Ρω Νικολάου, Τα βράδια ακουμπώ …

images

Τα βράδια ακουμπώ
στην πλάτη σου
και σ’ αφηγούμαι
μ’ ανάσες σιγαλά
ταινίες ποιημάτων
μ’ ανθρώπους
σαν όνειρα σάρκινους
που με προσπερνούν
καθώς συνοδεύω τα δέντρα
στην ανείδωτη μουσική τους.

*

Είναι
μια τριανταφυλλιά
που κανείς
δεν την κοιτά
όταν γκρεμίζει
τις εκατό πληγές
κι ανθίζει.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο ποιητής

sleeping-poet

Περνάει το δάχτυλο του από το εξώφυλλο.

Τα ποιήματα εδώ μέσα είναι δικά του.
Η πείνα έχει επιστρέψει
και η κούραση πια δεν φεύγει
και όταν σκέφτεται τον χρόνο
πονάει.

Ο χρόνος έχει τελειώσει.
Ο χρόνος τελειώνει όταν τελειώνουν
οι άνθρωποι που θα σε έσωζαν.
Ο χρόνος έχει τελειώσει.

Ο πόνος.

Ανοίγει το βιβλίο.
Χαϊδεύει τα γράμματα
το λευκό στις σελίδες.

Τα γράμματα είναι δικά του.
Ξεκίνησαν από το στυλό Bic στο τετράδιο
και τυπώθηκαν με όμορφο μελάνι στο όμορφο χαρτί
και διαβάστηκαν, και άνθρωποι δάκρυσαν.
Όχι πολλοί άνθρωποι, αλλά αρκετοί.

Σφίγγει το βιβλίο στην αγκαλιά του
το φιλάει με τους χτύπους της καρδιάς του.

Ξέρει. Ξέρει τι συμβαίνει όταν ένας ποιητής πλένει την ψυχή σου.
Και αυτό τον παρηγορεί.
Ψιθυρίζει λοιπόν στους ανθρώπους που τον διάβασαν

να πάνε σε όμορφα μέρη
να κάνουν έρωτα σε γενναιόδωρες γυναίκες
να δημιουργήσουν ιστορίες με τις ιστορίες τους
και να παίξουν, να παίξουν, να παίξουν
ώστε να παίζει κι αυτός μαζί τους.

Χαμογελάει.
Λίγο χρώμα από το εξώφυλλο έχει ξεβάψει πάλι στα χέρια του.

Όταν η πείνα, η κούραση, ο χρόνος
πεθάνουν
εκείνος θα βλέπει όσα
η πείνα, η κούραση, ο χρόνος έκρυβαν.

Και θα είναι. Εδώ. Άκου.
Σε παρακαλώ, πήγαινε τον κάπου όμορφα.

*Το ποίημα αυτό μαζί με την ειόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε και στο ιστολόγιο Gathered Avant-guarde Poets στο http://gatheredavantgardepoets.blogspot.gr/2014/08/blog-post.html Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδ του στο http://www.alexantonopoulos.com

Federico Garcia Lorca, Από τον κύκλο Romancero Gitano

Κάτου στης ακροποταμιάς το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς και στη Σεβίλλια πάει.

Τα κατσαρά του γυαλιστά πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαμψός από του φεγγαριού το φως.

Κάποτε λίγο σταματά, κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει και να το χρυσαφώσει.

Εκεί στης ακροποταμιάς το μονοπάτι να, τον φτάνουν
κάτω απ’ τα κλώνια μιας φτελιάς χωροφυλάκοι και τον πιάνουν.

Αποβραδίς η ώρα οχτώ τον σέρνουν σε κελί μικρό
απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί και βλαστημάνε.

*Ποιητική απόδοση: Οδυσσέας Ελύτης. Σύνθεση:Μίκης Θεοδωράκης.Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη.

Θοδωρής Βοριάς, 3 Ανιλίνες (αυγουστιάτικα φεγγάρια των πολέμων)

IMG_0025.JPG

[α’]
Το αυγουστιάτικο φεγγάρι
βγήκε σημαδεμένο και ματωμένο.

