Θεοδώρα Βαγιώτη, Στιχομυθία

Σου τάζω των ανθρώπων τη γνώση

με τ’ άσημα τα λόγια των σπουδαίων

που κρυμμένα σε σημειώματα ματαιοτήτων

τα μοιράσανε έπειτα σε λίγους

ώσπου χωρέσανε ανάμεσό μας 

σα φιλί που πρόκειται να δώσουμε στο στόμα

με τα μάτια κλειστά στο αείποτε

με τα χέρια να ψηλαφίζουν τη μήτρα 

των δίδυμων ποιημάτων

που πάνε κάπως έτσι·

Σου τάζω των ανθρώπων τη γνώση

με τ’ άσημα τα λόγια των σπουδαίων…

Λίνα Βαταντζή, Της ελπίδας

Μια σταγόνα

χρειάζεται ο κόσμος.

Δίψα, δίψα

τα φύλλα μαραίνονται

χλωμιάζει η όψη

βαραίνει το πρόσωπο –

δεν κοιτάμε ψηλά.

Ακολουθούμε ράγες

αφώτιστους δρόμους

χωρίς πάλη.

Αισιοδοξία,  αισιοδοξία

καταστρέφουμε

το άπλωμα του ορίζοντα.

Μέσα μας ψάχνουμε,

ωστόσο,

σιωπηλά, ανεξακρίβωτα

ό,τι αποτελεί

Πάθος για ζωή.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://marialenadisakia.gr/%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%bb%cf%80%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82-%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%ce%bb%cf%84%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%ae/?fbclid=IwAR1WXk6lTvyACHe7D3iFnYnH_kOlZeGPySNgHKRiSiJ1q0qOvXKdT7-HpKQ

Πόπη Αρωνιάδα, Δεκαέξι χάικου

Εύστοχη βολή 

καταμεσής στο στόχο, 

αίμα και νερό.

*

Μπουμπούκια κλειστά 

ανθισμένων λέξεων 

σιγοτραγουδώ.

*

Δάκρυ τρέχει σε 

αυλακωμένο φλοιό 

φτάνει στη ρίζα.

*

Ευαισθησία, 

γέφυρα από πάγο 

φόβος ο ήλιος.

*

Πλέεις σαν ψυχή 

σ’ απέραντα τοπία, 

φεύγεις σα φωνή.

*

Δείγμα θανάτου 

χάρισμα μου δόθηκε 

και είδα βαθιά.

*

Αμυχή πόνου 

κορυφαία του χορού, 

άνθη ελπίδας.

*

Οι προκυμαίες 

μέσα στα λιμάνια μας 

ασφυκτιούνε.

*

Οι αλυσίδες 

ενοχλούν μόνο αυτούς 

που κινούνται.

*

Τσαλακώνεσαι 

σαν παλιωμένο χαρτί 

και ζεις στις φλόγες.

*

Μορφασμοί ζωής 

σε μάσκες πρωτότυπες 

στολίζουν τοίχους.

*

Χέρια γέρικα 

κραυγάζουν όχι άλλο 

παραδίνονται.

*

Σε κρύα σκιά 

γερασμένουπλάτανου 

έμεινα μόνη.

*

Χορεύω βουβά, 

το βλέμμα απύθμενο 

γέννα ελπίδας.

*

Πάχνη με χιόνι

στις ρίζες των μαλλιών μου,

αυτογνωσία.

*

Ξεγυμνώνεσαι, 

ρωτάς τον καθρέφτη 

αυτός θολώνει.

*Από τη συλλογή “Στεναγμοί Ανατολής”, Εκδ. Ποιήματα των Φίλων, 2014.

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΗ ΣΟΛΩΝΟΣ

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

αγκομαχούν πίσω απο κουρασμένες εξατμίσεις

Δημόσια στενότητα, πίσω από τα τζάμια

Αψίσες δηλωτικές

προτιμήσεων κι ισοδύναμων πεποιθήσεων 

Τραπεζάκια μικρά, λιανά 

πάνω τους χώρος ενός πακέτου από τσιγάρα 

και δυο αγκώνων άγγιγμα

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

γλιστρούν και χάνονται στις σχισμές των υπονόμων

Το χέρι γωνιωδώς προτεταμένο του προσώπου 

Πρόσωπο δουλεμένο απ’ τον χρόνο 

Δάκτυλα καταλλήλως κεκαμένα 

ως υποδοχείς τσιγάρου και μιαν άφεση καλέσματος 

Μάτια μισόκλειστα στις ακοές, συνταιριασμένα λες 

στο μαύρο φόντο της αψίσας πίσω της 

«…καταραμένοι ποιητές»… 

ίσα που πρόλαβα να διακρίνω

πάνω της γραμμένο με άσπρο 

σαν από τον καπνό νόμιζες

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

γλιστρούν σε οδόστρωμα βρεγμένο από βαλβολίνες 

κι ευθύβολη αδιαφορία

Κι αυτός

«…εκατό χιλιάδες ευρώ η αξία του οικοπέδου»… 

ακούστηκε να λέει, σκυμμένος ελαφρά κοντά της

-γι άλλα θα περίμενες.

