“Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο” του Δημήτρη Α. Δημητριάδη

Γράφω γιατί μου λείπεις 

πάντα μου λείπεις 

κι ο μόνος ήχος του κόσμου 

είναι ένα ατέλειωτο μπλουζ [1] 

Η επαφή του αναγνώστη με τους στίχους του Δημήτρη Δημητριάδη είναι από τις πλέον αυτονόητες που έχω συναντήσει τελευταία, και ο κύριος λόγος που γράφω γι’ αυτή τη συλλογή. Το ζητούμενο για τον ποιητή είναι να επικοινωνήσει ευθέως και άμεσα, γράφει με τον ίδιο τρόπο που θα κοιτούσε τον άλλον στα μάτια: χωρίς κενά και πιθανότατα χωρίς παρερμηνείες. 

Προσωπική ποίηση στο σύνολό της, στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο το Εγώ είναι ο ποιητής που στέκεται απέναντι στον αναγνώστη ξεδιπλώνοντας φόβους, αγωνίες και απογοητεύσεις. Εκθέτοντας τετελεσμένα. Η ματιά του επανέρχεται σε παρελθούσες εποχές και σκέψεις σε μια προσπάθεια να ξορκιστεί ο χρόνος και ίσως και το αποτέλεσμά του, να ξορκιστούν οι φθορές, οι απουσίες. Η πορεία είναι αναμφισβήτητα προς τα πίσω, στην ανάμνηση και στα ατελέσφορα, στα όνειρα και σε ό,τι τελικά ξημέρωσε αντί αυτών, αλλά δεν υπάρχει πίκρα, μόνο αποδοχή. Και η απουσία της αισιοδοξίας έστω και σε ψίθυρο είναι αυτό που θα φώτιζε τα πάντα αλλιώς, που ενδεχομένως θα εξασφάλιζε μια συνέχεια. Το μοναδικό άνοιγμα στο μέλλον γίνεται στο τελευταίο ποίημα, και το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να τονιστεί η απουσία φωτός που διέπει ό,τι προηγήθηκε. 

Ξεκάθαρες εικόνες και ψύχραιμη ματιά στα πράγματα, αυτά είναι τα στοιχεία που οριοθετούν το περίγραμμα των ποιημάτων, δεν υπάρχουν υπεκφυγές και το κυριότερο δεν υπάρχουν προσποιήσεις: όλα είναι εδώ, ανοιχτά χαρτιά μπροστά στον αναγνώστη. Εικόνες που αρκετές φορές απεικονίζουν μια βιαιότητα σχεδόν ωμή, σκιτσαρισμένη με αδρές γραμμές και ικανή να δημιουργήσει μια αίσθηση ηλεκτροσόκ, και που εξαφανίζεται ακριβώς όπως ήρθε: σαν στιγμιαία λάμψη χωρίς να αφήσει ίχνη. Έλεγα πιο πάνω ότι τα γραφόμενα στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο περιγράφουν το παρελθόν, ενίοτε και το παρόν, αλλά δεν δείχνουν κανένα μέλλον, καμία εικόνα που να έπεται όσων έχουν συμβεί και που θα μπορούσε να θεμελιώσει μια συνέχεια. Δεν θα μπω σε κλασικά κλισέ περί απαισιόδοξης ή αισιόδοξης ποίησης γιατί στο τέλος της μέρας μου φαίνονται στείρα και σαφώς υποκειμενικά, θα ήθελα όμως να υπογραμμίσω το γεγονός ότι το μόνο οικείο μέρος για τον Δημητριάδη είναι το παρελθόν: παρόλα τα δύσκολα τοποθετεί εκεί, είναι χώρος γνώριμος και άρα ασφαλής. Εκεί είναι που βλέπει κανείς σε όλη της την έκταση την κάθετη ρήξη ανάμεσα στην μέσα και την έξω πραγματικότητα που αποτελεί έναν από τους πυλώνες της συλλογής. Στην πραγματικότητα ο ποιητής αναγνωρίζει στον εαυτό του μια παρουσία μετέωρη ανάμεσα σε μια ταυτότητα που πλέον του φαίνεται μακρινή και σε μια άλλη που πήρε την θέση της προηγούμενης αλλά που την αισθάνεται σαν ξένο ρούχο. Η ιδιαιτερότητα των στίχων του πηγάζει από την απόσταση ανάμεσα στο πριν και το τώρα, από τα κενά και όλα όσα τελικά έμειναν μετέωρα σε πλέον μη αναστρέψιμες συνθήκες. Δεν υπάρχει φως είναι γεγονός, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ποιητής αλλά και ο αναγνώστης δεν μπορούν να βρουν τον δρόμο τους μέσα στις σκιές, το αντίθετο μάλιστα. 