Ποιος καρτεράει πίσω από τη νύχτα
με θραύσματα πολέμων κι άδεια όνειρα,
ανακατεύοντας σκοτάδι κι εκατόμβες σκοτωμένων;

Ποιος έσκαψε τους τάφους στο φεγγάρι; 

8/2006

—-

[β’]
Μεταθανάτια καθαίρεση

Γονατισμένος
-με τον νεκρό στρατιώτη
ανάμεσα στα σκέλια σου-
μ’ ένα σουγιά ξήλωνες
της στολής τα επιρράμματα
από τα μπράτσα
και το στήθος.

Λάφυρα νίκης
κι αποδείξεις του θανάτου.

4/2008

[γ’]
Λέτε πως βοηθάει η απόσταση
γι’ αυτό δε σας πονάνε
τα θραύσματα
των μακρινών πολέμων.

Είναι κάποιοι στίχοι
που μειώνουν την απόσταση,
που διαβάζοντάς τους
φυτεύουν στο κορμί μου
τα φλεγόμενα συντρίμμια
των εμπόλεμων ζωνών.

8/2008


*Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Chimeres, Τεύχος 16, Ιούλιο 2009. Εμείς το πήραμε μαζί με την εικόνα της ανάρτησης από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://vorias.blogspot.gr

T.S. Eliot, Οι κούφιοι άνθρωποι

είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ’ έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ’ το σπίθισμα σβησμένου άστρου αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά η ζωή είναι πολύ μακριά μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό.

*Από το “The Hollow Men” (1925).