Εκεί

στα μικρά καφέ της Σόλωνος 

η εφηβεία ενηλικιώθηκε, 

με παρατεταμένες κρίσεις 

πανικόβλητης αυτοκριτικής

Καταραμένοι οι ποιητές

που οξειδώνονται στις ανάγκες των καιρών

Αθήνα

***

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ

Εις την σύμπτωσιν

απεδόθησαν αι τιμαί που της άξιζαν

Έκπληξις γνήσια

Χαμόγελα

Ερωτήσεις υπόμνησης

«αν μου θύμιζες τ’ όνομά σου..!»

Φιλιά

Προηγήθηκε αυτοσαρκασμός

ενδεικτικός του πνεύματος και της σιγουριάς του

ομιλούντος

«ξεχνιέται τέτοιος άντρας;» 

και μια συγκατάβαση 

κλειδωμένη στο σήκωμα του φρυδιού 

και το είδος του χαμόγελου

Ακολούθησαν τα τυπικά

που επιβεβαίωναν την ομαλή ροή των παρελθόντων 

και γνωστοποίηση των νεοτέρων

Συμπάθεια

πιστοποιημένη σε απ’ ευθείας βλέμματα

Η απομάκρυνση είχε την οσμή 

καπνού από τσιγάρο

εγκλωβισμένου στον τρίτο όροφο του κτηρίου της Μεσογείων

ηλικίας τεσσάρων ήδη χρόνων 

λίγο γκρίζο στους κροτάφους

κι ένα χαμόγελο χαράς στο πρόσωπο ζωγραφισμένο

διασταύρωση Σόλωνος και Θεμιστοκλέους, Αθήνα

*Από τη συλλογή “Οι Απέναντι”, Αθήνα 2012.

«Κραυγές στην έρημο» του Γρηγόρη Σακαλή

Από την Ευμορφία Καλύβα*

Προτρέπω όποιον πάρει στα χέρια του αυτό το βιβλίο να συνεχίσει ως το τέλος.

Η ανθρωπινότητα του λόγου του Γρηγόρη Σακαλή ξεδιπλώνεται αργά αργά ως την τελευταία του σελίδα.

Εύκολη, απλή, ρεαλιστική και βαθιά προβληματισμένη, σύγχρονη ποιητική γραφή.

«Κραυγές στην έρημο» του Γρηγόρη Σακαλή από την Ευμορφία Καλύβα

Η ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή  «Κραυγές στην έρημο», αποπνέει την αγωνία του για ό,τι βιώνει στο παρόν. Η αγωνία να κρατήσει ό,τι νοσταλγικό φέρνει από το παρελθόν, από τα νεανικά του χρόνια, τους αγώνες, τους φίλους, τη μάνα, τους αγαπημένους ήρωες των βιβλίων και της μουσικής που πότισαν την ουσία της ύπαρξής του, αφού η αλλοτρίωση τα άλλαξε όλα ακόμη και αυτά τα παλιά ιδανικά, που υπάρχουν πια ανάμεσα στον πλούτο την ευθυμία και την κατάπτωση των αλκοολούχων.

Ταξίδι

Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα

πήγα στη Ν. Υόρκη

στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν

έψαξα να βρω την παρέα των μπητ

μου είπαν πως μετακόμισε δυτικά

στην Καλιφόρνια

πήγα λοιπόν στο Σαν Φρανσίσκο

συνάντησα ένα τεράστιο φεστιβάλ ποίησης

κάθισα και κοιτούσα μαγεμένος

πήγα στο City Lights

βρήκα τον γέρο-Λώρενς

χωμένο στα βιβλία του

μου είπε πως ο Τζακ

είναι στα τελευταία του

κατεστραμμένος απ΄ το πιοτό

και οι άλλοι κάνουν ταξίδια

ε εξωτικά μέρη

μερικοί με το μυαλό τους

βουτηγμένοι στις ουσίες

μου έδωσε μερικά βιβλία

μου είπε “καλή τύχη”

θα τη χρειαστώ, σκέφτηκα

και πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Η αγωνία γίνεται κραυγή, καθώς το παρόν είναι αδύνατον να αναγνωριστεί και να αποκρυπτογραφηθεί πλήρως μέσα από την καθημερινότητα. Ψάχνει ο ποιητής, ανάμεσα σε ό,τι τον περιβάλλει, ορατό και αόρατο, να κατανοήσει τον αυτοπροσδιορισμό του ανάμεσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής του.

Η αδυναμία κατανόησης, της κοινωνικής αδράνειας και κενότητας των ταχυτήτων και δράσεων του παρόντος, τον οδηγεί στο μοναχικό δρόμο της εσωτερικής ανάτασης, μέσα από τη μοναξιά της σύγχρονης εποχής.

Θεωρητικά καθώς φαίνονται όλα  τούτα, αποδεικνύονται οδυνηρά για τον άνθρωπο που κρατά την πένα. Η λιτότητα του λόγου, ίσως επηρεασμένη από τις σπουδές του Γρηγόρη Σακαλή, με πολλές αναφορές σε δίκαιο, μας αποκαλύπτει μια άλλη γραφή από τη συνηθισμένη ποιητική. Δίχως να υστερεί σε ρομαντισμό και υπέρβαση η γραφή ακολουθεί μια συνεχόμενη ροή, με ύφος καθημερινότητας, αδιαφορώντας κάποιες φορές ακόμη και για τα σημεία στίξης, μη μπορώντας να σταθεί σε αυτό ο ποιητής. Τρέχει ο λόγος να προλάβει τον χρόνο, αναζητά απόκριση και καθώς επιστρέφει και πάλι σιωπή,  οι «φωνές» του μεγαλώνουν ως κραυγές στην έρημο…

