Ανθή Τσεκρέκου, Στρόβιλος

Κρατώ μια λίστα με τα πράγματα που θέλω. 

Μη φανταστείτε ότι πρόκειται 

για κάποιο ραντεβού στο κομμωτήριο 

στο κέντρο αισθητικής 

μια αγορά ή ανακαίνιση σπιτιού. 

Οι ανάγκες έχουνε από νωρίς 

τα δύσκολα χρώματα της αυτονόμησης 

και τα πινέλα μου φτηνιάρικα, 

ξετριχιασμένα. 

Μ’ αυτά τα σύνεργα η τεχνική 

έχει κοντά ποδάρια και διόλου τυφλή 

δεν είναι συνεργάτης. 

Λέω, μην είσαι τόσο αυστηρή 

κάνε εκπτώσεις. 

Έτσι συχνά αλλάζω τη σειρά 

Αναβάλλω ατυχώς τα πρώτα για μετά 

Μια λερναία ύδρα χώνει τα κεφάλια της παντού 

και η σειρά γίνεται στρόβιλος 

που όλα τα παρασύρει 

και σφίγγει κύκλους γύρω απ’ το χαμό μου.

31/08/2020

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Φώτο: Παπαθεοδωρόπουλος, Νύχτα

Πρωινού πάλεμα, αίσθησης ανταρσία

Πρωινού πάλεμα, αίσθησης ανταρσία,

φλόγας αλύχτημα, φίλημα τελευταίο,

τις γροθιές μου σφίγγω να μην προφέρω,

να μην γράψω το κοινότοπο ρήμα˙

τα σκιρτήματα σκιαγραφώ, διαφεύγει το παραλήρημά τους.

Να σε γδύσω, πιότερο να σε ζήσω,

στα ανοιχτά χέρια σου να τρέξω.

Στο γούρμασμά σου ομορφιάς ιερότητα!

Τον χρόνο που απέμεινε υποθηκεύω.

***

Αναγνώριση – αποχώρηση άφευκτη

Είχε μπλαβίσει ο ήλιος,

όταν στην πλατεία ανταμώναμε.

Η κίνησή σου ζωηρή, η ομιλία σου.

Από της παρουσίας σου τα χνάρια,

της αύρας σου την μυρωδιά,

η σμίλη του χρόνου την τεχνουργία της πάνω σου διαλαλούσε.

Κι όλο στην κίνηση έγνεφες, τους εξώστες θωρούσες,

αερικό τρελών στην καταχνιά εκφυγόντων.

Είχε μπλαβίσει ο ήλιος, εποπτεία γαλάζια διαφέντευε!

Με βλέμμα έφηβης που βουβά εκλιπαρεί,

και πύρα μεστωμένης που στενάζει,

τον ουρανό κοίταξες!

Αποχώρησα, της ήττας την υπεροχή κατάματα ατενίζοντας.

Jazra khaleed, Περιστρεφόμενες πόρτες

1.

ω αμάραντο πέλαγο τι ψιθυρίζεις πες μου 

στα τρία δελφίνια που χοροπηδούν 

σκίζοντας τ’ανθισμένα κύματα 

στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας 

μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης 

το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο 

το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ 

κορίτσια μη

τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον

μισοβουλιαγμένες βάρκες

στις παραλίες οι σκελετοί

κανάτια υπομονετικά στου αιγαίου τα παραθύρια

τα βράχια-γλυπτά που σμιλεύει αιώνες τώρα ο άνεμος κι η θάλασσα

αυτή η ανάγλυφη φυσική ομορφιά δεν φαίνεται να έχει το ταίρι της

ξεμυαλίζει τους φυσιολάτρες και τους οπαδούς της θάλασσας και των γεύσεων

2.

ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές

από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας

έντιμο αίμα που ζητάει εκδίκηση

στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας

μισοβουλιαγμένες βάρκες

τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος

μια καλά διατηρημένη νεκρόπολη

τα βράχια-γλυπτά που σμιλεύει αιώνες τώρα ο άνεμος κι η θάλασσα 

εκτός από εσάς, μόνο οι γοργόνες έχουν περάσει από εδώ 

κορίτσια μη

το ιστιοφόρο σκίζει τα νερά

θάλασσα στην οποία πατάμε για να μη βουλιάζουμε 

εφαλτήριο για την όξυνση του νου αλλά και των αισθήσεων 

συγκεντρώνει πιο low profile ταξιδιώτες και λάτρεις του αυθεντικού

3.

δεν μου είναι βολετό να σωπάσω

τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα

μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης

ακούτε από τις παραλίες την ανατολή να βουίζει

μια καλά διατηρημένη νεκρόπολη

τα σεληνιακά τοπία στην ενδοχώρα

απαιτούν να τους αφιερώσετε αρκετές ημέρες για να τα απολαύσετε χωρίς να κουραστείτε

θα νιώσετε στ’ αλήθεια πως βρίσκεστε στον παράδεισο

μια αίσθηση ηρεμίας, καθώς και μια αέναη «συνομιλία» ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα

όλες οι αποχρώσεις του μπλε είναι εδώ 

ο τόπος όλος ευωδιάζει άγριο θυμάρι και ρίγανη 

η πολυνησία του αιγαίου είναι ένας κόσμος μαγικός

στη νόρμα του οποίου ακόμα και η παράσταση του θείου πήρε ανθρώπινη μορφή

value for money διακοπές με αυθεντικό χρώμα

γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ ηπείρων, κοιτίδα πολιτισμών και πηγή έμπνευσης και δημιουργίας

(Συνεχίζεται) 

*Από το βιβλίο “μα είν’ αυτό ποίηση;”, έκδοση Τεφλόν, Νοέμβρης 2020, Αθήνα.

Ζωή Καραπατάκη, Εκτροχιασμοί

I can’ t breathe

ΤΟ ΤΡΑΜ! Αχ, το πρόλαβε. Βρήκε και θέση. Τοποθέτησε την υφασμάτινη τσάντα  πάνω στα πόδια της και άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Γιατί; Διότι πρόλαβε το τραμ. Το έπαιρνε κάθε φορά που πήγαινε για κάποια ψώνια στη Γλυφάδα αρκετά μακρύτερα από τη γειτονιά της στο Μοσχάτο θέλοντας αλλαγή, να δει τη θάλασσα, να κάνει με την ευκαιρία αυτή και μια βόλτα,να χασομερήσει λίγο ακόμα έξω απ΄το σπίτι που ήταν πια κλεισμένη και να χαζέψει τους άλλους. Είχε απολυθεί από την τεχνική – κατασκευαστική  εταιρία στην οποία εργαζόταν ως γραμματέας λόγω της κρίσης και έτσι ζούσε τώρα όπως μια απλή νοικοκυρά. 

Σιγουρεύτηκε λοιπόν ότι θα επιστρέψει στην ώρα της για να μαγειρέψει και ανάσανε για δεύτερη φορά ανακουφισμένη. Βέβαια, πέρασε από το μυαλό της πάλι ενώ το τραμ διέσχιζε τη λεωφόρο και όταν τέλειωνε τις δουλειές και πήγαινε να ξαπλώσει μόλις ακούμπαγε το κεφάλι της στο μαξιλάρι πάλι  αναστέναζε ίσως λίγο διαφορετικά όμως σ’ αυτή την περίσταση, παραδέχτηκε. 

