Λεωνίδας Καζάσης, Ποιήματα

Θα ’ρθείς όταν οι πλαγιές

θα ’χουν μαυροφορεθεί,

τα κύματα θα ’χουν στερέψει

από άρμη και αφρό,

τα ξάρτια σχισμένα,

θα βρουν τον προορισμό της ταφής,

οι άσπρες πέτρες της θάλασσας θα ‘χουν χαθεί,

ο ουρανός δεν θα νογά γαλήνη,

μήτε δάκρυα θα πετά,

έρεβος θ’ ανατρέψει τον αμείλικτο χρόνο.

Θα γύρεις το ρόπτρο

μα θα ‘μαι ανίκανος να νοιώσω οποιονδήποτε ήχο.

***

Αφού οι λιόχαρες ακτίνες

λεμφατικές εγίναν,

αφού τα χρώματα του χούμου

και των πόντων ξέθωρα, τείνουν να χαθούν,

η απάθεια την αδικία υπερκέρασε,

αργυρώνητος ο γλυκαχός της ηδονής,

στην αγορά πανάκριβα αιδοία αναφρόδιτα.

Κι ο θάνατος ο κορυστής

μονάχος του την πλήξη αντιπαλεύει.

***

Άνικμα αδιέξοδα

καλούν και ζωγραφίζουν,

της ανοδίας φριμαγμοί

ιδροκοπούν τους στοχασμούς κεντρίζουν.

Της γηθοσύνης, εύθραυστο κλαδί,

νύμφες σαγήνης, άδεια ευνή.

Ω καταδίκη! Αναμονή

σε δολερό επέκεινα.

Κωνστάντια! Λήδα! Έρκυνα! 

***

 Ας δοθούμε στην Απόπειρα,

αγνοώντας τη λιπόψυχη Έκβαση,

ας ακλουθήσουμε των φυγάδων ίχνη σβηστά.

Κυβεία εσύ πανέμορφη! Ανήθικη, σεπτή,

ελεύθερη, ηδονική,

ανεπανόρθωτη χαρά,

εχθρά Εστίας συμφορά.

                                                 Στους εξωμότες του ονείρου.

                                                 Λογοπαίκτης από γενιά χαρτοπαικτών.

Μαρία Ξενουδάκη, Ποιήματα

Το θλιβερό γεγονός τρέχει,

λάμπουν μελαγχολικά τα μάτια του παιδιού,

μες στη νεκρική σιωπή ξεπηδούν απόκοσμοι ήχοι,

κακαρίζει, ασελγεί η κουκουβάγια,

τίποτα δε συναρμολογείται.

Το παιδί κοιμήθηκε με το χέρι στο στήθος, μια μεγάλη πληγή ανοιχτή.

Κανείς δεν υπάρχει, τεθλασμένο τοπίο,

μια μαύρη τρύπα, η γραμή στον ορίζοντα

                                        Τέλος.

***

Η θλίψη είναι απλή

σαν τους λευκούς τοίχους του νεκροτομείου, η θλίψη είναι άυλη

μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα του μυαλού, 

μαζεύει ενέργεια και μετά αβίαστα 

τη διοχετεύει σ’ όλους τους πόρους του κορμιού.

Τι να κάνεις μπροστά σε τέτοια οργανωμένη ενέργεια, 

η παγίδα εδώ ηχεί προαιώνια,

η σάλπιγγα του πόνου μεταδίδεται σαν τη φωτιά στον άνεμο

και συ παγιδευμένος,

μουσκεμένος νωπό αίμα,

ρουφάς τη θλίψη σου κοιτώντας από ψηλά…

Η αυτοχειρία είναι πράξη βίας.

Λένε…

Παρακολουθώ τον θάνατό μου να αιωρείται, 

την πληγή μου να μαζεύει καύκαλο, 

να διαιωνίζεται επικίνδυνα, 

να κρύβει τον ήλιο.

Και η επιτύμβια πλάκα γράφει:

«Αναπαύεται εν ειρήνη».

Συχωρέστε την.

               Είναι καλά.

Είμαι καλά.

*Από τη συλλογή “Πέμπτη Διάσταση”, Εκδόσεις “Γνώση”, Δεκέμβρης 1984.

