Θωμάς Γκόρπας, Τραγωδία

38258_1376935951556_1476582788_30960504_2569936_n

Κανείς δεν σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δεν σκέφτηκε τον άνεμο που θα ‘ρχονταν σε λίγο
κανείς δεν σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα ‘διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.
Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.
Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…
Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω που θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι…
Και θα ‘χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;

Σπύρος Μαρούλης, Είσαι μια γλυκιά και δύσκολη εξίσωση

10514514_744724938917229_8467501705094593575_n

Είσαι μια γλυκιά και δύσκολη εξίσωση 

και για να παραμείνεις όπως είσαι,

χρειάζεται να πετάξεις πάνω από ερημιές, 

να σκιτσάρεις έναν ορίζοντα

κι αμέσως μετά να τον σβήσεις,

να φωτίσεις μια αστραπή

κι αμέσως να την αποχρωματίσεις… 

Ο μακρινός ουρανός είναι για σένα

πιο επιθυμητός
από τον κοντινό,

πιο όμορφος…

Αλλά οι φρουροί σε αλυσόδεσαν 

και σε φυλάκισαν στο βασίλειο της νοσταλγίας

όπου καδένες σε κρατούν

ανάμεσα στα άνθη της καρδιάς σου 

και το παράθυρο.

Julio Cortázar, Γράμμα σε μια δεσποινίδα στο Παρίσι

Billy Alexander, Vintage Envelope3

Billy Alexander, Vintage Envelope3

Αντρέ, εγώ δεν ήθελα να έρθω να μείνω στο διαμέρισμά σου στην οδό Σουιπάτσα. Όχι τόσο για τα κουνελάκια, μάλλον επειδή με θλίβει να εισέρχομαι σε μια τάξη κλειστή, εγκαθιδρυμένη ως τα πιο λεπτά πέπλα του αέρα, αυτά που στο σπίτι σου διατηρούν τη μουσική της λεβάντας, το φτερούγισμα μιας πουδριέρας σε σχήμα κύκνου, το παιχνίδι του βιολιού και της βιόλας στο κουαρτέτο του Ραρά. Με πικραίνει να μπαίνω σε έναν χώρο όπου κάποιος που ζει ωραία έχει τακτοποιήσει τα πάντα σαν μια ορατή επανάληψη της ψυχής του, εδώ τα βιβλία (από τη μια μεριά τα ισπανικά, από την άλλη τα γαλλικά και τα αγγλικά), εκεί οι πράσινες μαξιλάρες, σε αυτή τη συγκεκριμένη θέση στο τραπεζάκι το κρυστάλλινο τασάκι που μοιάζει με κομμένη σαπουνόφουσκα, και πάντα ένα άρωμα, ένας ήχος, φυτά που μεγαλώνουν, μια φωτογραφία του πεθαμένου φίλου, τελετουργικό δίσκων με τσάι και λαβίδες για τη ζάχαρη… Αχ, αγαπητή Αντρέ, πόσο δύσκολα αντιστέκεσαι, μολονότι το αποδέχεσαι με πλήρη υποταγή του ίδιου του είναι σου, στη σχολαστική τάξη που εγκαθιστά μια γυναίκα στην ανάλαφρη κατοικία της. Πόσο ένοχος νιώθεις όταν παίρνεις ένα μεταλλικό κυπελλάκι και το βάζεις στην άλλη άκρη του τραπεζιού, το βάζεις εκεί μόνο και μόνο επειδή έφερες τα αγγλικά λεξικά σου, και πρέπει να βρίσκονται σε αυτή τη μεριά, σε απόσταση που φτάνει το χέρι. Το να μετακινήσεις αυτό το κυπελλάκι ισοδυναμεί με ένα φριχτό αναπάντεχο κόκκινο εν μέσω μιας μετατόνισης του Οζενφάν, λες και ξαφνικά οι χορδές όλων των κοντραμπάσων έσπασαν συγχρόνως με την ίδια τρομακτική καμτσικιά στην πιο ήσυχη στιγμή μιας συμφωνίας του Μότσαρτ. Μετακινώντας αυτό το κυπελλάκι αλλάζει το παιχνίδι των σχέσεων όλου του σπιτιού, κάθε αντικειμένου με το άλλο, κάθε λεπτού της ψυχής του με την ψυχή ολόκληρη του σπιτιού και της απούσας ενοίκου του. Κι εγώ δεν μπορώ να πλησιάσω τα δάχτυλα σε ένα βιβλίο, να σφίξω ίσα ίσα τον κώνο φωτός μιας λάμπας, να ανοίξω το μουσικό κουτί, δίχως να περάσει μια αίσθηση προσβολής και επίπληξης μπροστά από τα μάτια μου σαν ένα σμήνος σπουργίτια.