Giacomo Leopardi, Ονειρα και η Σίλβια

Leopardi,_Giacomo_(1798-1837)_-_ritr._A_Ferrazzi,_Recanati,_casa_Leopardi

Το όνειρο

Hταν πρωί, κι απ’ τα κλειστά παντζούρια
Μόλις φαινόταν ο ήλιος στο μπαλκόνι
Η πρώτη αυγή στο σκοτεινό δωμάτιο.
Την ώρα που γλυκαίνει ο ύπνος
Και ρίχνει μια ελαφριά σκιά στα μάτια
Στάθηκε δίπλα μου και με κοιτούσε
Τ’ ομοίωμα εκείνης που αγαπούσα
Που πρώτη μου έμαθε τον έρωτα
Κι ύστερα μ’ άφησε μέσα στο κλάμα.
Δεν φαινόταν νεκρή, μα λυπημένη
Κι είχε τη όψη των δυστυχισμένων.
Με το δεξί της χέρι με χάιδεψε
Στο μέτωπο, αναστέναξε, και μου είπε
-Ζεις, με θυμάσαι λίγο; -Αχ, ομορφιά μου
Απάντησα, πώς ήρθες εδώ;
Πόσο πονώ για σένα, πώς πονούσα!
Ποτέ δεν πίστευα πως θα το ξέρεις
Κι έκλαιγα απαρηγόρητος.
Μα θα με ξαναφήσεις; Πόσο το φοβάμαι!
Πες μου, τι σου συνέβη; Είσαι εκείνη
Που ήσουν τότε; Τι σε βασανίζει;
Μου είπε: -Ο ύπνος και η λήθη
Τις σκέψεις σου τυλίγουν κι εμποδίζουν.
Είμαι νεκρή, και πάνε πολλοί μήνες
Από την τελευταία φορά που με είδες.
Ακούγοντας τα λόγια της, πόνος άφατος
Μου έσφιξε το στήθος.
-Στο άνθος της ηλικίας μου χάθηκα,
Συνέχισε να λέει, όταν η ζωή είναι γλυκιά
Κι η δύστυχη καρδιά δεν ξέρει
Πόσο μάταια ελπίζει. Μαθαίνει
Γρήγορα ο άμοιρος θνητός να επιθυμεί
Αυτό που θα τον σώσει απ’ τα δεινά του
Μα, όταν πεθαίνεις νέος, δεν υπάρχει
Παρηγοριά. Μοίρα σκληρή
Η ελπίδα που θάβεται στη γη.
Είναι μάταιο να ξέρεις όσα κρύβει η φύση
Από τους άπειρους της ζωής, και στην άγουρη γνώση
Ο τυφλός πόνος κυριαρχεί. -Δύστυχή μου αγάπη,
Σώπασε, σώπασε, είπα εγώ, μ’ αυτά τα λόγια
Μου ματώνεις την καρδιά. Είσαι λοιπόν νεκρή
Αγάπη μου, κι εγώ είμαι ζωντανός, κι ήταν γραφτό
Το αγαπημένο, τρυφερό κορμί σου
Να δοκιμάσει τρομερούς ιδρώτες
Ενώ η δική μου άθλια σάρκα
Θα έμενε ανέπαφη; Αχ, πόσες φορές
Θυμόμουν ότι δεν ζεις πια, δεν θα σε δω
Ξανά σ’ αυτόν τον κόσμο, και δεν το πίστευα.
Μα τι είναι αυτό που λένε θάνατο;
Ας το μάθαινα τώρα κι εγώ
Να γλιτώσω το άμαθο κεφάλι μου
Απ’ τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας.
Είμαι νέος, μα η νιότη μου φεύγει
Χάνεται σαν γεράματα, που τόσο τα φοβάμαι
Κι ας είναι μακρινά. Το άνθος της ηλικίας μου
Δεν ξεχωρίζει τόσο από το γήρας.
-Και οι δυο μας, μου είπε, με κλάμα γεννηθήκαμε.
Στη ζωή μας ευτυχία δεν είχαμε, κι από τους πόνους μας
Χαιρόταν ο ουρανός. Κι είπα: -Αν έκλαψα ποτέ
Γιατί έφυγες, αν ποτέ χλόμιασε το πρόσωπό μου
Κι αν η καρδιά μου είναι βαριά απ’ τη συμφορά
Πες μου, έχει αγγίξει την καρδιά σου
Μια σπίθα οίκτου ή έρωτα, όσο ζούσες
Για το δύστυχο εραστή σου;
Τις μέρες και τις νύχτες μου περνούσα
Με την απελπισία και την ελπίδα
Κι η αμφιβολία με βασανίζει ακόμα.
Αν, έστω μια μόνο φορά
Συμπόνεσες τη μαύρη μου ζωή
Μην μου το κρύψεις, σε παρακαλώ
Αυτή η ανάμνηση θα είναι για μένα στήριγμα
Τώρα που οι μέρες μας δεν έχουν μέλλον πια.
Κι εκείνη: -Ησύχασε, φτωχέ μου.
Για σένα ένιωσα οίκτο, όσο ζούσα