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο: 

ΒΛΕΠΩ ΞΑΝΑ 

Μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό σακάτεμα 

σ’ αυτό το μακελειό 

βλέπω ξανά 

τα μακρινά τραγούδια 

να πέφτουν άηχα 

σαν σιγανή βροχή 

γλείφοντας τα πρόσωπα των επιζώντων. [2] 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ 

Οι λέξεις 

ακούν καθαρά τον μονόλογο της φωτιάς 

το τραγούδι που αφέθηκε στο χρόνο 

και δεν ακούγεται πουθενά 

τη σιωπή που υπάρχει μέσα σου 

και κανείς θόρυβος 

δεν μπορεί να την καλύψει. [3]

Κρις Λιβανίου

[1] in. «Γιατί μόνο ο θάνατος δεν έχει λέξεις», στ. 1-4, σελ. 13.

[2] σελ. 31.

[3] σελ. 44.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2021/01/blog-post_15.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τέσσερα πεζοποιήματα

Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”

Καπνίζω στο διάλειμμά μου στην ταράτσα-Στο Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”-Στη Μητρόπολη Των Θαυμάτων Και Της Απελπισίας-Που βρομάει βενζίνη και διοξείδιο του άνθρακα-Είμαι υπεύθυνος για τον κεντρικό υπολογιστή-Που συντονίζει τον Κύκλο των Εποχών στα δωμάτια-Με φύλλα να θροΐζουν σε τεχνητά φθινόπωρα-Βροχές να πέφτουν σε αγριόχορτα και χώματα-Και τεχνητά καλοκαίρια με θάλασσας αφρό να ακούγεται σε βότσαλα-Μεγαλύτερη αδυναμία μου όμως-Το Δωμάτιο της Σιωπής-Όπου πολλοί επιθυμούν να αγκαλιάζονται στη σιωπή με τα διαθέσιμα ανδρόγυνα-Χαζεύω ένα Ανδρόγυνο Αγκαλιάς-Καπνίζει κι αυτό σιωπηλό στην ταράτσα-Αναρωτιέμαι με πόσους ανθρώπους αγκαλιάστηκε και κοιμήθηκε σαν παιδάκι-Πόσοι το τρόμαξαν όταν ξύπνησαν και δικαιολογημένα ήταν ερωτευμένοι μαζί του αφόρητα-Αφού της Κοινωνικής Αποστασιοποίησης ξεπέρασαν τα όρια-Απέξω ο τοίχος γράφει με βιαστικά γράμματα “Ζητείται λίγη τρυφερότητα”-Λίγο πριν χαράξει-Στη Μητρόπολη Των Θαυμάτων Και Της Απελπισίας-Που βρομάει βενζίνη και διοξείδιο του άνθρακα-Καπνίζω στο διάλειμμά μου στην ταράτσα-Στο Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”

***

Το διαφορετικό παιδί

Το διαφορετικό παιδί-Μετανάστης απ’ τη χώρα του Φιοντόρ-Πριν δολοφονηθεί στις σκάλες μιας πλατείας-Απ’ την παρέα των παιδιών-Που τον φωνάζουν διαφορετικό-Επειδή δεν σκοτώνει στα ηλεκτρονικά και στο κινητό-Επειδή δεν κλοτσάει μαζί τους την μπάλα στα στενό-Αλλά με κορίτσια ζωγραφίζει κόκκινες βάρκες σε θάλασσας αφρό-Εξομολογείται στον δάσκαλό του της μουσικής-Πως τον περισσότερο πάγο και χιόνι της μητρικής του της πατρίς-Στις αρθρώσεις και στην καρδιά-Το λιώνουν οι αχτίδες του ήλιου της νέας του πατρίς-Που θέλουν έντεκα λεπτά να φτάσουν στη γη-Βεβαίως του απέμεινε χιόνι στην ψυχή-Χιόνι πατημένο-Από μορφές και ίσκιους-Που πρωταντίκρισε μωράκι και παιδί-Αλλά ο ήλιος-Ο εκτυφλωτικός της νέας του πατρίς-Του ζέστανε για μια ζωή-Τον Φιοντόρ να λέει του Πούσκιν ποιήματα-Με του πατέρα του φωνή-Τη βότκα-Στο τραπέζι-Τη γεμάτη αινίγματα-Και πρόσωπα σαν βουνοκορφές-Μες σε ομίχλη πυκνή-Το διαφορετικό παιδί που μετανάστης απ’ τη χώρα του Φιοντόρ-Πριν δολοφονηθεί στις σκάλες μιας πλατείας-Απ’ την παρέα των παιδιών-Που τον φωνάζουν διαφορετικό-Επειδή δεν σκοτώνει στα ηλεκτρονικά και στο κινητό-Επειδή δεν κλοτσάει μαζί τους την μπάλα στα στενό-Αλλά με κορίτσια ζωγραφίζει κόκκινες βάρκες σε θάλασσας αφρό