Το θέμα αναπάντεχα άρχισε να την απασχολεί και να της δημιουργούνται ερωτήματα σε σχέση με την ανάγκη αυτή να βγάζει από τα πνευμόνια της ή και από πιο βαθιά ακόμη με δύναμη και συχνά μεγαλύτερη ποσότητα αέρα σα να είχε παρακρατηθεί μέσα της από κάποια κακή ρύθμιση όχι απλώς της αναπνοής, αλλά όλης της οικονομίας και διαχείρησης του εσωτερικού της κόσμου. Σαν να μην διέθετε την αυτονομία του και τους δικούς του νόμους λειτουργίας αυτός ο χώρος αλλά να ήταν ένα τυχαίο συμπλήρωμα κάποιου ευρύτερου χώρου ίσως του σπιτιού, της κοινωνίας  του νεοφιλελεύθερου οικονομικού συστήματος των οποίων η αναπνοή και ο τρόπος λειτουργίας ήταν σαφώς ισχυρότερα από τον δικό της.

Αν ”ανέπνεε ‘ και ήταν παραγωγικό το σύστημα πιθανόν να άφηνε στη διάθεσή της κάποια κυβικά αέρα ακόμη για τις δικές της ανάγκες παρατήρησε έκπληκτη και η ίδια με τις σκέψεις της. 

Της ήρθαν στο νου και τα λόγια του πρώην αφεντικού της. ”Προέχει η οικονομία όλοι εμείς για να την στηρίξουμε θα δεχτούμε θυσίες, όσες χρειαστεί, το καταλαβαίνετε; Κι έτσι βρέθηκε με τους απολυμένους. Τους ”θυσιασμένους” σκέφτηκε με πίκρα.

Το τραμ περνούσε τώρα μπροστά από κάτι φοίνικες αλλά αυτή τη φορά δεν τους καμάρωσε όπως έκανε άλλες φορές.

Η αναπνοή της άρχισε να επιταχύνεται χωρίς να κατανοεί την αιτία. Σε λίγα λεπτά θα βρισκόταν στο σπίτι της. Σα να τρόμαξε σ΄αυτή τη σκέψη κάπως και χωρίς να το καταλάβει πετάχτηκε από τη θέση της, πήρε τα πράγματα που είχε αγοράσει και πάτησε το κουμπί της στάσης.

Κατέβηκε πριν φτάσει στο σπίτι. Ήταν στην παραλιακή λεωφόρο ακόμη. Η θάλασσα μπροστά της περίμενε την καταιγίδα μ’ αυτή την ανήσυχη ηρεμία που τη διακρίνει πριν την έλευσή της.

Απέναντι ήταν τα cafe. Προχώρησε ολόισια σ ‘ένα από αυτά και μπήκε μέσα θέλοντας ν’ αποφύγει την υγρασία του Νοέμβρη. Κάθησε σε μια κομψή πολυθρονίτσα. Στο τραπεζάκι υπήρχε ένα λεπτούτσικο ανθοδοχείο με ένα κίτρινο χρυσάνθεμο. Όταν έφτασε η παραγγελία με το τσάι της και τα γνωστά φακελάκια της ζάχαρης ένοιωσε μια ενόχληση. Πάντα νοσταλγούσε μια όμορφη πορσελάνινη λευκή κατά προτίμηση ζαχαριέρα να λάμπει στο χώρο. Σήμερα με όλη αυτή τη συννεφιά γύρω της σίγουρα θα έδινε έναν επιθυμητό τόνο φωτός. Άς ήταν και σομόν. Της άρεσε.

Ας είναι, όλα αλλάζουν χωρίς κανένας να μας ρωτάει.

Το βλέμμα της έψαχνε ολόγυρα για διαφυγές. Το φλυτζάνι με το τσάι ζεστό  της πρόσφερε μια ευχάριστη υγρασία αν και όχι τόσο ισχυρή όσο τη χρειαζότανε.

Πού έμεινε; Α, στις αναπνοές. Ναι. Της ήρθε η εικόνα του άντρα της. Του Στέφανου. Είχε άραγε εκείνος τέτοιο πρόβλημα; Δεν είχε προσέξει κάτι ανάλογο. Πάντα ευθυτενής σαν στρατιωτικός που ήτανε όταν τη φώναζε με τ’ όνομά της ή και όταν μιλούσε η αναπνοή του ήταν κανονική, η φωνή του σταθερή  ίσως οφειλότανε στην εκπαίδευση που είχε, συμπέρανε.