Continue reading


Πελαγία Φυτοπούλου, Κούκος

10537402_339612849538690_5834167570478201183_n

…/ ζητώ τον θανατό σου

…/ κι ας ορκίστηκες αντάρτης

…/ ω, έρωτα, τσόγλανε,

βυζαίνω το βιός σου

μια σκλάβα ευτυχία

σε γεννάω, Άντρα,

προσευχήσου…

…/ γυναίκα, αν είχα δεύτερη ευκαιρία

θα σου μιλούσα, ναι θα σου μιλούσα

θα ..δηλ. … θα, … ό,τι πιο κοντινό έχω κάνει…

αν είχα δεύτερη ευκαιρία, θα σου έλεγα ότι,

να, οτι…οι αντρες δεν θέλουν αυτό που νομίζεις,

ότι οι άντρες, δηλ,… ότι, το μόνο που θέλουν

είναι … αν είχα δεύτερη ευκαιρία, θα σου μιλούσα

και θα σου έλεγα, ότι το μόνο που θέλω είναι

να βάλεις το χεράκι σου στα μάτια μου 

γιατί φοβάμαι.

Αυτά
.
..
Αν είχα δεύτερη ευκαιρία δεν θα’ σουν σκλάβα.

…/

Προσεύχομαι.

…

/

Αν είχες δεύτερη ευκαιρία, δεν θα την ζητούσα, ανόητε,

μου αρέσει , όταν κλαίς.
.
…
/

Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Τα παράθυρα

GuillaumeApollinaire-b

Από το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
Την ώρα που φλυαρούν στα δάση τους οι παπαγάλοι
φτερά λαιμοί λοφία και πιί πιί
Ένα ποίημα μένει να γραφεί για το πουλί με τη μια μονάχα φτερούγα
Θα του το στείλουμε σαν τηλεφωνικό μήνυμα
Τούτη η βαρειά λαβωματιά
Να κλαις σε κάνει
Ανάμεσα στις κόρες από το Τουρίνο να κι ένα όμορφο κορίτσι
Το καϋμένο τ’ αγόρι λέρωσε το ζωστήρα του άσπρο
Έτσι κάνεις πως σηκώνεις την κουρτίνα
Εν τω άμα ανοίγει και το παράθυρο
Αράχνες εκεί που τα χέρια κλώθαν το φως
Ομορφιά χλωμάδα σκοτάδια αξεδιάλυτα
Του κάκου καρτερούμε να βρούμε ανάπαψη
Από τα μεσάνυχτα αρχινάμε
Τότε που υπ΄ρχει χρόνος και ελευθερία
Αμόνι Μύδι κάψες καμώματα και του ξαπλωμένου ο Αχινός
Ένα ζευγάρι κίτρινα παληά παπούτσια στο παράθυρο εμπρός
Ίλιγγος
Οι δρόμοι είναι ίλιγγος
Πηγάδια
Οι πλατείες γίναν πηγάδια
Πηγάδια
Στις κουφάλες των δέντρων φωλιάζουν πονηρές αλητόβιες
Τα πιτσούνια τραγουδάνε
Στις καστανές πιτσούνες τους σπαραχτικές άριες
Κι η χήνα ουά ουά τρομπέτα στο βορρά
Εκεί που οι κυνηγοί ασβών
Μαδάνε τις κυρίες με τις γούνες
Βανκούβερ
Διαμάντι αστραφτερό
Καθώς το τρένο λευκό από χιόνι και φώτα νυκτερινά
δραπετεύει απ’ το χειμώνα
Ω Παρίσι
Απ’ το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
Παρίσι Βανκούβερ Ιέρ Νέα Υόρκη Μαιντενόν
και εσείς Αντίλλες
Σαν ένα πορτοκάλι φαντάζει στο παράθυρο
Ο Ωραίος καρπός του φωτός

*Μετάφραση: Ν. Κοντομήτρος/ Calligrammes. παρμένο από το ιστολόγιο Τήνελλα Τήνελλα στο http://surrealism9.blogspot.com.au/2012/02/5.html

220px-Calligramme

Έντγκαρ Λη Μάστερς, Δύο ποιήματα

Στη φωτογραφία ο Edgar Lee Masters στην Αίγυπτο, 19 Μαρτίου 1921

Στη φωτογραφία ο Edgar Lee Masters στην Αίγυπτο, 19 Μαρτίου 1921


ΝΟΟΥΛΤ ΧΟΧΑΪΜΕΡ

Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης του Μίσιονερυ Ρίτζ.

Όταν ένιωσα το βόλι να τρυπάει την καρδιά μου

Λαχτάρησα να βρισκόμουν σπίτι μου και να πήγαινα φυλακή

Επειδής είχα κλέψει τα γουρούνια του Κερλ Τρέναρυ

Παρά που το ‘σκασα και πήγα στρατιώτης.

Χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή,

Παρά να πλαγιάζεις κάτω απ’ τη φτερωτή αυτή μαρμάρινη μορφή

Κι από το γρανιτένιο ετούτο βάθρο

Που έχει τις λέξεις «Pro Patria».