***

Πρόσφυγας φωνή

Μόνον το ξύσιμο των τροχών-Στου συρμού τη σιωπή-Βασανισμένη μορφή-Φωτογραφία κρατά-Σε ένα σταθμό-Μ’ εκείνη κι άρρωστο παιδί-A capella τραγουδά με τόνο σιγανό-Οι επιβάτες-Ακόμη κι οι πιτσιρικάδες-Σηκώνουν το βλέμμα απ’ τις οθόνες των κινητών-Ρωτούν σε τι γλώσσα τραγουδά-Ψιθυρίζουν “Ωραίο τραγούδι από μακριά”-Η φωνή της τους κάνει να μιλήσουν ξανά-Οι περισσότεροι της δίνουν στο κουτί-Όταν κατεβαίνει-Κάποιος λέει-“Πρόσφυγας φωνή”-Μόνον το ξύσιμο των τροχών-Στου συρμού τη σιωπή-

***

Χυμός ροδάκινου δεύτερο κουτί

Έναν Ιούνιο-Στο Γκρίζο Κτίριο-Που σχολείο λέγανε-Και πήγαινα παιδί-Σαν το πουλί π’ αφήνει άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Μαθητής σπάζει τη γραμμή-Αρπάζει χυμό ροδάκινου δεύτερο κουτί ενώ έπρεπε να πάρει έναν σύμφωνα με τη δωρεά την κρατική-Τότε ο Καθηγητής με τα Χέρια τα Μακριά-Μπροστά σε όλους τον χτυπά-Απ’ τους χυμούς τρέχουν στα πόδια του ζουμιά–Μα τρεις μαθήτριες-Άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Με οργή ορμάνε στη σκηνή-Διασώζουν τον συμμαθητή-Που τρέχει μες στον ήλιο να κρυφτεί-Ο Καθηγητής με τα Χέρια τα Μακριά τις σέρνει και τις τρεις στον διευθυντή-Με την κατηγορία πως παρεκωλύθη βιαίως και υβρισθείς στο έργο του το ανήκουστο-Κι η τιμωρία τους από το άκαμπτο συμβούλιο-Σχολικού περιβάλλοντος αλλαγή και χειρίστη διαγωγή-Προσπερνώντας ότι έφαγε ξύλο μαθητής για χυμό ροδάκινου δεύτερο κουτί-Που άρπαξε–Σπάζοντας τη γραμμή-Σαν το πουλί που αφήνει άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Στο Γκρίζο Κτίριο-Που σχολείο λέγανε-Και πήγαινα παιδί-Έναν Ιούνιο-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.

Ρογήρος Δέξτερ, ”Blues For No Reason”

“Pseudo-Blues”

[prose song “written on a toilet roll”]

Καθισμένος στα σκαλοπάτια                                                  για λίγο

Όσο κρατά ένα τραγούδι μακρινό

Μέσα στη νύχτα                                                                     still like dust i’ll rise * 

Σηκώνεται

                                                                                                σκέφτεται τη χαμένη φωνή του αηδονιού

                                                                                                just like moons and like suns

                                                                                                With the certainty of tides  

Που λίγοι

Άκουσαν να

Κι ακόμη πιο λίγοι

Έδωσαν αφτί στο δάσος

Συνεπαρμένοι από τις ξωτικές αισθήσεις                             just like hopes

                                                                                             Springing high 

Αυτό το ρίγος

Τον σπρώχνει λίγο μπροστά

Στο λεγόμενο αύριο

Δηλαδή στο μέλλον που είναι όμως ολόιδιο με το χτες.