Και τώρα νιώθω. Ημουν κι εγώ δυστυχισμένη.
Μην νιώθεις αγωνία για ένα κορίτσι
Τόσο θλιμμένο. -Για τις κακές μας τύχες, φώναξα,
Και για τον έρωτά μου που με καίει
Στο όνομα το γλυκό της νιότης
Για τις χαμένες μας ελπίδες, άφησέ με, αγάπη μου
Ν’ αγγίξω το χέρι σου. Κι εκείνη, με χειρονομία
Γλυκιά και λυπημένη, μου το έδωσε.
Κι όσο το σκέπαζα φιλιά και το έσφιγγα στο στήθος
Με πονεμένο χτυποκάρδι
Κι έτρεχε ιδρώτας απ’ το πρόσωπό μου
Πνιγόταν η φωνή μου στον λαιμό
Στο βλέμμα μου τρεμόπαιζε η μέρα.
Με κοίταξε εκείνη τρυφερά: -Ξέχασες ήδη
Αγαπημένε, ότι έχασα την ομορφιά μου
Και μάταια, δύστυχέ μου, τρέμεις από έρωτα;
Τώρα, αντίο τελειωτικό. Τα σώματά μας
Τα δύστυχά μας πνεύματα, χωρίζονται για πάντα.
Για μένα, δεν ζεις πια
Κι ούτε ποτέ θα ζήσεις: ήδη η μοίρα σβήνει
Τους όρκους σου. Τότε, θέλοντας να φωνάξω
Από τον πόνο, και τρέμοντας, και με τα βλέφαρα
Γεμάτα κλάμα απαρηγόρητο, ξύπνησα.
Εκείνη ήταν μπροστά μου
Και στις θαμπές, πρώτες αχτίδες του ήλιου
Πίστευα ακόμα ότι την βλέπω.
τη Σίλβια Σίλβια, θυμάσαι ακόμα
Τις μέρες της θνητής ζωής σου
Οταν γελούσε η ομορφιά
Στα λαμπερά και φευγαλέα σου μάτια
Κι εσύ, ελαφριά και σκεφτική, στεκόσουν
Στης νιότης το κατώφλι; Τα ήσυχα δωμάτια
Και οι γύρω δρόμοι ηχούσαν
Απ’ το τραγούδι σου, και σκύβοντας
Στις γυναικείες δουλειές, χαιρόσουν
Με τα όνειρά σου για ένα μέλλον μακρινό.
Ηταν Μάιος, μ’ όλα τ’ αρώματά του
Κι έτσι περνούσες τον καιρό. Αφηνα τότε τις μελέτες μου
Και τα ιδρωμένα μου χαρτιά
Οπου τα πιο καλά μου χρόνια ξόδευα
Και στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού
Εβγαινα ν’ ακούσω
Τον ήχο της φωνής σου, το επιδέξιο χέρι
Που δούλευε το δύσκολο υφαντό.
Κοίταζα τον γαλήνιο ουρανό
Τους δρόμους που έλαμπαν, τους κήπους
Κι από μακριά τη θάλασσα
Και το βουνό πιο εδώ.
Λόγια δεν θα ‘βρισκε άνθρωπος να πει
Τι ένιωθα στο στήθος. Τι γλυκές σκέψεις
Τι επιθυμίες, τι καρδιές!
Αχ Σίλβια, πώς μας φαινόταν τότε
Η ανθρώπινη ζωή και η μοίρα!
Οταν θυμάμαι όλη εκείνη την ελπίδα
Πίκρα με πιάνει απαρηγόρητη
Θρηνώ και πάλι για τη συμφορά μου.
Αχ, φύση, φύση
Γιατί ποτέ δεν κράτησες
Τις υποσχέσεις σου;
Γιατί σε τέτοια πλάνη
Αφήνεις τα παιδιά σου; Πριν μαράνει ο χειμώνας το χορτάρι
Από κρυφή ασθένεια χτυπημένη, νικήθηκες
Και χάθηκες, μικρή μου. Και δεν είδες
Το άνθος της ηλικίας σου
Δεν σου μαλάκωσε η καρδιά
Μ’ επαίνους για τις μαύρες σου τις μπούκλες
Για τις ερωτευμένες, ντροπαλές ματιές
Ούτε τις μέρες της γιορτής, με φίλες
Κρυφομιλούσες για έρωτες. Μα και η δική μου ελπίδα
Η γλυκιά, γρήγορα χάθηκε.
Οι μοίρες έκοψαν και τη δική μου νιότη.
Πόσο έχεις σβήσει και χαθεί
Αγαπημένη, σύντροφε της άνοιξής μου
Δακρυσμένη μου ελπίδα!
Ποιος κόσμος είναι αυτός;
Αυτές είναι οι χαρές, ο έρωτας
Τα έργα, οι περιπέτειες
Που κουβεντιάζαμε μαζί;
Αυτή είναι η τύχη των ανθρώπων;
Μόλις η αλήθεια φάνηκε, φτωχή μου
Λύγισες, και με χέρι ορφανό
Εδειχνες από μακριά
Τον κρύο θάνατο κι ένα μνήμα γυμνό.