Τι σημασία έχουν όλα αυτά, τέλος πάντων;

ΧΕΑΡ ΝΤΡΑΜΜΕΡ

Πηγαίνουν ακόμα τ’ αγόρια και τα κορίτσια στου Σίηβερ

Για μηλίτη, ύστερα απ’ το σχολειό, στα τέλη του Σεπτέμβρη;

Ή μαζεύουνε φουντούκια ανάμεσα στα σύδεντρα
Στη φάρμα του Ααρών Χάτφιηλντ όταν αρχίζουνε τα κρύα;

Γιατί πολλές φορές με τα γελαστά κορίτσια και τ’ αγόρια

Έπαιξα σ’ όλο το δρόμο και στους λόφους πάνω

Όταν ο ήλιος είχε πέσει κι ήταν ψυχρό τ’ αγέρι,

Σταματώντας για να ραβδίσω την καρυδιά

Που στέκονταν γυμνή από φύλλα στη φλογισμένη δύση αντίκρυ.

Τώρα, η μυρωδιά του φθινοπωρινού καπνού,

Και τα βελανίδια στις κοιλάδες

Φέρνουνε όνειρα ζωής.
Ζυγιάζονται πάνωθέ μου.

Και με ρωτούν:

Πόσοι είναι μαζί μου, πόσοι

Μέσα στο παλιό δεντρόκηπο στο δρόμο για του Σίηβερ,

Και μες στα δάση που δεσπόζουν πάνω

Απ’ τα ήρεμα νερά;


*Από την περίφημη Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ (Spoon River Anthology, 1915), όπου καταγράφονται τα ταφικά επιγράμματα 212 φανταστικών (ή λιγότερο φανταστικών) προσώπων, τα οποία μιλούν για τη ζωή και τα πάθη τους. Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης. Τπ πήραμε από το Φρέαρ στο http://frear.gr/?p=6169

Πάουλ Τσέλαν, Μαριάννα

Πίνακας: Rosa Comelles

Πίνακας: Rosa Comelles

Χωρίς πασχαλιές είν’τα μαλλιά σου, η όψη σου καθρέφτης.

Το σύννεφο περνά από το ένα μάτι σου στο άλλο, όπως τα Σόδομα στη Βαβέλ:

μαδά σαν φύλλωμα τον πύργο και λυσσομανά μέσα στους θάμνους από θειάφι.

Τότε μια αστραπή πέφτει γύρω από το στόμα σου-

αυτό το φαράγγι με τ’ απομεινάρια του βιολιού.

Με χιονόλευκα δόντια κρατά κάποιος το δοξάρι: Ω, πόσο πιο όμορφα

ηχούσε το καλάμι!

Αγαπημένη, εσύ είσαι το καλάμι κι εμείς όλοι η βροχή,

το σώμα σου κρασί δίχως ταίρι το πίνουμε και μεθούμε,

η καρδιά σου μια λέμβος στο σιτάρι, προς τη νύχτα την κωπηλατούμε ,
μια σταμνούλα ουρανός, φτερουγίζεις ελαφριά πάνω μας, και μας κοιμίζεις…

Μπρος στη σκηνή παρελαύνουν οι εκατό και μεθυσμένοι εμείς 

σε μεταφέρουμε στον τάφο.

Τώρα ηχεί πάνω στα πλακόστρωτα του κόσμου

το σκληρό κέρμα των ονείρων


*Από το “Μήκων και Μνήμη”, ελδ. Νεφέλη 2007
. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
.

Francesca Sasnaitis
 reviews David Stavanger’s The Special

stavanger

The Special
by David Stavanger

UQP, 2014

David Stavanger won the 2013 Thomas Shapcott Poetry Prize. The resulting book, The Special, is his first full-length collection of poetry, and is dedicated to ‘the dead/ who are bravely living/ (and to those who wake wild-eyed in the dark)‘, a salute to people who suffer the acute distress of mental illness. Stavanger draws on his personal and professional experience as a psychologist to explore, communicate and transcend disjunctive states. He begins with a list of definitions for the word ‘special’, including the Latin ‘individual, particular’, the colloquial for sale-item, the euphemism for disability, and his own invention, the verb ‘to special’ meaning to observe patients on suicide-watch. The implication is clear: people with mental health issues are marginalised, ignored and discarded.

The Special is divided into six sections, Axis I to V, and an Appendix. Each section deals with an aspect of loss or disassociation, and generally contains a mix of verse and shorthand, staccato prose pieces.

‘Optimism’, the first poem of Axis I, quotes Oscar Wilde: ‘The basis of optimism is sheer terror.’ In other words, optimism is hope beyond reason, a step into fear. The tone of ‘when the plane crashes into the sea/ the sea is the least of your worries// the pilot announces/ I have nothing in front of me’ may appear cynical, but is actually a wide-eyed statement of fact, the utterance of which we usually keep to ourselves.

Continue reading

Jorge Luis Borges, Είμαι

PAR25791

Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
του όμοιού του.
Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη. Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που, μ’ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν’αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σ’ όλους.
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.