Με ό,τι έζησε 

Με ό,τι τον άφησαν να ζήσει                                               (το ξαναγράφω)

Σηκώνεται

αλλά δε βαδίζει                                                                   did you want to see me broken

 Ασάλευτος

Κοιτάζοντας τις φυλλωσιές

Πιστεύοντας πως όλα χορεύουν στο τραγούδι τού ανέμου

Όλα θα πέσουν στην απλωμένη του παλάμη μόλις                   You may shoot me with your words 

Θα γυμνωθούν σαν κορίτσια στην αμμουδιά

Το καλοκαίρι που είναι ένας ψίθυρος

Από σπινθηρίσματα πουλιών στον καλαμιώνα

Μες στο μυαλό του αντηχεί σαν κούφιο κράνος

                                                                                                   Into a daybreak that’s wondrously clear

Σχηματίζονται τώρα οι στίχοι

Όσα θα γύρευε να πει                                                                bringing the gifts that my ancestors gave

Eξάλλου υπάρχουν τόσοι τρόποι να διώξει μακριά τη θλίψη

Τα χτεσινά 

Που τον χτυπούν στα όνειρα σαν παρορμήσεις

Ενώ δε φαίνεται πουθενά να υπάρχει ύπνος

Παρά μόνο μια διάσταση κοντά στο θάνατο

Σα διπλανό δωμάτιο

Που συγκοινωνεί με την ανυπαρξία 

Την αναβίωση σ’ έναν παράλληλο κόσμο                          σιγά σιγά με ανάποδα βήματα

Επιστρέφει πίσω στο κελί του

                                                                                            small things recoil into silence

Γιατί ποτέ δεν έδειξε πίστη

Ότι η γραφή είναι ένας τρόπος μοναδικός

Για ν’ ανεβεί κανείς την κακοτράχαλη ανηφόρα

Παρά μόνο ένα σχοινί

Όχι για να δώσει τέλος αλλά

Για να μην κατρακυλήσει στην άβυσσο

Μια καλή διαφυγή να μην τον φάνε τα θεριά

Δυο λόγια μήπως τον θυμηθούν οι δήθεν φίλοι

Όταν θα έχει φύγει για πάντα                                           Still like dust i rise

                                                                                         I rise

                                                                                         I rise

*Maya Angelou “Still i rise”

L’etranger, Δύο ποιήματα

ΘΕΡΜΟΔΥΝΑΜΙΚΗ I

κράταγε το παγωμένο μπουκάλι

και ένιωθε το ψύχος που του ρούφαγε τη θερμότητα από τις άκρες των δακτύλων έτσι πάει

με το θερμό και το ψυχρό

το υψηλό ενεργειακό περιεχόμενο και το χαμηλό ενεργειακό περιεχόμενο 

το υψηλό δυναμικό και το χαμηλό δυναμικό

το δεύτερο ρουφάει απ’ το πρώτο τόσο ώστε στο τέλος να έχουν και τα δυο το ίδιο 

όλα τα συστήματα γέρνουν και γερνούν προς την ελάχιστη συνολική δυνατότητα 

και την υψηλότερη συνολική αταξία 

και μπορεί τα κοινωνικά να μη δουλεύουν έτσι, αλλά δε βαριέσαι;

ΔΥΝΑΜΙΚΗ I

έχουμε μια αμφιέρειστη δοκό στην οποία αναρτώνται τέσσερις κούνιες 

στις κούνιες κάθονται ανά ένα τέσσερα μικρά παιδιά, τα παιδιά εκτελούν εκκρεμο-

ειδή ταλάντωση γωνίας 155°, ανά δύο, με διάφορα φάσης π 

η δοκός υφίσταται ημιτονοειδή κάμψη, συνισταμένη των αρμονικών τάσεων που ασκούνται σε αυτήν από τις κούνιες 

η δοκός εκτελεί εξαναγκασμένη καμπτική ταλάντωση, συνισταμένη των εξαναγκασμένων εκκρεμοειδών ταλαντώσεων των παιδιών.