Δεν ήταν σαν τη δική της που λες και είχε μια βαλβίδα όπως οι χύτρες ταχύτητας και συσσώρευε την πίεση. Δεν τον είχε ακούσει ν’ αναστενάζει ποτέ  ούτε από ανακούφιση ούτε από παράπονο.

Είχε αντιληφθεί άραγε τι συνέβαινε με τη δική της αναπνοή; Πόσο συχνά κατέφευγε σε αναστεναγμούς κάθε είδους;

Άνοιξε άλλο ένα φακελάκι ζάχαρη και αποτέλειωσε το τσάι της αργά αργά . Άρχισε να χαλαρώνει.

Η γλυκιά γεύση του της έφερε μια σχετική ηρεμία.

Επέστρεψε στο σπίτι με τα πόδια. Με το που μπήκε, άφησε απρόσεκτα τη τσάντα στο πάτωμα και σωριάστηκε στον καναπέ. Το κεφάλι της ήταν άδειο και μηδενισμένη η θέλησή της.Τα ψώνια σκορπίστηκαν: μια βαφή μαλλιών, καινούργιο σφουγγαράκι για το μπάνιο, ένα μολύβι για τα μάτια και ένα μπουκαλάκι κολώνια. Καλυντικά για μικρομεσαίες δηλαδή. Πιο πέρα όμως άρχισαν να κυλάνε και τα αυγά που αγόρασε την τελευταία στιγμή παραλίγο να τα ξεχάσει  κιόλας για το αυγολέμονο στη σούπα.

Λευκά και λεία άρχισαν να κυλάνε στο καλογυαλισμένο παρκέ το καθένα σε διαφορετική τροχιά. 

Είχαν ξεφύγει από την χάρτινη συσκευασία τους. Της φάνηκαν σαν μικροί πλανήτες που κινούνται ωθούμενοι από κάποιον άγνωστο νόμο. Ένοιωσε μια παράξενη ηρεμία μπροστά σ‘ αυτή την εικόνα. Αναρωτήθηκε για λίγο ποια ήταν η δική της τροχιά και μ’ αυτή την απορία σαν ν’ αποκοιμήθηκε. Έτσι όπως ήταν με τα χέρια ανοιχτά και ακουμπισμένα στα πλαϊνά στηρίγματα του καναπέ και τα πόδια κρεμασμένα να ακουμπούν στο πάτωμα χωρίς κανένα σκοπό.

 Όταν άνοιξε η πόρτα αργότερα και μπήκε ο Στέφανος έκπληκτος με το θέαμα της φώναξε ανήσυχος:’ ‘ – Λίνα, τι συμβαίνει;’’

 Έτσι την αποκαλούσε και όχι Ευαγγελία σε εξαιρετικές στιγμές.

 Ένοιωσε τότε σα να μπήκε ένας φρέσκος αέρας στο δωμάτιο, ένας αέρας που κουβαλούσε μια υπόσχεση και ανάσανε με ανακούφιση.

