α, ήταν ένας αγώνας
Κάψα
Γερών μηρών που ίδρωναν στο φεγγάρι
Μαραθώνιος
Που έτρεχε γυμνός στον ήλιο
Κεραυνός σάρκας, καβάλου, ψωλής
Που τρίκλιζε γύρω μου ‒
Εύθυμο όνειρο κρέμας και κατάκτησης!
Είχα ένα γλυκό χαμόγελο τότε
Και δόντια γερά
Και χέρια υγρά το ένα μετά τ’ άλλο
Μικροσκοπικά και πλατιά
Να αρπάξω με μόχθο κάθε αναδυόμενη
Ηδονή Ν
α κλείσω τις τρύπες κάθε
Αυλού, να παίξω έναν θριαμβευτικό παιάνα!
Ήμουν ένας φυλλοσκεπής νέος στα πάρκα της πόλης
Και μύριζα για μέρες
Χλωρίνη
Από τα δημόσια ουρητήρια. Ήμουν ένα ασταμάτητο ξέσπασμα
Μπροστά από κάθε νικητή
Κάθε χαμένο αγόρι.
Γονάτιζα μπροστά στην κορδέλα του τερματισμού,
Εγώ ο ίδιος ήμουν το δημοκρατικό βραβείο όλων!
Α, ήταν ένας αγώνας.
Δεν νικήθηκα ακόμη!


* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τσιμπούκι είναι μια λέξη του πεζοδρομίου στα νέα ελληνικά για την πράξη της πεολειχίας. Οποιαδήποτε σχέση μεταξύ του ονόματος Τζέιμς Μπούκι και οποιουδήποτε ατόμου εν ζωή είναι καθαρά συμπτωματική. Το πραγματικό πρότυπο για το πρόσωπο του ποιήματος είναι ο συνδυασμός ενός κοκκαλιάρη τύπου των πεζοδρομίων στην Αθήνα και του W.R. Hearst γνωστού και ως Πολίτη Κέιν (ή, ίσως του Η. Ross Perot γνωστού και ως Elmer Fudd) — με το υλικό ανά χείρας (ή στο στόμα) κάθε μονομανής θα το έκανε. Ακόμη και εγώ.

**Το ποίημα προέρχεται από τη δίγλωσση συλλογή The owl’s wing in the rat’s heart/Το φτερό της κουκουβάγιας στην καρδιά του ποντικού, εκδ. Futura, 2002 και αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο του περιοδικού Τεφλόν στο http://teflon.wordpress.com/2011/11/20/timothy-jennings-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CE%AD%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%B6%CE%AD%CE%B9%CE%BC%CF%82-%CF%84/ Από το ίδιο ιστολόγιο, αλλά από άλλο post είναι και η εικόνα της ανάρτησης.

Yvan Goll, Περιπλάνηση

5w_tw0eng2uym7rdmoafah1wkho

Στους κήπους από γύψο
Σε λάσπες από βρώμιο
Οι πεθαμένοι βαδίζουν πάνω σε άθλια ξυλοπόδαρα
Και ταλαντεύουν κόκκαλα

Φωτιά ανεμίζει ακόμα στο νοτιοανατολικό κεφάλι
Ένα λεπτεπίλεπτο άνθος ξεπαγιάζει
Στο διαρρηγμένο θώρακα

Ποιος ακούει τα πουλιά στους ύπνους;
Τις σαύρες στα κουρασμένα πόδια;

Αυτοί που ζούνε βιαστικά και που σιγά-σιγά πεθαίνουν
Πώς σκαρφαλώνουν ακόμα
Στο σκοινί του απατηλού ύπνου!

Τώρα έρχεται ο χειμώνας της υψηλής αυτής νύχτας
Ο άσπρος αιθέρας τυλίγει το στεφάνι
Στα μαλλιά της που τρέμουν

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, εκδ. Στιγμή, 2002. Μετάφραση: Δημήτρης Π. Παπαδίτσας.

John Berryman, από τα “Ονειρικά τραγούδια”

77-Dream-Songs557

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 4

Γεμίζοντας το σφιχτό και υπέροχο κορμί της
κοτόπουλο με πάπρικα, με κοίταξε
δύο φορές.
Λιγοθυμώντας από ενδιαφέρον, κι εγώ την γούσταρα
και μόνο επειδή υπήρχε ο άντρας της και άλλοι τέσσερις άνθρωποι
βαστήχτηκα να μην χιμήξω πάνω της
ή να πέσω στα μικρά της πόδια και να κλάψω
«Είσαι η πιο φλογερή που εδώ και χρόνια νύχτα
έχουν απολαύσει τα θολωμένα μάτια
του Χένρυ, Μεγαλείο.» Συνέχισα
(απελπισμένος) το παγωτό κοκτέιλ – Ο Κύριος Κοκάλας: είναι γιομάτος,
ο ντουνιάς, από κορίτσια που τρώνε.
– Μαύρα μαλλιά, Λατίνα στην όψη, μάτια πετράδια
χαμηλωμένα… ο βλάχος στο πλάι της γλεντάει… Ποιο θαύμα
την κρατάει καθισμένη, εκεί πέρα; Το εστιατόριο μέσʼ στην οχλοβοή.
Δεν θα τη ένοιαζε κι ας ήταν και στον Άρη.
Που στράβωσε το πράγμα; Θα ʽπρεπε να υπάρχει ένας νόμος ενάντια
στον Χένρυ.
– Ο Κύριος Κοκάλας: υπάρχει.

Continue reading