η δοκός δεν θα αστοχήσει λόγω ίδιου βάρους, ούτε λόγω της καταπόνησης. 

είναι από προηγμένο κράμα μετάλλων, με υψηλό όριο διαρροής.

δεν θα υποστεί διαρροή, βρίσκει την εαυτή της ελαστική, αν και ξέρει 

ότι οι χρόνιες καταπονήσεις αφήνουν πλαστικές παραμορφώσεις.

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, Νο 24, Χειμώνας-Άνοιξη 2021. σελ. 37.

Ράνια Καταβούτα, Οι λέξεις μου

Φώτο: Peter Kertis

Δεν ξέρω αν μπορέσω να μαζέψω μια-δυο λέξεις να σου πω,              ^

Αν καταφέρω να τις σηκώσω απ’ το δρόμο

Ίσως ακόμα οι λέξεις μου 

να είναι πέτρες 

να είναι χώμα 

να χρειάζονται σπορά 

μπορεί και θέρος

Τις ψάχνω μέρες τώρα 

όταν βραδιάζει πιο πολύ

Τις ψάχνω στις ψηλές γέφυρες

μήπως ακροβατούν σαν μπαλαρίνες στο οδόστρωμα 

Τις ψάχνω σε άδεια ξενοδοχεία 

σε σιωπηλούς σταθμούς

στα νυχτωμένα λεωφορεία

Μπορεί να βρίσκονται ανάμεσα στα δάχτυλά μου

μέσα στη χούφτα μου 

Μπορεί σε ένα υπόγειο μπαρ 

με ξενυχτισμένα κορίτσια 

διψασμένα αγόρια 

και άδεια ταξί

Περιπλανιούνται οι λέξεις μου 

μαζί με μένα 

έρχονται και φεύγουν 

γεννιούνται και ίσως πεθαίνουν 

Γαντζώνονται στο αν

και περιμένουν

να τις πάρει η θάλασσα

να τις σηκώσει ο αέρας

Έχω λίγες λέξεις στα χέρια μου

και πάνω στις στέγες τις πετάω

γίνονται πουλιά

μπορεί σταγόνες

βροχή ή δάκρυα

φτερά ή σκόνη

Δεν ησυχάζουν

«Έγινες και συ μανιακή της γραφής» μου λες 

ούτε ξημέρωμα ούτε μεσάνυχτα

μα ένα μεσημέρι πάνω απ’ το καλό μας τραπεζομάντιλο 

Έτσι γεννήθηκα, σου απαντώ

Μήτρα μου ο λόγος.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μες στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλιος 2019.

Νούρα, Τ’ Αλάτι και το Κορμί

Δε μπορούσε

Τα μάτια του να πάρει

Απ’ Εκείνη πάνω

Δε μπορούσε

Ν’ αφήσει να φύγει

Η Αλμύρα απ’ των μαλλιών τις δαχτυλίθρες

Δε μπορούσε

Να χορτάσει

Τ’ άγγιγμα του Ηλιοκαμμένου Κορμιού

Δε μπορούσε

Χαϊδεύοντας Την

Να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο

Μπορούσε

Ν’ αντιληφθεί

Πως τ’ Αλάτι ήταν η Ύπαρξη

Και το Χρυσαφί Κορμί η Ζωή

Μπορούσε δε μπορούσε

Με ευλάβεια προσκύνησε

Τη Θάλασσα που ’βρεξε τις μύτες των ποδιών τους

Χαλκιδική, Ιούλιος 2020

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Φώτο: Martin Lewis

Αμηχ-ανία                                                                                  

Το κενό των λόγων φοβήθηκα

των προτάσεων τη γρηγοράδα

των συζητήσεων το ανώφελο.

Ώρες άρρυθμα διαδέχονται η μία την άλλη

δίχως μελωδία η ζωή μας κυλά

Των ήχων τα ποικίλα χρώματα επεθύμησα

τη φυσική τους αρμονία αποζητώ.