Αλέξης Τραιανός, Τελευταίο σκοινί στο λαιμό

Προσπαθώ το ποίημα δίχως αέρα

Το μάτι που σκίζεται τον απέραντο χώρο

Πουλιά του τενεκέ του ανέμου

Κι όπου θέλει ο άνεμος τώρα

Τα γυμνά πριν απ’ το πριν όλα

Προσπαθώ από πέρυσι πρόπερσι

Από έναν κάποτε χρόνο

Ένα ποίημα απρόοπτο προσπαθώ

Τελευταίο σκοινί στο λαιμό οι μικροί θάνατοι κι ο παλιός τρελός

Εγώ να θυμάμαι εδώ

Μόνο η νύχτα τρέμει πάνω απ΄τα κόκαλα

Ενός παπά ο πιο μαύρος ψαλμός

Το καθετί ένα μικρό κτήνος με φόβο ερχόταν πάνω μου

Κύματα ρημαγμένου φεγγαριού και άγρια γέλια Σα λεκέδες

Και πάλι κύματα και άγρια γέλια μέσα σε νταντέλες

Έπειτα πέθανα σ’ ένα δωμάτιο

Ο χώρος ήταν κάτι Σα μπλε που σερνόταν

Ιδίως άσπρος μετά το φόνο

Μια γυναίκα ξεκίναγε τραγούδια απ’ τα χέρια μόνο

Τα έπαιρνε μετά και τα έβαζε μέσα στο στόμα

Προσπάθησα πόσο προσπάθησα

Τα τραγούδια χάθηκαν οι κουρτίνες κιτρίνισαν

Το πρόσωπό μου ξέρω δεν θα το βρω

Άδειος και κούφιος μέσα στα μεσημέρια θα περπατώ

Μονάχος πια θα ταξιδέψω

Λίγο να νιώσω ανθρώπων ομιλίες

Μέσα σε καφενεία σε οίκους ανοχής σε τρένα.

*Από το βιβλίο “Φύλακας Ερειπίων (Τα Ποιήματα)”, εκδ. Πλέθρον.

Νικήτας Ράντος (Νικόλας Κάλας), Αθήνα 1933

Τώρα που τη σιωπή των ρητόρων, των σοφιστών, καταπατούν τέκνα άλλων αστών,

τεύτονες – πατρίκιοι εκπεσμένοι, ήρωες πολλών θανάτων στη Βενετιά –

Άγγλοι ποιητές με ουαλδική μορφή και σκάνδαλα βυρωνικά,

και μεταφέρονται στους στίβους και στα γήπεδά της νίκες αιγυπτιακές και ξένες,

και τακτικοί θαμώνες της ζωής της γενήκανε εκείνα τα παιδιά της 

Ρωμιοσύνης

πού, από χώρες όπου θαυματουργούσεν ο Εφέσιος Μάξιμος, από τόπους άλλων πίστεων

καθημερινά, πάνου σε καράβια πτωχευμένων εταιριών, καταφτάνουν στην Αθήνα…

καιρός είναι εμείς να εγκαταλείψουμε τον περίβολο των γκρεμισμένων τειχών της.

Μόνη πια τα βραδιά των θερινών μηνών ας παρακολουθεί 

τον ήλιο να κρύβεται πίσω από σκουριασμένες στήλες 

ενώ για τελευταία φορά παίζει με τις υδάτινες εικόνες του Ιλισσού.

Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι 

με ό,τι απομένει από τη δόξα αυτή.

Και δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξει η σύνθεσή των 

η κοίτη να σκεπασθεί με πιο πολύ νερό.

Για να πνιγούνε τώρα οι Αθηναίοι πρέπει αλλού να αναζητήσουνε για το λουτρό τους τάφο.

*Από το “Τετράδιο Β’” (1933).

“Η μόνη ξιφολόγχη μου ήταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα”

“Η μόνη ξιφολόγχη μου

ήταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.”

Άρης Αλεξάνδρου 

Ποιητική

ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον.

Ηρακλειτος Ὁ Λόγος καὶ τὸ Ἕν 18.

[Αν δεν ελπίζεις, δε θα βρεις το ανέλπιστο, που είναι ανεξερεύνητο και

απλησίαστο.]

…τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον…

Θουκυδίδης επιτάφιος

«Οι ποιητές είναι οι ιεροφάντες της ακατάληπτης έμπνευσης; οι καθρέφτες των γιγαντικών σκιών που η μελλοντικότητα ρίχνει επάνω στο παρόν ; οι λέξεις που εκφράζουν αυτό που δεν κατανοούν ; Οι σάλπιγγες που στη μάχη καλούν, και που δε νιώθουν κείνο που εμπνέουν; Η επιρροή που δεν κινείται, αλλά κινεί; Οι ποιητές είναι οι αφανείς νομοθέτες του κόσμου.»