*Αποσπάσματα από τη δίγλωσση έκδοση (ιταλικά-ελληνικά) “Η νύχτα απομένει”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μετάφραση: Λένα Καλλέργη.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.leopardi.it

Η ποιητική τομή του Αχιλλέα Κατσαρού

ceb7-cf87ceb5ceb9cf81cebfcf85cf81ceb3ceb9cebaceae-cf84cf89cebd-ceadcf83cf89-cebfcf85cf81ceb1cebdcf8ecebd

ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗ

Ο ποιητής είναι ένας πολεμιστής των γραμμάτων. Και όπως κάθε πολεμιστής προγυμνάζεται, έτσι και ο ποιητής μελετά την ποιητική παράδοση, τη γλώσσα, τρόπους έκφρασης και τάσεις σύγχρονες και προηγούμενες. Πολεμά με τον εαυτό του, με τα πάθη του, με την καθημερινότητα. Γιατί η τελική νίκη στη μάχη τούτη είναι να απελευθερώσει από τις αδυναμίες του και τον πολιτισμό της υποκουλτούρας έναν παράδρομο για τη μεταφορά λίθων προς τη νήσο της Ποίησης. Και με σισύφειο σθένος να συμβάλει προσωπικά προκειμένου να σωρευτούν νέες πέτρες σε κείνες των προηγούμενων ποιητών, ώστε να δημιουργηθεί μία νησίδα μέσα στον ωκεανό του εμπορευματοποιημένου τίποτα που μας κατακλύζει. 
Ο Αχιλλέας Κατσαρός συμμετέχει με τη δική του συνθετική δύναμη στη δημιουργία τούτης της ποιητικής νησίδας.  Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με τη συλλογή “Ιχνηλάτες ανέμων” (2013) όπου με ένα πλούσιο υλικό απαντώνται ποιήματα σουρεαλιστικά δίπλα σε παραδοσιακά, συμβολικά έργα πλάι σε υπαρξιακά και άλλα κοινωνικής εφόρμησης με πολλές εμπνεύσεις. Ακολούθησε η δεύτερη συλλογή του από τις εκδόσεις Ars Poetica “Η χειρουργική των έσω ουρανών” (2014).

Η συλλογή απαρτίζεται από 42 συνθέσεις. Σύντομα ποιήματα διαδέχονται άλλα μέσης έκτασης. Μηνύματα άλλοτε σύντομα και κοφτά κι άλλες φορές περιγραφικά, όπου σκηνές φύσης συνδέονται με κλωνάρια κοινωνικών εικόνων συνθέτοντας ένα ποιητικό δέντρο. Εικόνες, σχεδόν σουρεαλιστικές, με συνειρμική σύνδεση, στολίζουν τους ποιητικούς του πίνακες.  

Continue reading

Νικόλας Άσιμος, Ρε μπαγάσα περνάς καλά εκεί πάνω….

*Για τα χτεσινά 65α γενέθλιά του (20 Αυγούστου 1949)

Aφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια.

Θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λιβάδια, 

να ξαναγίνω καβαλάρης

και ξαναέλα να με πάρεις ουρανέ, 

για δεν υπήρξα κατεργάρης

και τη χρειάζομαι τη χάρη σου μωρέ.

Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;

Μιαν ανάσα γυρεύω για να γιάνω.

Δεν το πιστεύω να με χλευάζεις

σαν σε χαζεύω δε χαμπαριάζεις.

Πρότεινέ μου κάποια λύση

δε θα σου παρα κοστήσει.

Και θα σου φτιάχνω τραγουδάκια

με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.

Για το χαμένο μου αγώνα

που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν

Aφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους.

Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους

πως να ξεφύγω από τη μοίρα

κι έχω μέσα μου πλημμύρα ουρανέ,

για δεν υπήρξα κατεργάρης

και θα το θες να με φλερτάρεις γαλανέ.

Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;

Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω.

κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις

ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις

κι ότι σου `ρθει κατεβάζεις

μην θαρρείς πως με ταράζεις.

Γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια

με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.

Για το χαμένο μου αγώνα

που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν.

10632736_1499019183675936_2053866691485106681_n

Γιώργος Φιλιππίδης, Εγωτική προπαγάνδα

1506042_10201113152653934_243434141_n

V

Ακούστε καλά!
Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα,
σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου,
στο αχανές πεδίου της καμπούρας μου
όπου,
απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται
η αστροσκόνη που είμαι.
Ακούστε καλά!
Κυνηγημένοι σαν Βιετναμέζοι
στη ζούγκλα των τοξικών αναθυμιάσεων
φεύγουμε
φεύγουμε
φεύγουμε μακριά.
Το σκηνικό·
μαύρο με φώτα αχνά
τα αστέρια και τους ετερόφωτους πλανήτες
και πλέουμε
όπως να’ ναι,
λαθραία,
ολοταχώς για ποιος ξέρει πού,
στους δαιδάλους του διαστήματος
«τεχνολογία», ψελλίζοντας,
«είσαι η αρχαιολογία του αύριο.