Oscar Hahn, Con pasion sin compasion / Με πάθος χωρίς έλεος

La destrucción del ser amado por el ser amado 

es una práctica común desde la antigüedad

Nos embestimos con pasión sin compasión 

y dormimos aferrados a esos cuerpos exánimes

Al amanecer

nuestras cenizas aún lloraban abrazadas

Ahora busco tu amor

en todo resto que pasa por mi puerta

(De “Mal de amor”)

***

Η καταστροφή της αγαπημένης ύπαρξης από το ταίρι της 

είναι κοινή πρακτική από την αρχαιότητα

Ριχνόμαστε με πάθος χωρίς έλεος

και κοιμόμαστε αρπαγμένοι ο’ εκείνα τα ξέψυχα σώματα 

Την αυγή

οι στάχτες μας κλαίγανε ακόμα αγκαλιασμένες

Τώρα αναζητώ την αγάπη σου

σε κάθε κατάλοιπο που περνάει από την πόρτα μου

*Ο ποιητής είναι από τη Χιλή (γεν. 1938).

**Από το βιβλίο “Τα εκατό ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της Ισπανικής γλώσσας”, Εκδόσεις Εκάτη, 2000. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Ιωάννα Λιούτσια, Μικροί Ιππότες

Χθες βράδυ συνάντησα στο πάρκο ένα σαλιγκάρι. 

Παραλίγο να το πατήσω.

Τελικά κάθησα και το παρατηρούσα.

Τι μικρή ζωή να κάνει μες σ’ αυτό το μικρό καβούκι 

μες σ’ αυτό το τεράστιο πάρκο 

μες σ’ αυτήν την τεράστια πόλη 

μες σ’ αυτόν τον τεράστιο κόσμο.

Η μύτη μου μούδιασε από συγκίνηση.

Αυτή η απρόσμενη συνάντηση μου αποκάλυψε δύο αλήθειες:

Ότι ακόμα υπάρχουν πλάσματα που ζουν

-ήσυχα καταπώς φαίνεται-

και πως τηρούν ακόμη τα ονειροπολήματά τους

βγαίνοντας κάθε βράδυ για να κάνουν

τη μοναχική τους βόλτα

στο βρεγμένο χώμα

με κίνδυνο να είναι η τελευταία.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή σε δύο χώρους”, εκδόσεις Οροπέδιο.

Χάρης Ψαρράς, Των αποδήμων

Κραυγές του γερανού. Φτερά ανοιχτά.

Μας χαιρετά. Μας γνέφει αναχωρώντας.

Είχε κι αυτός ελπίδες, έγνοια αληθινή.

Είχε κι αυτός φωλιά.

Δεν είναι μόνος. Πετούν κι άλλοι ατο πλάι του.

Όλοι μαζί κινούν για ξένο τόπο.

Κι όσοι δικοί μας θέλησαν να πάνε σ’ άλλη γη 

να πάνε σ’ άλλη θάλασσα, όπως

και να ’χει, με την απόφαση των γερανών τρομάζουν. 

Το ξανασκέφτονται έπειτα. Λεν: «Πάρτε με κι εμένα». 

Βλέπουν κενές δυο θέσεις μες στις τάξεις τους: 

«Σταθείτε. Αυτές είναι για μας». Θέλουν να γίνουν ένα

με των πουλιών το σμήνος. Στο μεταξύ 

ο ήλιος αναδιπλώνεται. Ποιος παίρνει την ευθύνη;

Ίσα που άγγιξαν των γερανών το ύψος, 

σταχτί σύννεφο τους καταπίνει.

Γιώργος Κουτούβελας, “Ταξικό”

I

Μαρία, δεν μπορώ να μιλήσω για τον έρωτα. Εδώ καλά καλά

δεν πρόφτασα να φέρω τα λουλούδια που σου υποσχέθηκα.

Στον δρόμο να σε συναντήσω μου έπεσαν από τα χέρια πάνω

στο φρεσκοσκαμένο μνήμα του νέου μας νεκρού.

II

Έπιασα έναν φασίστα, αφού τον νάρκωσα του άνοιξα το στομάχι.

Του αφαίρεσα με μαεστρία τα σωθικά και τα αντικατέστησα με

εκείνα ενός γουρουνιού που είχα αγοράσει φρεσκότατα από τον

χασάπη. Άδικος κόπος – ξύπνησε και δεν κατάλαβε ποτέ τη διαφορά.

III

Τους γόνους των πλούσιων οικογενειών μπορούμε
να βγάλουμε από τις γυάλες τους σε μια μέρα. Το 

μόνο που χρειαζόμαστε είναι το καλάμι που έχουν 

καβαλήσει και μερικά σκυλοτράγουδα για δόλωμα.