«Poets are the unacknowledged legislators of the world.»

P.B.Shelley A defense of Poetry

Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου, διατυπώνει ο Wittgenstein στο περίφημο σώμα Λογικό φιλοσοφικόν,

Tractatus Logico-Philosophicus, “The limits of my language are the limits of my world” (“Die grenzen meiner sprache sind die grenzen meiner welt” section 5.6

H ποίηση, και οι ποιητές της, ισχυρίζομαι επαναδιατυπώνοντας το θεώρημα του Wittgenstein, ότι στον ιδιωτικό χρόνο διαμορφώνουν τον γλωσσικό μας ορίζοντα, διαμορφώνοντας συνεπώς τον βιωματικό μας ορίζοντα, τον κόσμο.

Ενώ στον κοινωνικό χρόνο η ποίηση διαμορφώνει δυνητικά τον ηθικό ορίζοντα, την Ιστορία.

Λέει ο Wittgenstein κάπου αλλού ότι η ηθική και η αισθητική είναι ένα.

Αυτή η καθημερινή επιμονή να καθορίσουμε σε μια έντονα βουλητική προσπάθεια την αισθητική της κάθε μέρας, είναι το βιωματικό και ηθικό πεδίο μας.

Η πέραν της συνθήκης «ανόητη» πίστη στη διατύπωση του γλωσσικού μας ορίζοντα, ενός νέου οραματικού ηθικού ορίζοντα.

Πιστεύω σε μια ηθική και αισθητική ουτοπία της Ποίησης και της Τέχνης, η γλώσσα της οποίας είναι διαμορφωμένη στα μεγαλύτερα του ανθρώπου έργα, και την οποία έχω την ρομαντική αγωνία να ανασυνθέσω εντός και εκτός μου.

Η δράση μας ήθελε διαμορφώσει έναν ποιητικό επαναστατικό ουμανισμό.

Ένα κόσμο δυνητικών γεγονότων ένα κόσμο υπό την εποπτεία των στίχων

Και ορίζω το φαινόμενο αυτό με αυτούς τους στίχους

Aρης Αλεξάνδρου, Ποιητική

1

Αξίζει δεν αξίζει

στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα

προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου

που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες

επικυρώνοντας με φως

τις εκτελέσεις

2

Η κάθε μου λέξη

αν την αγγίξεις με τη γλώσσα

θυμίζει πικραμύγδαλο.

Απ’ την κάθε μου λέξη

λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί

και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

3

Η μόνη ξιφολόγχη μου

ήταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.

Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ

στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα

ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου

και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951*

Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952)

Αναζητώ μια προλεταριακή ηθική και αισθητική που μπορεί άριστα να περιγραφεί στο παρακάτω:

“Η ευγένειά τους είναι προλεταριακή. Η αξιοπρέπειά τους, ανθρώπων που δεν παραδόθηκαν ποτέ. Δε χρωστούν ευγνωμοσύνη σε κανένα. Κανένας δεν τους προώθησε. Δεν πήραν τίποτε, δεν ξεκοκάλισαν υποτροφίες. Η καλοπέραση δεν τους ενδιαφέρει. Δεν αγοράζονται. Η συνείδηση τους είναι εντάξει.Δεν είναι τίποτα τσακισμένοι τύποι. Η φυσική τους κατάσταση είναι άριστη. Δεν έχουν τρελαθεί,δεν είναι νευρωτικοί, δε χρειάζονται ναρκωτικά. Δε μοιρολογούν. Δε μετανιώνουν. Οι ήττες τους δεν τους απογοήτευσαν. Ξέρουν ότι έκαναν λάθη, αλλά δεν παίρνουν τίποτε πίσω.”