Σε τρία μέρη υπαρξιακά θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τα ερεθίσματα που γράφτηκαν οι κραυγές του Γρηγόρη Σακαλή:

∇  Η υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου που ψάχνει την συντεταγμένη του μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον. Αναζητώντας ό,τι πιο ανθρώπινο μπορεί να ονειρεύεται, από την αληθινότητα των σχέσεων, αποπνέοντας ξαφνικά έναν απρόβλεπτο ρομαντισμό, να κάνουμε,  όπως το ποίημα Επανεκκίνηση, σαν υπολογιστές για να χωρέσει λίγη αγάπη, με ένα λουλούδι, κι ένα ποτήρι κρασί. Ταπεινά αναζητά, χωρίς βαρυσήμαντες δηλώσεις και ορολογίες, μέσα από την ασημαντότητα, την Αξία  της προσφοράς στο συνάνθρωπο. Η μοναξιά είναι μια ανοιχτή πληγή, που επανέρχεται συνεχώς σε όλο το βιβλίο.  

Ο δρόμος

Μια μέρα θα βαδίσω

το δρόμο που δεν έχει γυρισμό

θ΄ αφήσω πίσω μου

εκκρεμότητες

περιουσιακά στοιχεία

για τους επερχόμενους

θα πάρω μόνο το σακίδιό μου

αποξηραμένα φρούτα

και νερό

πολύ νερό όπως λέει ο Κατσαρός

θα βαδίσω τον ανήφορο

σε χωματόδρομους, σε βουνά

θ΄ αναζητήσω τον εαυτό μου

στου δάσους την ησυχία

κάτω απ΄ τα δέντρα

θα ψάξω για τη φώτιση

που δεν θα ΄ρθει από ψηλά

μα από μέσα μου

και το περιβάλλον

κι εκεί ίσως βρω

ό,τι δεν βρήκα στους ανθρώπους.

∇ Το τέρας ξύπνησε, κακά μαντάτα, … γρηγορείτε!  Αναζητά απεγνωσμένα τη σωτηρία από αυτό που βλέπει να έρχεται.

Η εσωτερική εξέγερση του ποιητή είναι φανερή ειδικά εκεί που η αδράνεια συναντά την κοινωνική αδικία. Αντιστέκεται στο μη ουσιαστικό, μη εκχωρώντας τα όνειρά του στο παζάρι της παρακμής μιας καλής κοινωνίας. Στη Διαπάλη είναι διαυγής η άποψή του, για όσους μπορούν ακόμη να ονειρεύονται, τα τσιτάτα των περασμένων αιώνων να μπούνε στο ντουλάπι. Μόνο οι ελεύθεροι άνθρωποι θα φέρουν την ελευθερία.

Ο λόγος του καταγγελτικός όχι μόνο για την κοινωνική αδικία. Στο Περίγραμμα είναι καταγγελτικός για την ερημιά και την απραγία των γύρω του, συνεχίζω στην έρημη πόλη, μήπως είμαι αόρατος,… πάω στον καθρέφτη μου και βλέπω, ένα θαμπό περίγραμμα, που δεν θυμίζει σε τίποτα, ανθρώπινη ύπαρξη.  Η διαμαρτυρία του δεν έχει δεύτερο πρόσωπο, αλλά την αλλοτρίωση όλων μαζί, ακόμη και του εαυτού.

Στο λίγο της ουσίας είναι η Ζωή, η ύστατη κραυγή που στέλνει στον κόσμο ο Γρηγόρης Σακαλής. Βρέχει καταρρακτωδώς, μα δεν έχω άλλα δάκρυα, στέγνωσαν τα μάτια μου, από καιρό… εμείς ζούμε με το λίγο, που είναι για εμάς πολύ.

Αξιοσημείωτη είναι και η διαμαρτυρία του στο 8 Μαρτίου, που ενώ αναφαίνεται πως δοξάζει τη γυναίκα, η κραυγή του καταγγέλλει την αδικία και πάλι μέσα από την ασέλγεια στο πρόσωπό της. Η αναφορά του στα Γρανάζια, ένας αγωνιστής που μας παραπέμπει στην ταινία «Σύγχρονοι Καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν με την τεχνολογία να κάνει τον άνθρωπο μέρος μιας μηχανής. Καταγγέλλει με τις Επιλογές  το σύστημα που …σου δίνει πολλές δυνατότητες, για να καταστραφείς, αλλά καμία για να σωθείς, σώζονται μόνο αυτοί, που έχουν δύναμη μέσα τους, κουράγιο κι αντοχή, να παλέψουν για αξιοκρατία, κι ελευθερία.  

Προτρέπει κάθε ελεύθερο άνθρωπο, που είναι παράλληλα και βαθιά άνθρωπος, να ανάψει το κεράκι που θα ξεκινήσει να γίνει μια μεγάλη φλόγα από όλους μας.

Το ποίημα είναι το μέσο να εκφράσει ο ποιητής την εξέγερσή του, πρέπει να σε αγκυλώνει σαν βελόνα, ένα γέλιο πικρό, είναι απόσταγμα, δεν είναι ποταμός, είναι από αίμα…

Διαλογισμός

Διαλογίζομαι

ο νους υπερίπταται του σώματος…

σε πνευματικούς κύκλους

κάθαρσης του εγώ

μείωσης της επιθυμίας

κάθε φορά και πιο ψηλά

ψάχνοντας την φώτιση

μια πνευματική ζωή

που στοχεύει στο τέλειο

που όμως δεν πρόκειται

να ρθεί εύκολα

ίσως γιατί δεν υπάρχει

ίσως γιατί απλά

ένα νοητικό κατασκεύασμα

μία αυταπάτη.