IV

Στον ύπνο μου βλέπω πάντα το ίδιο όνειρο – πως 

γίνομαι στον ξύπνιο σας ο καθημερινός εφιάλτης.

Για το βιβλίο του Γιώργου Πρεβεδουράκη «Μικρά ονόματα»

Γράφει ο Βάκης Λοϊζίδης*

Ευδοκιμούμε πάνω σε νάρκες βυθού 

συμμαχώ με τα τρομοκρατημένα ρινίσματα
κι ας ανήκω στο στρατόπεδο των υλοτόμων

Δύο χρόνια μετά τη χειμαρρώδη ποιητική σύνθεση Οδός Ρόδων (Πανοπτικόν, 2018), η οποία κλείνει μ’ έναν μονόλογο-διάλογο με τον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη, ο Γιώργος Πρεβεδουράκης επιστρέφει στη μικρή φόρμα στο πέμπτο ποιητικό του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο Μικρά ονόματα (Πανοπτικόν, 2020) και είναι αφιερωμένο στον φίλο του ποιητή Λάμπρο Σπυριούνη (1952-2018). Πρόκειται για μια προσεγμένη έκδοση, μ’ ένα λιτό και δυνατό έργο του Σάμη Ταμπώχ στο εξώφυλλο.

Χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας και με καμία πρόθεση να καλουπώσει την πραγματικότητα μέσα στο ποίημα, αποκαλύπτει τα κοινά μας μυστικά με ιδιότυπο τρόπο. Η τραγικότητα και το χιούμορ συνυπάρχουν και λειτουργούν αποκαλυπτικά για τον ποιητή και τον αναγνώστη.

κάτω κόσμος _ πάνω κόσμος
και στη μέση εμείς ρινίσματα
του μεγάλου Σιδηρουργού

Τα ποιήματα του Πρεβεδουράκη δεν σου επιβάλλονται, δεν προτάσσουν αξίες. Έχουν κάτι γλυκόπικρο. Έχεις την εντύπωση πως κουβεντιάζει με την ζωή. Έτσι καταφέρνει να συνομιλήσει ουσιαστικότερα με τον άλλο. Δεν αφήνει όμως τη μέγγενη της πραγματικότητας να τον καθηλώσει. Σχολιάζει με καίριο τρόπο τις ανθρώπινες αυταπάτες. Ανασύρει πικρές αλήθειες από το κάτεργο της πληγής μας που μας βολεύει να παραβλέπουμε.

Τα Μικρά ονόματα έχουν κοψίματα που δεν σ’ αφήνουν να εφησυχάσεις. Λειτουργούν αφυπνιστικά μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο. Η ανάγνωσή τους είναι απολαυστική. Σε βγάζουν σε ξέφωτα εκεί που νομίζεις πως παν να σε καταβαραθρώσουν. Δίνουν το παρόν τους σε αυτά ακόμα και οι μακρινοί μας συγγενείς στην Πομπηία.

χάσκουμε σαν εκκρεμότητες
εκκρεμότητες
εκκρεμότητες
που κάποια στιγμή
κλείνουν

Διαβάζεις τα ποιήματα σαν λαβωμένος ιππότης. Δεν σου επιτρέπεται να ναυαγήσεις μέσα τους. Αιφνιδιασμένος, ενθαρρύνεσαι να προχωρήσεις σκάβοντας στο σώμα τους. Γίνεσαι συνοδοιπόρος συνειδητοποιώντας πως δεν μπορείς να παραβλέπεις αυτό που σου συμβαίνει.

Ωστόσο μέσα σας κυλάνε νερά
δροσίζουν την αβλεψία σας
την παραίσθηση, την αμέλεια

ξεπλένουν τα αναίμακτα
«δεν άκουσα – δεν είδα»

Η ερωτική ματιά στα πράγματα και τους ανθρώπους δεν απουσιάζει από αυτή την κατάθεση του Πρεβεδουράκη. Δεν θα μπορούσε να προσεγγίσει τις αλήθειες μας, εάν έλειπε το ερωτικό στοιχείο από τα ποιήματα του που μιλούν για τη ζωή και τον θάνατο ως αναπόσπαστο κομμάτι της.
ήσουν η κιμωλία της κι ήταν ο μαυροπίνακας σου