Hans Magnus Enzensberger – «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας»

Έχω την άποψη ότι οι έννοιες Ηθικός, Αισθητικός, Πολιτικός στην βάση τους ταυτίζονται,όλες  οι πράξεις που βγαίνουν από το στενό πεδίο του Εγώ μας, είναι πολιτικές πράξεις.

Στη μεγάλη εννοιολογική περιπέτεια του Πνεύματος σημασία έχει μόνον η “ηθική” κατάκτηση της Αλήθειας και η διαρκής στοχαστική και εσωτερικά “συνεπής” βιωματική αναζήτηση της κατάκτησής της.

H γνώση διαβρώνει το κακό, είναι τελεολογικά αγαθή.

Τέχνη είναι μια ταλάντωση εσωτερικής αληθείας με αφελή ρομαντικό στόχο το διηνεκές της ανθρωπότητας.

Διαβάζω ποίηση για να νικήσω το Θάνατο

Χρειαζόμαστε ανόητους ποιητές νομοθέτες να εμπνεύσουν μια μεταρρύθμιση τόσο ριζική όσο τα μεγάλα μας παγκόσμια κείμενα, για να ταυτίσουμε την ιδέα με το βίωμα δίχως φειδώ

Τα χρυσά δίχτυα ενός ασχημάτιστου ακόμη ισχυρού όμως και υπέροχα αληθούς Οραματισμού μας ωθούν, προς μιαν αδιευκρίνιστη Ωραία αισθητική και ηθική συνισταμένη.

«Cet été les roses sont bleues; le bois c’est du verre. La terre

drapée dans sa verdure me fait aussi peu d’effet qu’un

revenant. C’est vivre et cesser de vivre qui sont des solutions imaginaires. L’existence est ailleurs.»

( Από το Σουρεαλιστικό Μανιφέστο, Αντρέ Μπρετόν)

***Για την αναζήτηση Στρατής Φάβρος.

Αντρέι Ταρκόφσκι, η τέχνη γεννιέται…

Πριν ορίσουμε τι είναι τέχνη,

πρέπει να απαντήσουμε

σε μια ευρύτερη ερώτηση:

Ποιο νόημα έχει

η ζωή του ανθρώπου στη γη;

Ίσως να βρεθήκαμε εδώ για

να ανυψωθούμε πνευματικά.

Αν η ζωή μας τείνει σ’ ένα

πνευματικό πλούτο,

ίσως η τέχνη

να είναι ένας από τους

τρόπους προσέγγισης

αυτού του σκοπού.

Η τέχνη πρέπει 

να βοηθάει τον άνθρωπο

στην πνευματική του εξύψωση.

Μερικοί λένε ότι η τέχνη

βοηθάει τον άνθρωπο

να κατανοήσει τον κόσμο.

Ότι είναι γνώση, όπως και κάθε

διανοητική δραστηριότητα.

Δεν πείθομαι

με την εκδοχή της γνώσης.

Με αυτή την έννοια

είμαι σχεδόν αγνωστικιστής.

Η γνώση μας απομακρύνει

όλο και περισσότερο από τον

βασικό σκοπό της ζωής μας.

Όσο πιο πολλά μαθαίνουμε,

τόσα λιγότερα ξέρουμε,

αφού όσο εμβαθύνουμε,

ο ορίζοντας στενεύει.

Η τέχνη εξυψώνει τον άνθρωπο

για να ξεπεράσει τον εαυτό του

και να φτάσει σε αυτό

που θα ονομάζαμε

ελεύθερη βούληση.

Ο καλλιτέχνης υπάρχει,

επειδή ο κόσμος δεν είναι τέλειος.

Κανείς δε θα είχε

την ανάγκη της τέχνης,

αν στον κόσμο βασίλευαν

η ομορφιά και η αρμονία.