∇  Η Φώτιση ένας δρόμος προς τον θάνατο που όμως δεν ακυρώνει τη ζωή. Από τη μια η Φώτιση, Στο μονοπάτι του ήλιου, πορεύομαι, φίδια – ποτάμια διασχίζω, με τυλίγουν, ξετυλίγομαι, σ΄ έρημες αυλές, μετράω ο χρόνο, πρόσωπα ανακαλώ, μα η μνήμη με προδίδει, τα βήματά μου με οδηγούν, σ΄ ένα κοιμητήριο… Και από την άλλη Ζωή και θάνατος, …μπορεί ο θάνατος, να είναι μια λύτρωση, όταν έρχεται, μα δεν ακυρώνει τη ζωή, η ζωή που ζούμε, έχει το νόημα που της δίνουμε, εμείς, κανένας άλλος, τη φώτιση θα τη βρούμε, στην πορεία μας, μόνοι, όπως σε όλα, τα μεγάλα…

Ο δρόμος του ποιητή προς Το φως είναι όλα μαζί, και η ζωή και ο θάνατος, αρκεί να θες να το δεις, … αν θες να δεις το φως, πρέπει να περπατήσεις, το δρόμο της αλήθειας. Η απόλυτη αμφισβήτηση στον Διαλογισμό, όπου αναζητά την πνευματική ζωή ανάμεσα στον καθημερινό ρεαλισμό και ίσως τελικά να είναι κι αυτή ένα νοητικό κατασκεύασμα. 

Ο ποιητής γίνεται αντιδραστικός μέχρι αποτρεπτικός να διαβάσεις την ποίησή του, αν διαλέγεις την εύκολη οδό. Αυτή ποτέ δεν οδηγεί στην  Ανάταση, … γι΄αυτό αν θέλεις να νιώσεις, ψυχική ανάταση με ήλιους και φεγγάρια, καλύτερα να μην διαβάσεις, την ποίησή μου. 

Η κατάληξη όμως , η καταφυγή του, και σωτηρία του προς την ψυχική γαλήνη, τι άλλο από την ίδια την ποίηση. Στο ταξίδι καταλήγει, Κυνηγημένος απ΄τη ζωή, στράφηκα τότε στη λογική, κατέφυγα τότε στην ποίηση, έτσι μ΄αυτήν τώρα πορεύομαι, στη ζωή μου κι είναι η ψυχή μου, ήρεμη, γαλήνια…

Ιερή μανία

Τη νύχτα κοιτώ

τ΄ αστέρια να χορεύουν

σε μια μουσική συμπαντική

που ασυναίσθητα

μπαίνει μέσα στο σώμα μου

και κυλάει ατελείωτα

οι ώρες της νύχτας

φαίνονται αιώνες

και όταν επιτέλους χαράζει

βγαίνει ένας ήλιος λατρευτικός

αγκαλιάζει το κορμί μου

το θερμαίνει

δεν έχω ανάγκη από ύπνο

σ΄ αυτή την ιερή μανίαστην οποία ζω

το καλό και το κακό

φαίνονται σαν να μην υπάρχουν

και ο κόσμος είναι

ένας επίγειος παράδεισος.

Κείμενα και επιμέλεια δημοσίευσης Ευμορφία Καλύβα

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ.

Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» 2010 από τις εκδόσεις Πλανόδιον, και τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars 2013.

Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Επόμενή του δουλειά η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» σε μορφή e-book από την Easywriter.gr.

Το Δεκέμβριο του 2015 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Κυτίο Κρυφών Ονείρων», από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Άχρονη Μετάβαση» 2017 από τις εκδόσεις Ενδυμίων.

Συμμετείχε στην ανθολογία διηγήματος «Ιστορίες της Θάλασσας» 2018 από τις Εκδόσεις Κύμα.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε η τελευταία του ποιητική συλλογή «Κραυγές στην έρημο» 2020 από τις εκδόσεις Ενδυμίων.

Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.

*Από εδώ: https://e-musa.gr/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%AD%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7-%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1/?fbclid=IwAR0NST6vpss0Wkta-da2tQQMcgqx5FMSe2RLfOO_vyYxw4z5JR6WecUJUTw

No 142 (ανακάλυψα ένα μοναχικό λουλούδι)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

..ήταν
η μεγαλύτερη αγάπη,
σαν να κύλησα στο τοπίο που χε στο τέλος του
κυνηγούς,
τι να σας λέω,
έγινε η μεγαλύτερη ανάμνηση,
ήθελαν
κυνήγι,
~
ξέμεινα
στο πτυχωτό χώμα,
ένα λευκό χωράφι που νοιώθει,
αθώο με πολύχρωμο
μάτι όμως,
το δωμάτιο μου,
χωρίς πόρτα,
αλλά με την ανεκτίμητη φιλία του σκοταδιού,
αυτό μόνο,
~
έπειτα,
στην τάδε περιστροφή,
πάλι αινίγματα
με αισθήσεις,
σχεδόν έρωτας,
ο θόλος μου που καλύπτει τα χρόνια μου,
για πόσο καιρό ακόμη;
όσα ακόμη θα δω;
Θα γίνω πιο γρήγορος
και πέταξα,
~
αρκεί να βλέπεις
προς τα
πάνω,
υψώθηκα για να κοιμηθώ,
με το ρολόι
να δείχνει ακόμη
πιο ψηλά,
ο χρόνος σε ορόφους
κι έγινε η μικρότερη απόσταση
προς τα εκεί.