κάθε που σμίγουμε
εκείνη γίνεται είκοσι τριών
εγώ~ δεκάξι

Υπάρχουν διάσπαρτα στο βιβλίο ποιήματα που έχουν ως πηγή έμπνευσης τη ζωή στο νοσοκομείο και τα βιώματα του ασθενή στα οποία διακρίνει ο αναγνώστης το αφοπλιστικό χιούμορ του ποιητή, τον σαρκασμό και τον φιλοσοφημένο τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την απάθεια του συστήματος

το πόρισμα της βιοψίας ακόμα να βγει
πέσαμε και στο τριώδιο
μη ρωτάς

μετά το τέλος του καρναβαλιού
θα μας πούνε

Η πολυσχιδής προσωπικότητα του Λάμπρου Σπυριούνη, οι εκρήξεις του, η αγάπη του για την Αγγελική, οι δυσφορίες και τα πάθη του ζωντανεύουν μέσα από τα ποίημα με τρόπο που κερδίζουν τον αναγνώστη χωρίς να προϋποθέτουν τη γνωριμία μαζί του.

ευτυχώς που οι καρδιές μας
δεν εθίστηκαν στους χωρισμούς

για σκέψου Λάμπρο μου:
ένα έθνος μαραθωνοδρόμων

*

Λάμπρο ο κόσμος μας σπαταλήθηκε
Κάπου ανάμεσα Οσιομάρτυρος και Ασώτου

Αν ζούσε ο ποιητής Κώστας Μόντης, ίσως να διάκρινε στα Μικρά ονόματα μια συνέχεια των δικών του στιγμών, αποδομένων βέβαια με το προσωπικό ύφος και την ιδιότυπη διάθεση του Πρεβεδουράκη. Τα μικρά ονόματα Θα μπορούσαν να αποτελέσουν το έναυσμα για μια συζήτηση γύρω από την μικρή φόρμα, με κύριους άξονες την πυκνότητα, την ευστοχία και την γλωσσική λεπτοδουλειά.

Ο ποιητής δεν έφτασε τυχαία και χωρίς κόπο σε αυτό το αποτέλεσμα κι ας μην είναι προφανής η δουλειά που προϋποθέτει η κατάθεση του. Ο Πρεβεδουράκης στην ποιητική του πορεία αλλάζει βαγόνια στην ίδια γραμμή τρένου και μας αιφνιδιάζει. Άλλοτε επιλέγει να τραβήξει φρένο κι άλλοτε αφήνεται σε κάτι που μοιάζει με παραλήρημα μα δεν είναι. Ξέρει να μανουβράρει. Φέρνει τα πάνω κάτω, ακόμα και σ’ ένα φαινομενικά αθώο θραύσμα λόγου.

Αποκαλύπτει την ιερή μας αχρειότητα, στέκει στην πληγωμένη περηφάνεια του ενημερωμένου αγοραστικού κοινού και απευθυνόμενος στο σύννεφο γράφει:

σύννεφο καταστάλαξε
είμαστε ήδη μούσκεμα

σ υ ν τ ο ν ί σ ο υ

Όλα τα καίρια θραύσματα λόγου σε τούτο το βιβλίο, αποκαλύπτουν διαστάσεις της ανθρώπινης αγωνίας: τη δίψα για ουσιαστική επικοινωνία, την ανάγκη να υπάρξουμε σαν άνθρωποι με τα πάνω μας και τα κάτω μας, να κοιταχτούμε βαθύτερα μέσα μας, να ερωτευτούμε και να συνομιλήσουμε έστω και σιωπηλά μα ουσιαστικά με τον άλλο στο φως και στο σκοτάδι.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Marcel Rieder (1862-1942).

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://frear.gr/?p=29595&fbclid=IwAR1pMTWvEqMWghcCONYCFHaumeuUoIKYOuxrratJjL–kg8NPdQHVe90MZE

Κώστας Ρεούσης, ρήξη τυμπάνου πτήση κατάδυση διάγνωση κοχλία

ρήξη τυμπάνου πτήση κατάδυση διάγνωση κοχλία έπαρση λαβυρίνθου έλευση υποστολή αξονικών εντροπιών φραξιο-νιστικών δυνάμεων ενόπλων έτσι καταλύεται η έλλειψη ρήματος στων επιθέτων την επίθεση στων ουσιαστικών την ουσία στην ασυνταξία της σύνταξης στην αγραμματοσύνη της γραμματικής στην ασυμφωνία των χρόνων στην πληθυντικότητα του ενικού στην αφθογγία των φθόγγων στην αντιπαράθεση των παραθετικών εξερευνώντας ιχνηλατικά διαβολικά ανιχνευτικά θεϊκά την κάλυψη απόκρυψη παραλλαγή του αβυσσαλέου πυθμένα της θάλασσας της ηφαιστειογενούς επιφάνειας της γης της πλανητικής απεραντότητας τ’ ουρανού ανάμεσα  στ’ ανθισμένα feuille volante της πέτρινης μυστικής κερασιάς της δαγκωμένης μυγδαλιάς και της ατομικής χρησμωδικής σαγκουινιάς