Ο άνθρωπος,

δε θα έψαχνε την αρμονία

σε άλλες δραστηριότητες.

Θα ζούσε μέσα της.

Η τέχνη γεννιέται

από τις κακοτεχνίες

του κόσμου.

*Μετάφραση (;): Ε.Π.

Ευάγγελος Ρουσσάκης, Εγκαταλείπω την ποίηση

* Το γραπτό είναι παράλληλο στο ομώνυμο του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Εγκαταλείπω την ποίηση 

Δεν θα πει υπακοή

Δεν θα πει πως στέρεψαν 

Τα σχήματα μέσα μου

Όλοι έχουν εικόνες να βγάλουν 

Στο πανί της ζωής 

Αλλά δεν βγάζουν 

Γιατί νικά το αδιάφορο° το τετριμμένο

Εγκαταλείπω την ποίηση 

Δεν θα πει οπισθοχώρηση 

Πως ξαφνου σταμάτησα 

Να πιστεύω σε μεγάλες ιδέες 

Πως δεν θέλησα να πεθάνω

Με τις λέξεις 

Για τις λέξεις

Αλλά έρχεται η στιγμή

Που πρέπει να αφήσει κανείς χώρο

Στο συχνά λεχθεν° συχνά αδιάφορο

Των αιρετών ποιητών 

Εγκαταλείπω την ποίηση

Δεν θα πει  λιποτάκτης 

Μόνο το δίλημμα ανοίγεται

Και μέσ’ τη ποίηση πια:

Να πεθάνεις απαξ

ή να πεθαίνεις συνέχεια

Εγκαταλείπω την ποίηση δεν θα πει προδοσία

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι του ποιητή.

Μιχάλης Κατσαρός, E

Έ, συ… Έλα Αδ. Πιό κοντά, άκου.

Όταν κυλιόμουνα στά χώματα 

και στά νερά στά φύλλα 

όταν στόν άέρα κυκλοφορούσα 

πάνω μου έπικάθητο 

στή γυμνή σάρκα μου 

ήχος ή βουή φωτιάς ή κελαδισμοί

φωνή άπό μυριάδες στόματα πρώτα 

πάνω μου οι λάσπες καί τά ρετσίνια 

πού άπ’ τό Ιδιο μου τό σώμα έβγαίναν.

Μέτρώγανε, μέ ρίχνανε μέσα μου 

κι έμενες έσύ άνίδεος γιά τό τι γίνηκε.

Έ, σύ ποιός είσαι;

Ούτε μέ γνώρισες ποτέ ούτε καί 

τώρα

πού φάτσα-φάτσα είμαστε μετά άπό αιώνες

κι ούτε είμαι έγώ ούτε έσύ ούτε

ούτε ο όνομαστός Έλπήνορας καί Ερμογένης

ούτε ο Όνορος καί ούτε

ο παιδικός ώραίος Περικλής

κανείς άπό έσένα μέ τό λαό σου

τώρα

κανείς άπό τήν παρθενία σου 

και τό ναό σου

κανείς άπό τόν ολοστρόγγυλο σταυρό 

κι άπό μηδέν κανείς καί ένας.

Έ, σύ.

Κι ούτε έγώ καί τίποτα άπό 

τις φράσεις

καί τίς ωραίες καί βαριές όπτασίες.

Εστίες παλιές μέ γνώρισαν

Εμπορικά καράβια

Έτη άκίνητα άκόμα 

μέ είδαν όπως ήμουνα 

καί έτη μικρά καί έτη ξένα.

Ονόματα δικά μου. ξένα 

καί θάλασσες βουνά καί άερικά 

καί νά μήν είμαι.

Τά πεΰκα οί δρυς οι πλάτανοι 

καί νά ‘μαι καί νά μήν είμαι

έσύ

και νά ‘μαι έγώ έσύ μαζί 

καί χώρια.

Έ. σύ τί θέλεις;