(alexmil)

View original post

Manolis Aligizakis, Χορευτής / Dancer

Ο χορευτής εκτινάχθηκε σαν ελατήριο, υπέροχες

γραμμές χάρασσε στο κενό σαν να μάθαινε το νόημα του

σ’ αγαπώ. Το άγαλμα έμεινε ακίνητο, να εκτιναχθεί

ήταν αδύνατο μέσα στη μαρμαρένια φορεσιά του, 

οι επαίτες είπαν γνώριζαν όλες της πόλης τις γωνιές, 

τους σοβάδες και τους τσιμεντόλιθους, η έλλειψη 

συμπόνιας ήταν κιόλας αισθητή από το πέταγμα 

των περιστεριών ενώ παιδάκια δίδασκαν τους δασκάλους 

το σχοινάκι, παραμυθάκια που έμαθαν στο πρόγραμμα 

τηλεόρασης,του Αισώπου μύθους ξαναειπωμένους, 

ανακυκλωμένους, ξαναχρησιμοποιημένους,

λέξεις που είχαν αξιολογηθεί απ’τα πανάρχαια χρόνια

τα μάτια των παιδιών μάρτυρες μύθων που ακόμα

δεν είχε διηγηθεί κανείς κι ο χορευτής εκτινάχθηκε

σαν ελατήριο και στο κενό επέγραψε το σ’ αγαπώ.

Κάποτε μου είπε κάποιος ν’ αγαπώ και τελικά κατάλαβα

πως κληρονόμησα τη στάχτη.

~ Μου αρέσουν αυτοί που επιθυμούν την ύπαρξή τους

και πάντα τη δωρίζουν.

DANCER

The dancer recoiled his body like a spring and inscribed

beautiful lines in the void as though teaching it the meaning

of love. The statue remained motionless, impossible

to recoil in its marble robe. Beggars knew every corner

of the big city, the bricks and mortar, lack of compassion

was already felt from the flight path of the pigeons while

children taught their teachers to skip rope and fairy-tales

they learned on TV, Aesop’s fables retold, reused, recycled,

words re-evaluated. Eyes of the children witnesses of myths

not yet narrated and the dancer recoiled his body like a spring

that inscribed the beautiful line: I love you.

Once I was told to love and finally it came to me that

ashes was all I had inherited.

~ I like those who like their lives and they always give it

away as a gift.

*Από τη συλλογή “Υπεράνθρωπος/ From the collection “Übermensch”.

Δημήτρης Γκιούλος / Η ποίηση φέρει το αίτημα για μια καλύτερη ζωή απ’ αυτή που μας ετοιμάζουν

Πόλυ Κρημνιώτη*

«Τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμα πιο έντονα την τελευταία περίοδο της πανδημίας, νιώθω πως ο πολιτισμός στη χώρα βάλλεται πανταχόθεν»

Όταν τα κυριακάτικα τραπέζια γίνονται ποίηση, οι στίχοι εγκιβωτίζουν τον χρόνο και τον χώρο, τη μνήμη, τη συνθήκη των ημερών. Από τον Εμφύλιο μέχρι την πανδημία κι από την αγριότητα της επαρχίας και του άστεως μέχρι τη σκληρότητα της απώλειας, ο Δημήτρης Γκιούλος στα «Αστικά δύστυχα», που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Θίνες, κάθε άλλο παρά δυστυχισμένα, πεσιμιστικά ποιήματα παραδίδει. Σ’ αυτή την πρώτη του ποιητική συλλογή, έχοντας στις αποσκευές του ένα γόνιμο πέρασμα από τη διηγηματογραφία αλλά και την εμπειρία της συνσυγγραφής, παραδίδει μια ποίηση δυναμική. Ο στίχος γίνεται τομή, συμπυκνώνοντας τον ποιητικό τρόπο με την κοινωνική συνθήκη.  Άλλωστε, για τον ίδιο, βασική λειτουργία της ποίησης είναι «ο μετασχηματισμός του προσωπικού σε συλλογικό».

Γράφεται με πρόθεση ή με προϋπόθεση ένα ποίημα;

Θεωρώ απαραίτητο να υπάρχει η προϋπόθεση του βιώματος, αλλά από κει και πέρα αυτό που κάνει το βίωμα τέχνη είναι ο μετασχηματισμός του σε κάτι άλλο, ει δυνατόν πανανθρώπινο. Νομίζω ότι αυτό είναι η βάση της ποίησης, ο μετασχηματισμός του προσωπικού σε συλλογικό.

Ποια προϋπόθεση γέννησε τα «Αστικά δύστυχα»;

Τα «Αστικά δύστυχα» περιστρέφονται γύρω από τη σχέση με τον χώρο και τον χρόνο. Βάση τους είναι τρία κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια. Συνομιλούν με το ανοιχτό τραύμα του Εμφυλίου, την αγριότητα της επαρχίας, αλλά και το άστυ που σφίγγει καθημερινά σαν μέγγενη τον λαιμό μας. Στο δεύτερο μισό τους έρχονται αντιμέτωπα και με την προσωπική ανθρώπινη απώλεια, αυτή της μητέρας. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποπνέουν πεσιμισμό αυτά τα δύστυχα, ίσα – ίσα.