Μην τα πήρε του αγέρα η ορμή, 

τυχαία στροβιλίζοντας αμμόσκονη και πετράδια

βοές και ιαχές

***

Αναμονή

Στου νεκρού χρόνου το

σχοινί ακροβατείς όταν

μέσα στο πλήθος η φωνή 

σου χάνεται

Μικρές στιγμές θανάτου

μες τη μέρα, σαν

κενά αέρος στο μακρινό

μας πέταγμα

Με περίσσια υπομονή 

τα βλέμματα συναντώνται

τον αμήχανο χρόνο 

σταματώντας 

Το τυραννικό καθήκον

της διεκπεραίωσης

ίσως αποδράσεις του νου

να γλυκάνουν

Αναφορά στην ορμή του βίου 

Φερνάντο Πεσσόα, Άκουσα να λένε …

Άκουσα να λένε ότι σε άλλους καιρούς, όταν η Περσία

Είχε δε ξέρω ποιον πόλεμο,

Όταν η εισβολή κατέστρεψε την πόλη

Και οι γυναίκες κραύγαζαν,

Δυο σκακιστές συνέχιζαν 

Το ατέλειωτο παιχνίδι τους.

Κάτω από την πλατιά σκιά των δένδρων κοίταζαν 

Την παλιά σκακιέρα

Και πλάι στον κάθε ένα, περιμένοντας

Τις πιο ευνοϊκές στιγμές του,

Αφού θα είχε γίνει η κίνηση, και

Περιμένοντας τον αντίπαλο,

Μια κανάτα κρασί έσβηνε

Με εγκράτεια τη δίψα τους.

Τα σπίτια είχαν πυρποληθεί,

Λεηλατημένα τα μπαούλα και τα δώματα,

Βιασμένες οι γυναίκες.

Κάτω από τα πεσμένα τείχη,

Υπάρξεις τρυπημένες από δόρατα

Αίμα χυμένο στους δρόμους…

Αλλά στη θέση τους πάντα, κοντά στην πόλη

Και μακριά απ’ τη βουή της.

Οι σκακιστές το παιχνίδι τους συνέχιζαν.

[…]

Μετάφραση: Γ. Σουλιώτης

Στη φωτογραφία σκακιστές στη Μόσχα, μέσα στο χιόνι, το 1950 (“δανεισμένη” από τον μεταφραστή από τον τοίχο της Λίνας Παπαδιώτη).

Diane Di Prima (6/8/1934 – 25/10/2020), Σε αγάπησα τον Οκτώβριο

όταν κρυβόσουν πίσω από τα μαλλιά σου

και οδηγούσες τη σκιά σου

στις γωνίες του σπιτιού

και τον Νοέμβριο εισέβαλες

γεμίζοντας τον αέρα

επάνω από το κρεβάτι μου με όνειρα

κραυγές για κάποια βοήθεια

στο εσωτερικό αυτί μου

τον Δεκέμβριο κράτησα τα χέρια σου

ένα απόγευμα˙ το φως εξασθενημένο

μας επέστρεψε

σε ένα ξημέρωμα στην παραλία τη Σκωτίας

με εσένα στην ακτή να μας τραγουδάς

Ιανουάριος τώρα, αχνοφαίνεσαι

στον σωσία σου

πετράδια στην κάπα του, η σκιά σου στο χιόνι,

γλιστράς με τον άνεμο, ο κρυστάλλινος αέρας

μεταφέρει τα καινούργια σου τραγούδια αποσπασματικά μέσα από τα παράθυρα

των λυπημένων, υψηλών, όμορφων δωματίων μας

*Από τη συλλογή “Pieces of a Song”, City Lights Books. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Έρμα Βασιλείου, Τι γυρεύεις εδώ…

Φωτογραφία: Κυριάκος Συφιλτζόγλου

Στη γειτονιά των σκαλιστών ανθρώπων

Που ξεσκονίζει η μέρα το πρωί

Και τους αφήνει στα σιδερένια κουτιά που τρέχουν

Να βρουν το βιος την πάλη για έναν ύπνο;

Τι ψάχνεις στο στενό το δρόμο

Όπου έχουν όλα έναν αριθμό οικίας;

Πρωί σε βάφτισαν στο σπίτι του Δεμέτη

Σε φέραν χίλια μάτια με τα μάτια τους

Σε γυροφέρνει η ευτυχία

Στη γη του αντίλαλου

Σε πιστεύουν τα βουνά που δρασκέλισες

Πίστεψε τελικά κι εσύ πως άγιασες

Άιντε! Σε φόρτωσαν όλοι τάματα

Στο φετινό το πανηγύρι του Άι Περπάτη

*Από τη συλλογή scherzo στις Νηρηίδες (2017).