,,,

Ιωάννα Λεκκάκου, Συλλαβίζοντας

Α-νι-σό-τη-τες

οι λέξεις μου οι ανισοσύλλαβες δε με βοηθούν για να τις συλλαβίσω.

Το χρώμα / του χρώματος.

άλλο το χρώμα το λευκό

άλλο του χρώματος το χρώμα,

εξ αρχής

εκ γενετής

το ανισοσύλλαβο

και πώς να το

ισοσυλλαβίσω.

Μόνο στο κέντρο -εκεί

στης ύπαρξης τον πυρήνα όλα

ισοζυγίζονται

Εκεί που αναπνέ-ω

εκεί που αναπνέ-ουμε

δεν υπάρχουν συλλαβές μόνον

ανάσες

που δίνουν ελπίδα και

φως στο μαύρο της

φρικτής λευκής ανωτερότητας.

Κι εκεί που εσύ δεν αναπνέεις όλες οι ελπίδες

αποσυλλαβίζονται

σπάνε

σκορπίζουν και

ματωμένες φτιάχνουν καθρέφτη μεγεθυντικό 

καθρέφτη του τέρατος που 

μετράει τις ανισοσύλλαβες ανάσες του με 

ισοζυγισμένη απάθεια.

Κανείς δεν καθορίζει πια 

τη γραμματική του αίματος-

ακολουθεί τους δικούς του κανόνες 

βάζοντας τα κόμματα εξ αρχής 

και δίνοντας αναπνοή σε όλους 

στην ίδια ακριβώς τη συλλαβή 

πολύ πριν την τελεία και την παύλα.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Το τραγούδι του δρόμου

Ξυπνάτε! Εξέγερση

Είμαστε όλοι κουκουλοφόροι

Κάτω η κυβέρνηση των κουστουμοφόρων

Δρόμος προς την κανονικότητα κλειστός λόγω εξέγερσης

Πίσω στα ίδια; – Ούτε με σφαίρες

Γονείς, υποκλιθείτε στο μεγαλείο των παιδιών σας

Η κανονικότητα γεννάει τέρατα

Ο καναπές σου, η συνενοχή σου

Υγεία, καύλα κι επανάσταση

Η δημοκρατία σας βρωμάει δακρυγόνο

Κλείσε την TV και άνοιξε τα μάτια

Η αστυνομία σας μιλάει από τα δελτία των 8

Δεν ήταν κακιά στιγμή, ήταν το κράτος

Κούγια ρουφιάνε εξοστρακίσου

Φτου ξελεφτερία

Πλιάτσικο στις κλεμμένες μας ζωές

Όχι άλλο Πλιάτσικα

Τα οδοφράγματα κλείνουν δρόμους αλλά ανοίγουν περάσματα

Ελευθερία σε όλους μας

Τα ξωτικά κουράστηκαν και κάψανε το δέντρο

Αφήσατε τα δάση να καούν για πλάκα και τώρα φυλάτε το δέντρο του μαλάκα

Έχουμε εξέγερση, τα Χριστούγεννα αναβάλλονται

Βάρκιζα τέλος

Fuck May ’68 – Fight now

Εμείς θα πούμε την τελευταία λέξη, αυτές οι νύχτες είναι του Αλέξη

Αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη

Η εξέγερση ή θα είναι γιορτή ή τίποτα

Έξω οι μπάτσοι από τη Γη

Πειθαρχία τέλος, ζωή μαγική

Πόλη που καίγεται, λουλούδι που ανθίζει

Δεν είμαστε από αυτό τον κόσμο – Αντίο φίλε…

(συρραφή από συνθήματα της εξέγερσης του Δεκέμβρη ’08)

*Παρμένο από εδώ: https://basiakology.blogspot.com/2018/12/blog-post_6.html?spref=fb&fbclid=IwAR0e4QBIdbzNvo1q2FWRptbNiNO-p1rKZkR92AQjettWUqJvCTDYdw_StMQ