Η δυστυχία κυριαρχεί στην πρωτόγνωρη περίοδο που ζούμε;

Ναι, είναι εμφανής σε οποιαδήποτε μορφή της γύρω μας. Είτε ως ματαίωση προσδοκιών, είτε ως απόγνωση, είτε ως μοναξιά που διατρέχει το παρελθόν ζει το παρόν, ενώ αγωνιά για το μέλλον.

Ποιες είναι οι δικές σου μεγάλες αγωνίες για το μέλλον;

Με απασχολεί το γεγονός ότι η βιολογική μου γενιά έχει βιώσει μια κρίση η οποία διαρκεί τουλάχιστον δώδεκα χρόνια και στην οποία δεν καταφέραμε να δώσουμε τις κατάλληλες συλλογικές απαντήσεις. Η κρίση αυτή τη στιγμή μετασχηματίζεται σε κάτι πιο σκοτεινό και βίαιο, μια και με πρόφαση την πανδημία έχουμε μπει σε έναν ακόμα πιο άγριο μετασχηματισμό του καπιταλισμού, στον οποίο διαπραγματευόμαστε βασικά εργασιακά, αλλά και ανθρώπινα δικαιώματα. Ειδικότερα στη χώρα μας, τα μέτρα που λαμβάνονται με πρόφαση την πανδημία στη μεγάλη τους πλειονότητα δεν έχουν υγειονομικό πρόσημο, αλλά ξεκάθαρα έχουν πολιτική στόχευση. Με απασχολεί να ζήσουμε και όχι απλώς να επιβιώνουμε ώς να πεθάνουμε.

Πού πιστεύεις ότι στοχεύει κυρίως αυτός ο μετασχηματισμός;

Στη δημιουργία του ανθρώπου εργαζόμενου – καταναλωτή, στον οποίο θα εξασφαλίζονται τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση είτε μέσω εργασίας είτε μέσω πενιχρών επιδομάτων, αλλά για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να θυσιάσει οποιαδήποτε κριτική σκέψη και οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική ανησυχία.

Σ’ αυτή τη συνθήκη πώς εμπλέκεται η ποίηση;

Ο ποιητής είναι κομμάτι της κοινωνίας, ζει και εργάζεται μέσα σ’ αυτή, οπότε έχει τις ίδιες ανησυχίες που έχουν οι περισσότεροι απ’ όσους διαθέτουν ανησυχίες. Από κει και πέρα, η ποίηση, όπως και όλες οι τέχνες, στο κεφάλι μου χωρίζεται σ’ αυτή που καταφάσκει στην εκάστοτε εξουσία και σ’ αυτή που ασκεί κριτική μιλώντας για τις αγωνίες του παρόντος αλλά και για κάποιο πιθανό καλύτερο μέλλον.

Είσαι θυμωμένος ή απογοητευμένος αυτή την πρωτόγνωρη περίοδο που ζούμε;

Μου γεννιέται θυμός ο οποίος κάθε μέρα αυξάνεται. Υπάρχει σίγουρα μια απογοήτευση από το γεγονός ότι δεν έχουμε καταφέρει συλλογικά να βρούμε πειστικές για όλους απαντήσεις τόσο ως προς το κομμάτι της διαχείρισης της πανδημίας όσο και ως προς το να βρούμε μια εναλλακτική, πειστική απάντηση σ’ αυτόν τον άγριο νεοφιλευλευθερισμό. Παρ’ όλα αυτά, σίγουρα εξακολουθεί και υπάρχει ελπίδα, την οποία ευτυχώς βρίσκουμε σε μικρότερα ή και μεγαλύτερα γεγονότα, όπως και σε ανθρώπους γύρω μας. Ας πούμε, η μέρα της απόφασης του Εφετείου για τη δίκη της Χρυσής Αυγής είναι μια ελπιδοφόρα στιγμή για τώρα και για το μέλλον.

Θεωρείς ότι ξεμπερδέψαμε με τον νεοναζισμό;

Θεσμικά ναι, αλλά μέσα στην κοινωνία, δυστυχώς, το ακροδεξιό αφήγημα εξακολουθεί να υπάρχει, ακόμα κι αν αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει επίσημα πολιτικό κόμμα στη Βουλή που να το στεγάζει. Η επίθεση προχθές στη δομή ανηλίκων προσφύγων στο Ωραιόκαστρο, οι επιθέσεις στο Καρά Τεπέ, η δολοφονία του Ζακ / της Zackie oh και όσα κατά καιρούς παρακολουθούμε να γίνονται στην ελληνική επικράτεια είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα ότι ο φασισμός της καθημερινότητας δεν έχει νικηθεί.

