Ράνια Καταβούτα, Οι λέξεις μου

Φώτο: Peter Kertis

Δεν ξέρω αν μπορέσω να μαζέψω μια-δυο λέξεις να σου πω,              ^

Αν καταφέρω να τις σηκώσω απ’ το δρόμο

Ίσως ακόμα οι λέξεις μου 

να είναι πέτρες 

να είναι χώμα 

να χρειάζονται σπορά 

μπορεί και θέρος

Τις ψάχνω μέρες τώρα 

όταν βραδιάζει πιο πολύ

Τις ψάχνω στις ψηλές γέφυρες

μήπως ακροβατούν σαν μπαλαρίνες στο οδόστρωμα 

Τις ψάχνω σε άδεια ξενοδοχεία 

σε σιωπηλούς σταθμούς

στα νυχτωμένα λεωφορεία

Μπορεί να βρίσκονται ανάμεσα στα δάχτυλά μου

μέσα στη χούφτα μου 

Μπορεί σε ένα υπόγειο μπαρ 

με ξενυχτισμένα κορίτσια 

διψασμένα αγόρια 

και άδεια ταξί

Περιπλανιούνται οι λέξεις μου 

μαζί με μένα 

έρχονται και φεύγουν 

γεννιούνται και ίσως πεθαίνουν 

Γαντζώνονται στο αν

και περιμένουν

να τις πάρει η θάλασσα

να τις σηκώσει ο αέρας

Έχω λίγες λέξεις στα χέρια μου

και πάνω στις στέγες τις πετάω

γίνονται πουλιά

μπορεί σταγόνες

βροχή ή δάκρυα

φτερά ή σκόνη

Δεν ησυχάζουν

«Έγινες και συ μανιακή της γραφής» μου λες 

ούτε ξημέρωμα ούτε μεσάνυχτα

μα ένα μεσημέρι πάνω απ’ το καλό μας τραπεζομάντιλο 

Έτσι γεννήθηκα, σου απαντώ

Μήτρα μου ο λόγος.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μες στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλιος 2019.

Νούρα, Τ’ Αλάτι και το Κορμί

Δε μπορούσε

Τα μάτια του να πάρει

Απ’ Εκείνη πάνω

Δε μπορούσε

Ν’ αφήσει να φύγει

Η Αλμύρα απ’ των μαλλιών τις δαχτυλίθρες

Δε μπορούσε

Να χορτάσει

Τ’ άγγιγμα του Ηλιοκαμμένου Κορμιού

Δε μπορούσε

Χαϊδεύοντας Την

Να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο

Μπορούσε

Ν’ αντιληφθεί

Πως τ’ Αλάτι ήταν η Ύπαρξη

Και το Χρυσαφί Κορμί η Ζωή

Μπορούσε δε μπορούσε

Με ευλάβεια προσκύνησε

Τη Θάλασσα που ’βρεξε τις μύτες των ποδιών τους

Χαλκιδική, Ιούλιος 2020

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Φώτο: Martin Lewis

Αμηχ-ανία                                                                                  

Το κενό των λόγων φοβήθηκα

των προτάσεων τη γρηγοράδα

των συζητήσεων το ανώφελο.

Ώρες άρρυθμα διαδέχονται η μία την άλλη

δίχως μελωδία η ζωή μας κυλά

Των ήχων τα ποικίλα χρώματα επεθύμησα

τη φυσική τους αρμονία αποζητώ.

Μην τα πήρε του αγέρα η ορμή, 

τυχαία στροβιλίζοντας αμμόσκονη και πετράδια

βοές και ιαχές

***

Αναμονή

Στου νεκρού χρόνου το

σχοινί ακροβατείς όταν

μέσα στο πλήθος η φωνή 

σου χάνεται

Μικρές στιγμές θανάτου

μες τη μέρα, σαν

κενά αέρος στο μακρινό

μας πέταγμα

Με περίσσια υπομονή 

τα βλέμματα συναντώνται

τον αμήχανο χρόνο 

σταματώντας 

Το τυραννικό καθήκον

της διεκπεραίωσης

ίσως αποδράσεις του νου

να γλυκάνουν

Αναφορά στην ορμή του βίου 

Φερνάντο Πεσσόα, Άκουσα να λένε …

Άκουσα να λένε ότι σε άλλους καιρούς, όταν η Περσία

Είχε δε ξέρω ποιον πόλεμο,

Όταν η εισβολή κατέστρεψε την πόλη

Και οι γυναίκες κραύγαζαν,

Δυο σκακιστές συνέχιζαν 

Το ατέλειωτο παιχνίδι τους.

Κάτω από την πλατιά σκιά των δένδρων κοίταζαν 

Την παλιά σκακιέρα

Και πλάι στον κάθε ένα, περιμένοντας

Τις πιο ευνοϊκές στιγμές του,

Αφού θα είχε γίνει η κίνηση, και

Περιμένοντας τον αντίπαλο,

Μια κανάτα κρασί έσβηνε

Με εγκράτεια τη δίψα τους.

Τα σπίτια είχαν πυρποληθεί,

Λεηλατημένα τα μπαούλα και τα δώματα,

Βιασμένες οι γυναίκες.

Κάτω από τα πεσμένα τείχη,

Υπάρξεις τρυπημένες από δόρατα

Αίμα χυμένο στους δρόμους…

Αλλά στη θέση τους πάντα, κοντά στην πόλη

Και μακριά απ’ τη βουή της.

Οι σκακιστές το παιχνίδι τους συνέχιζαν.

[…]

Μετάφραση: Γ. Σουλιώτης

Στη φωτογραφία σκακιστές στη Μόσχα, μέσα στο χιόνι, το 1950 (“δανεισμένη” από τον μεταφραστή από τον τοίχο της Λίνας Παπαδιώτη).

Diane Di Prima (6/8/1934 – 25/10/2020), Σε αγάπησα τον Οκτώβριο

όταν κρυβόσουν πίσω από τα μαλλιά σου

και οδηγούσες τη σκιά σου

στις γωνίες του σπιτιού

και τον Νοέμβριο εισέβαλες

γεμίζοντας τον αέρα

επάνω από το κρεβάτι μου με όνειρα

κραυγές για κάποια βοήθεια

στο εσωτερικό αυτί μου

τον Δεκέμβριο κράτησα τα χέρια σου

ένα απόγευμα˙ το φως εξασθενημένο

μας επέστρεψε

σε ένα ξημέρωμα στην παραλία τη Σκωτίας

με εσένα στην ακτή να μας τραγουδάς

Ιανουάριος τώρα, αχνοφαίνεσαι

στον σωσία σου

πετράδια στην κάπα του, η σκιά σου στο χιόνι,

γλιστράς με τον άνεμο, ο κρυστάλλινος αέρας

μεταφέρει τα καινούργια σου τραγούδια αποσπασματικά μέσα από τα παράθυρα

των λυπημένων, υψηλών, όμορφων δωματίων μας

*Από τη συλλογή “Pieces of a Song”, City Lights Books. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Έρμα Βασιλείου, Τι γυρεύεις εδώ…

Φωτογραφία: Κυριάκος Συφιλτζόγλου

Στη γειτονιά των σκαλιστών ανθρώπων

Που ξεσκονίζει η μέρα το πρωί

Και τους αφήνει στα σιδερένια κουτιά που τρέχουν

Να βρουν το βιος την πάλη για έναν ύπνο;

Τι ψάχνεις στο στενό το δρόμο

Όπου έχουν όλα έναν αριθμό οικίας;

Πρωί σε βάφτισαν στο σπίτι του Δεμέτη

Σε φέραν χίλια μάτια με τα μάτια τους

Σε γυροφέρνει η ευτυχία

Στη γη του αντίλαλου

Σε πιστεύουν τα βουνά που δρασκέλισες

Πίστεψε τελικά κι εσύ πως άγιασες

Άιντε! Σε φόρτωσαν όλοι τάματα

Στο φετινό το πανηγύρι του Άι Περπάτη

*Από τη συλλογή scherzo στις Νηρηίδες (2017).

Θεόδωρος Μπασιάκος, Αντιγή

Είναι η Γη γυρισμένη ανάποδα

ο ουρανός από κάτω μας όχι πάνω 

θα γκρεμιζόμασταν το δίχως άλλο στα χάη 

αν δεν υπήρχε η άνωση γνωστή κι’ ως αντιβαρύτης 

ένας ίλιγγος γλυκός 

κάτι σαν έρωτας που μας βαστάει εδώ πάνω 

πάνω στις στέγες διότι εδώ ζούμε 

πάνω όχι κάτω απ’ τις στέγες – Κατά τ’ άλλα: – Λέγεται ότι καταγόμαστε απ’ τον αντιπίθηκο 

ένα είδος όρθιου πιθήκου 

που εξελικτικά υιοθέτησε την ξάπλα στάση

Απ’ τις καμινάδες των εργοστασίων 

βγαίνουν μουσικές όχι μαύροι καπνοί 

Επίσης:  Εδώ κάνουμε έρωτα όχι πόλεμο

Πότε-πότε κάνουμε και κάνα μεροκάματο 

μα δίχως να το παρακάνουμε όμως.

* Αρχείο οπτικής Ποίησης Ελλήνων και Ξένων Λογοτεχνών. 

Λάρι Άιγκνερ, Ο αέρας στροβιλίζεται

Ο αέρας στροβιλίζεται

σε διάφορα

μέρη

τι

συμβαίνει πιο πέρα από

τα δέντρα του Δεκέμβρη

ίσκιοι

κλαδιά μεγάλα

νύχτα

η άλλη πλευρά της υδρογείου

μέσα στ΄αστέρια

άνθρωποι ωριμάζουν

ή ένα σύννεφο

ένα μίλι μακρύτερα

το διαφορετικό διακαώς επιθυμεί

*Από το βιβλίο “Λάρι Άιγκνερ, Σαράντα δύο ποιήματα” εκδ. Bibliotheque. 

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. 

**H φωτογραφία είναι του Noel Kerns, από τις βόλτες του στη route 66.

***Από τη σελίδα της Γεωργίας Κανελλοπούλου, η οποία κάνει και το ακόλουθο σχόλιο: “Ο Λάρι Άιγκνερ γεννήθηκε με εγκεφαλική παράλυση. ‘Αφησε 3.070 ποιήματα, που τα έγραφε σε μια βαριά γραφομηχανή Ρόιαλ, χρησιμοποιώντας μόνο το δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού χεριού. Γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς πως η ποίησή του δεν ήταν επέκταση της παραλυσίας του, μα η κίνηση της, κι αυτό μου έχει κάνει φοβερή εντύπωση, γιατί από τότε που το διάβασα τη βρίσκω αυτή την κίνηση στα ποιήματά του”.

Αργύρης Χιόνης, Ερημιά…

θ’

Βουβό το χώμα του θανάτου

Στρατιές ολόκληρες βαδίζουν πάνω του

Κι ούτ’ ένα σύρσιμο ποδιού

ι’

Η αιωνιότητα είναι φτιαγμένη από στάχτη

Ψυχών αποκαΐδια που την ονειρεύτηκαν

*Από τη συλλογή “Καλειδοσκόπιο”.