Ως δημιουργός αισθάνεσαι να υφίστασαι αυτή την κακοποίηση της καθημερινότητας;

Τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμα πιο έντονα την τελευταία περίοδο της πανδημίας, νιώθω πως ο πολιτισμός στη χώρα βάλλεται πανταχόθεν. Παρά την αξιέπαινη προσπάθεια των συνδικαλιστικών σωματείων και του κινήματος Support Art Workers για τη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας όσων δημιουργούν και εργάζονται στον πολιτισμό, η απάντηση της κυβέρνησης μοιάζει περισσότερο με κοροϊδία, παρά με κοινωνική πολιτική. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες δεν γνωρίζουν ούτε πώς, ούτε πότε, ούτε υπό ποιες προϋποθέσεις θα εργαστούν ξανά. Το μοναδικό καλλιτεχνικό παραγόμενο προϊόν τους τελευταίους μήνες προέρχεται από τα ιδρύματα πολιτισμού υπό τη μορφή δωρεάν παραστάσεων κυρίως στο Διαδίκτυο. Η πρακτική αυτή των ιδρυμάτων υπήρχε τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτή τη στιγμή, που το κράτος απουσιάζει παντελώς από τη στήριξη του πολιτισμού, τα ιδρύματα μοιάζουν να έχουν την ηγεμονία και φαίνεται πως σύντομα, με τις ευλογίες του ίδιου του κράτους, θα το υποκαταστήσουν. Αυτό όμως, μια και τα ιδρύματα παραμένουν ιδιωτικά, ενέχει πάμπολλους κινδύνους για την ελευθερία της έκφρασης των καλλιτεχνών αλλά και για την επιβίωσή τους.

Οι συγγραφείς, οι ποιητές ωστόσο αυτή την περίοδο, σε αντίθεση με δημιουργούς άλλων τεχνών, μένετε βουβοί. Γιατί;

Γιατί υπάρχουν ποιητές και συγγραφείς που συμπορεύονται με την εξουσία και άρα ποτέ δεν θα της ασκούσαν κριτική, ενώ από την άλλη όσοι θα τοποθετούνταν σε μια υποθετική αντίπερα όχθη βλέπουν τη γραφή είτε σαν πάρεργο, συμπληρωματικό του ακαδημαϊκού τους έργου, είτε από μια λούμπεν σκοπιά, η οποία οδηγεί περισσότερο σε ομφαλοσκόπηση, παρά σε οποιαδήποτε κριτική στην εξουσία. Πρέπει οι ίδιοι οι μετέχοντες της γραφής να αποφασίσουν να αντιμετωπίσουν τη γραφή όπως της αξίζει. Ως μια τέχνη από την οποία θα μπορούσαν να βιοπορίζονται έτσι ώστε να έχουν απαιτήσεις από αυτή, αλλά να ασκούν και κριτική μέσω αυτής. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι οι συγγραφείς και οι ποιητές πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τη γραφή ως χόμπι.

Εσύ βιοπορίζεσαι από τη γραφή;

Εργάζομαι ως μεταφραστής, αλλά στο παρελθόν έχω δουλέψει σε διάφορες δουλειές, από υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο μέχρι καθηγητής ιδιαίτερων και τηλεφωνητής. Οπότε, αν με ρωτάς, ναι, θα ήθελα να βιοπορίζομαι πλήρως από το γράψιμο και τη μετάφραση.

Ποίηση ή πεζό;

Ξεκίνησα με πεζό, με τρεις συλλογές διηγημάτων από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Ακολούθησε ο ποιητικός διάλογος «Αντάρτικο 2» με τον Κωνσταντίνο Παπαπρίλη-Πανάτσα (εκδ. Κουρσάλ) και εδώ και λίγες μέρες τα «Αστικά Δύστυχα» (εκδ. Θίνες), που είναι η πρώτη μου προσωπική, ποιητική συλλογή. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου η ποίηση μπορεί να εκφράσει πιο εύστοχα τις ανησυχίες μου. Η ανάγκη να είμαι ακριβής με τις λέξεις νομίζω πως καλύπτεται περισσότερο με την ποίηση, ενώ και σαν μορφή φέρει πάνω της πολύ πιο έντονο το αποτύπωμα του αιτήματος για μια άλλη, καλύτερη ζωή από αυτή που μας ετοιμάζουν.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.avgi.gr/tehnes/375718_i-poiisi-ferei-aitima-gia-mia-kalyteri-zoi-ap-ayti-poy-mas-etoimazoyn

Άγγελος Ήβος, Όπως κυλάει ο Λένας

Αφήγηση: Αθανασία Δρακοπούλου

vocal: Origa

“Gori, gori moya zvezda” (Old Russian song)

,,,

Ζήτω, φωνάξτε,

των ενδόξων Σοβιέτ που πλέον προελαύνουν.

Ζήτω Μπαϊκάλινα και Μίνσκα και Κοζάκεβα…

Ζήτω αυτόμολες ρωσίδες των Rolex,

της Quartier και της Lancome και της Channel,

του Paris Mach, του Elle του Playboy, του Penthouse

της Mercedes και της Ferrari, του Instagram και του Pornhub.

*”Όπως κυλάει ο Λένας”, εκδόσεις κύμα, Δεκέμβρης 2018.

“Μπάσα Στεριά” της Μόνικας–Λεμονιάς Αβαγιάννη

Βιβλιοκριτική από την Τασσώ Γαΐλα

Δύο λέξεις συνθέτουν τον τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής της Μόνικας-Λεμονιάς Αβαγιάννη: ‘Μπάσα Στεριά’. Το επίθετο μπάσος και το ουσιαστικό στεριά. Αν και το συγγενές του μπάσος επίθετο είναι βαθύ, ο γρίφος του τι θέλει να πει η Ικαριώτισσα ποιήτρια με αυτόν τον τίτλο στη συλλογή της νομίζω θα προβληματίσει αρκετούς φίλους της ποίησης και το αφήνω στην κρίση σας λέγοντάς σας μόνο ότι άποψη μου είναι ότι ο τίτλος φανερώνει βεβαιότητα για κάτι αναμενόμενο κι ευχάριστο αλλά και αγωνία.

Στη συλλογή συναντάμε τέσσερις ενότητες που λειτουργούν και ως σύνολο αλλά και η κάθε μία χωριστά.

Πάντα σου άρεσαν οι καλοκοιμητές

με τα κίτρινα άνθη τους τα

αμάραντα.

Θα στις ξαναφέρω μαμά!

Είναι ο  τελευταίος στίχος από το ποίημα της Μόνικας ‘Σαν παιδί’ που κλείνει την πρώτη  ομότιτλη ενότητα της συλλογής, την  ‘Σαν παιδι’. Ευαισθησία και λυρισμός λεπτές γραμμές ανάμεσα στο παρόν και το χτες στο υπαρκτό και το άυλο. Ευαισθησία, λυρισμός, μη αποδοχή του γεγονότος του θανάτου της μητέρας της κι ίσως κάποιες ενοχές; Ας είναι, αυτό που μένει στον αναγνώστη είναι ένα ευαίσθητο άτομο με πολύ δυνατό  το αίσθημα της αγάπης και..

‘Με σηκωμένα λάβαρα’. Είναι ο τίτλος της δεύτερης ενότητας ποιημάτων της συλλογής.

Θα’ρθει καιρός

που ο άνθρωπος,

θα γίνει πάλι Άνθρωπος

κι η αδελφοσύνη

θα ξεχυθεί στη γή.

Τι ευχάριστο άραγε προσδοκά η ποιήτρια να της συμβεί; Τι περιμένει να… της έρθει από το μέλλον και είναι σίγουρη ότι είναι προ των πυλών; Αλήθεια τι μπορεί να περιμένει ο σημερινός άνθρωπος από ένα μέλλον που διαφαίνεται δυσοίωνο; Αλλά η ποιήτρια επιμένει να προσδοκά και να ελπίζει.

Θα’ρθει καιρός!

τον προσμένουμε

αδέρφια

Εμπρός!

Η ποιήτριά μας περιμένει την εμφάνιση κάποιου ζητούμενου καινούριου, άγνωστου, μπορεί  ίσως και να μην γνωρίζει τι περιμένει, αλλά δεν απελπίζεται, θα έρθει κάτι να αλλάξει την καθημερινότητά της. Να πάρει άλλη τροπή η ροή των πραγμάτων…

Αυτός ο Απρίλης,

δεν έχει λουλούδια,

η ανάσταση νεκρών

Αναβάλλεται.

Είναι στίχοι από το ποίημα ‘Ξημέρωσε’ της τρίτης ενότητας της συλλογής που έχει τίτλο ‘Ημερολόγιο εγκλεισμού’. Η ενότητα αναφέρεται στην πρώτη περίοδο εγκλεισμού-.

Η ανθρωπότητα βιώνει μια πρωτοφανή, θανατερή περιπέτεια και  αδυνατεί να αντιμετωπίσει έναν ασήμαντο ως προς τις διαστάσεις, αόρατο  θανατηφόρο ιό. Γεγονός που δεν αφήνει ανεπηρέαστη την ευαίσθητη Μόνικα, και με τον τρόπο της αντιδρά επισημαίνοντας ακριβώς όλα όσα συμβαίνουν γύρω της.

Όλα είναι ρευστά, τίποτα δεν μένει σταθερό, διαρκής ροή ζωής, ροή μεταξύ ζωής και θανάτου, μια κίνηση των πάντων κυκλική. Κι ο άνθρωπος βρίσκεται δέσμιος αυτής της ροής, είτε το θέλει είτε όχι.

Δαγκώνω το χέρι μου

μα δε βγάζει αίμα.

Δεν έμεινε σταγόνα ελπίδας

στις μέρες μας.

(από το ποίημα ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ).

Σκοτεινό περιβάλλον όπου υπάρχει η σκέψη του αύριο, της επόμενης μέρας του νέου κύκλου ζωής όπως τον οραματίζεται η Μόνικα-Λεμονιά Αβαγιάννη και που θα προκύψει μέσα από την περισυλλογή και την επίμονη εσωτερίκευση.

Παίρνω σχήμα και μορφή

Δύναμη και ζωή, παίρνω

Ελευθερία…

(ποίημα ‘ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ).

Και, βρισκόμαστε πλέον στην τελευταία ενότητα της συλλογής που η Μόνικα την τιτλοφορεί “Στης θάλασσας την άκρη”…

Η θάλασσα μέσα μου

πνιγμός και ανάληψη.

Κοινωνική οξυδέρκεια, ευαισθησία, λυρισμός, στίχοι πολιτικοί, κοινωνικοί, ερωτικοί, συλλογή που σαφώς είναι κατάθεση ψυχής της Μόνικας, της πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας που συμπλήρωσε αυτή την πρώτη της συλλογή με δικά της σχέδια εφόσον διαθέτει ακόμη μία δεξιότητα αυτή της ζωγράφου.

Η συλλογή ‘ΜΠΑΣΑ ΣΤΕΡΙΑ’ της Μόνικας–Λεμονιάς Αβαγιάννη κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2020. Αποκτήστε την.

*Αναδημοσίευση από εδώ: