Δήμητρα Καραφύλλη (1947-2014), Τρία ποιήματα

Herme Pato, Madrid 1940

Βρεγμένη γάτα

Αγωνία στην εξέδρα

κάτι ωραίο ετοιμάζουν

οι κριτές από την έδρα

αποφάσεις νίκης βγάζουν.

Ως γνωστόν τα σπονσοράτα

δεν βραβεύουν επιδόσεις

φεύγεις σαν βρεγμένη γάτα

αν δεν έχεις να λαδώσεις.

***

Αέρα

Μη μου βάζεις τραχηλιά

έχω στο λαιμό ελιά

Νόστιμη και πιπεράτη.

Θέλεις να στη δείξω;

Νάτη!

***

Ανδρών επί φανών

Στην Ξένη Σκαρτσή

Τίποτε δεν έχει αλλάξει, παρεκτός…

Σβέλτος, ηλιοκαμένος, γελαστός

ο τροχονόμος της γειτονιάς μου.

Πόσο πιο βολικό το τζόκεϊ καπελάκι

από το σκληρό πηλίκιο.

-Καλημέρα κυρία, ευχαριστώ.

Πριν σταματήσω καν στη διαστάυρωση

Καθαρίζει και τα τζάμια.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας”, εκδ. “Αρκαδικός Κήρυκας”, Αθήνα, 2013.

Αργύρης Μαρνέρος, ”Έχει πολύ δρόμο ακόμα /Το όρθιο θηλαστικό να γίνει άνθρωπος”

Επιμέλεια: Ειρήνη Καραγιαννίδου

Ο Αργύρης Μαρνέρος είναι ένας μοναχικός καουμπόι της ελληνικής ποίησης.  Αντισυμβατικός από την αρχή της διαδρομής του, -χαρακτηριστικό του που του στοίχισε μια “καλή” θέση στην τεχνικοποιημένη λογοτεχνική κλίμακα που ο καθείς έχει στο νου του-, σε μέρες που η κοινωνία βολοδέρνει χειμαζόμενη, το μελανί του φωνάζει.

Ντροπή δεν είναι κάποιος να σου πει

Άντε ρε Καραγκιόζη ντροπή είναι

Κάποιος να σου πει άντε ρε Χατζηαβάτη 

Γιατί αυτό σημαίνει πως την είδε

Την καμπούρα σου αυτή που έχεις κρυμμένη

Με επιμέλεια περίσσεια μέσα στις υποκλίσεις.

Γεννήθηκε στο Δοξάτο Δράμας το 1941. Τέλειωσε το γυμνάσιο του χωριού του το 1960 και την άλλη χρονιά -με το πρώτο μεταναστευτικό κύμα- έφυγε για την Δυτική Γερμανία, δουλεύοντας σε διάφορα εργοστάσια και παρακολουθώντας το βράδυ μαθήματα γλώσσας. Μετά το 1968 σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το 1973 παράλληλα με τις σπουδές του, πήρε το δίπλωμα του ξεναγού από την τοπική σχολή Θεσσαλονίκης και αργότερα και από της Αθήνας.

Πλαστικό μου λουλούδι ανέραστo

Ό,τι μυρίζει ανθρώπινο μυαλό

Δεν είναι πάντα θησαυρός για τις αισθήσεις.

Στις πόλεις αυτές όπου ζει και γράφει, κατεβάζει τα βιβλία του στο πεζοδρόμιο, στην βιβλιοθήκη μπροστά στην Πανεπιστημίου, σε συναυλίες και σε μπουάτ ως αντίδραση στα εμπορικά κυκλώματα των βιβλιοπωλείων.

Εγώ υπήρξα πάντα ζωόφιλος

Αγαπητέ μου έλα μέσα

Στην κουζίνα να σου δείξω

Πόσο τρυφερά πόσο απαλά

Τα πλάθω εγώ τα μπιφτέκια.

Με έμφυτη τάση για πολιτικολογία και κριτική στους κυβερνώντες και με σκωπτική διάθεση για τα παράνομα καμώματα των “μεγάλων”, από την σατιρική του πέννα δεν ξεφεύγει κανείς και τίποτα.

Σήμερα είναι της Αναλήψεως

Είπε ο γραμματέας στο Δεσπότη

Την ώρα που έφευγε βιαστικά

Καλά που μου το θύμισες παιδί μου

Πρέπει να φύγω αμέσως για την τράπεζα.

Αριστοφανικός, εύστοχος και διαχρονικός, τυπικός “εκπρόσωπος”  του μέσου Έλληνα, τοποθετεί συχνά στο στόχαστρο την καλή κοινωνία της εποχής, η οποία δείχνει να νομίζει πως μπορεί να κάνει τα πάντα με το χρήμα και την θέτει σε αντιπαράθεση με την δήθεν κακή κοινωνία, η οποία αποτελείται από φτωχούς και ταπεινούς ανθρώπους, καταδικασμένους σε μια κατώτερη ποιοτικά ζωή.

Θέλουμε ποσοστά

Απ’ το γάλα μας

Φώναζαν τα πρόβατα

Θα είμαι πιο γενναιόδωρος

Μαζί σας είπε ο τσέλιγκας

Θα σας δώσω ποσοστά

Από το κρέας σας.

Ο ίδιος ο ποιητής ξεδιπλώνει τον δικό του εσωτερικό κόσμο και μέσα από το πάντοτε “συμβουλευτικό” του ύφος, κατακρίνει την απερισκεψία και την πλεονεξία, ενώ ταυτόχρονα θέτει υπαρξιακά ερωτήματα και προβληματισμούς με σκοπό να βάλει σε σκέψεις το αναγνωστικό του κοινό.

Τώρα το ξέρω

Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή

Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια

Που βρίσκονται μπροστά μου

Πρέπει να αγαπήσω ξανά

Κάθε μικρό κομμάτι

Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά

Όμορφα δεν είναι μόνο

Τα απείραχτα πράγματα

Και τα σπασμένα αγάλματα

Έχουν τη δική τους τη χάρη

Και ίσως είναι αυτά

Που πιο πολύ μας μοιάζουν.

Με χιούμορ σαρκαστικό λοιπόν, καταλυτικός και ανατρεπτικός, με κάθε κουβέντα του μαχαίρι, ταράζει τις κομματικές λογικές όχι μόνο με τα ποιήματά του αλλά και με τα κολάζ που δημιουργεί, τις ανασυνθέσεις, όπως τις ονοματίζει ο ίδιος.

Ιδιαίτερη υπήρξε η σχέση του ποιητή με τον Νικόλα Άσιμο. Ο Αργύρης Μαρνέρος γνωρίστηκε με τον τραγουδοποιό το 1970, όταν και οι δύο ήταν φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής στην Θεσσαλονίκη.

Ποιος ήταν αυτός ο καβαλάρης της κιθάρας

με το μαστίγιο να χτυπάει δεξιά κι αριστερά;

“Ήταν γύρω στο 1970, εποχή εσωτερικής αναταραχής και εξωτερικής ταριχευμένης ησυχίας. Ο Νικόλας είχε οργανώσει μία θεατρική ομάδα – ήταν μια ευκαιρία να ξεθάψει ή να θάψει πράγματα επί σκηνής.  – και ανταμώναμε στο υπόγειο της Φιλοσοφικής, που ήταν χώρος για πρόβες και για συζητήσεις.”

Τότε λοιπόν, την εποχή της δικτατορίας, τα ποιήματά του ” Έλα Κουτέ να γίνουμε Φίλοι” και ο “Μαραθωνοδρόμος”,  μελοποιήθηκαν από τον Νικόλα Άσιμο.

“Ο χρόνος της επταετίας, ήταν ένα ξεροχώραφο, όπου ο καθένας άνοιγε το πηγάδι του για να ξεδιψάσει. Ο Νικόλας έσκαψε με την κιθάρα του το χρόνο, μέχρι να ανταμώσει το νερό του.” 

Δέκα δραχμές το καριοφίλι

Τα γιαταγάνια δωρεάν

Έλα κουτέ να γίνουμε φίλοι

άσ’ το για άλλους το εάν!

“Τα γεγονότα είναι πάντα ρευστά, μάλιστα μερικές φορές, μέχρι να δέσουμε τα κορδόνια απ’ τα παπούτσια μας, μας έχουν ήδη ξεπεράσει. Οι αντιπαραθέσεις είναι σκόπιμα σενάρια, που ξεκινούν από τα παρασκήνια, αλλά επάνω στη σκηνή το αίμα δεν είναι χυμός από ντομάτα. Το ποίημα είναι ένα χέρι φιλίας, που απλώνεται για να παραμερίσει τα παραμύθια, αυτά που χτίζουν οι ξαπλωμένοι πάνω σε βελούδινα μαξιλαράκια.”

Κάμποσα χρόνια μετά τον θάνατο του Άσιμου, ο Αργύρης Μαρνέρος έγραψε άλλο ένα ποίημα, αυτή τη φορά αφιερωμένο στον φίλο του:

[…]

Κάθε φορά που το Αυγουστιάτικο φεγγάρι

μας λούζει με το ασήμι του, Νικόλα Άσιμε

σπάω στο μέτωπό του 

μια στάμνα με κόκκινο κρασί

για να ‘ρθει η ψυχή σου τα μεσάνυχτα

να ξεδιψάσει

Χοή μνημόσυνη από τον φίλο σου Αργύρη

Χρόνια φοιτητικά

Άσβεστες μνήμες, Νικόλα.

“Για πολλά πράγματα μπορείς να μιλήσεις για ορισμένο χρόνο κύησης, όμως άδικος κόπος να ρωτήσεις πόσο χρόνο χρειάζεται για να γεννηθεί ένα ποίημα. Ποτέ δεν μπορείς να προσδιορίσεις με ακρίβεια την αφετηρία του γαμέτη. Η στιγμή της γέννησης ορίζει την αρχή, όμως μια πλασματική αρχή. Είναι μια σύμβαση με τον χρόνο, όπως τα πάντα είναι συμβάσεις, ό,τι αφορά την αρχή και το τέλος των πραγμάτων και ειδικά αυτών, που έχουν σχέση με την τέχνη. Μακάρι να ξέραμε πόσα έργα θάφτηκαν μαζί με τον δημιουργό, αυτά που δεν πρόλαβε, ή αυτά που δεν θέλησε να ξεθάψει η ψυχή του”

Το βιβλίο “Σχολείο και Τέχνη: Αργύρης Μαρνέρος”, εκδόθηκε το 2010 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και αναλύει την σχέση του Σχολείου με την Τέχνη παρουσιάζοντας παράλληλα την εικαστική δουλειά του Αργύρη Μαρνέρου

Αν δεν έχεις μπλέξει στη ζωή σου με γιατρούς, παπάδες, δικηγόρους, είσαι ευτυχής, συνηθίζει να λέει.

Σσσσσσσσ

Ησυχία

Γιατί ο γιατρός

Ψιθυρίζει στο αυτί

Τις τιμές

Σσσσσσσσ.

Τίποτα δεν φαίνεται ν´ αλλάζει θεματικά στην ποίηση του Αργύρη Μαρνέρου. Σαρκασμός, πίκρα, αγανάκτηση.

Και στο βάθος εκείνος ο λυρισμός, ο καλυμμένος από σκληρό περίβλημα. Στοχάζεται μελαγχολικά ο ποιητής, όμως δεν κλαυθμυρίζει, δεν απεραντολογεί. Με τα λίγα λέει πιο πολλά απ´ όσα κρύβονται στον πάταγο των λέξεων.

Ο ποιητής που θα γυρίσει τις πλάτες

Στο θόρυβο και τις οσμές της αγοράς

Όσο και να βουτήξει την πένα του

Στον ουρανό το γαλάζιο απ’ τα ποιήματά του

Θα λείπει το άρωμα του ιδρώτα

Και εκείνο το ανθρώπινο αχ που

Το δανείζονται ακόμα και οι θεοί

Γιατί αλλιώς τα αγάλματά τους

Θα ήταν μόνο πέτρες σκαλισμένες.

Σας ευχαριστούμε

Σας περιμένουμε ξανά

Έχουμε καιρό για το ξεπούλημα

Χειροκροτείστε.

Κεντρική φωτογραφία και φωτογραφία επιλόγου: Μανώλης Νταλούκας

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://1-2.gr/2018/03/06/afieroma-ston-argyrh-marnero/?fbclid=IwAR0naDAbm2hZPAEZUCVqRlyFQ9E4mArveWrMZfG23KUWx-zRzHlyTh9VlWU

Πρόλογος σε κάθε πιθανό μέλλον | Βασίλης Πανδής

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focus

3.

Έτσι σε δάση ψιθύρων βαθιά
σε όλους της παραφοράς μου
τους βυθούς
σε γνώρισα

κι από την εξορία του στήθους
φέρνω και πάλι τώρα τη φωνή
εντός σου
να ριζώσει

***

4.

Άξιζε τόσες μυριάδες χρόνους
στο ακόνι της θάλασσας
μόνος
να μείνω
μια τέτοια γλώσσα
για να πλάσω

άξιζε μόνος
για τη μόνη γλώσσα
που μπορεί
να σε δεχτεί

που μπορεί
να πει
κάτι τόσο μικρό
όσο και τούτο

***

6.

Αίμα μου φυλακή μου
πώς γίνεσαι
λάμψη της αβύσσου
πώς

και τι κρυφές διαδρομές
του νερού
κάτω απ’ το χώμα
της φωνής σου

απείθαρχα ποτάμια
σε ζουν
απείθαρχα
με κυλούν

στο χαμό μου με πάνε;

View original post

Adelaide Ivanova, Δύο ποιήματα

για τη λάουρα

το 1998 όταν βρήκαν 

το γκέι σώμα του μάθιου σέπαρντ 

το πρόσωπό ίου είχε αίματα παντού 

εκτός από δύο μικρές λωρίδες 

κάθετες

στα σημεία όπου είχαν κυλήσει 

τα δάκρυα του 

εκείνη τη μέρα ο ποδηλάτης 

που τον βρήκε δεν

κάλεσε την αστυνομία αμέσως μόλις τον είδε

γιατί το σώμα του μάθιου

ήταν τόσο παραμορφωμένο

που ο ποδηλάτης νόμισε πως είχε δει

κάποιο σκιάχτρο

το περασμένο σάββατο στο σάο πάουλο 

μια ομάδα αντρών

και δύο μπάτσοι σκότωσαν τη λάουρα

αφού βέβαια πρώτα

τη βασάνισαν η λάουρα

όσο ήταν ακόμα ζωντανή έγινε αντιληπτή

από έναν άλλο τύπο

που βιντεοσκόπησε

κι ανέβασε στο γιουτιούμπ το βίντεο

μιας λάουρας σε σύγχυση

και ποια δεν θα ‘ταν

αν είχε αίμα στο στόμα και στο πίσω

μέρος του φορέματος;

η λάουρα έχει ένα σώμα

κι ένα όνομα που της ανήκουν

λάουρα ντε βερμόντ (παρούσα!)

δολοφονήθηκε

απ’τους άντρες

το κράτος

και την αδιαφορία μας 

στα δεκαοχτώ της χρόνια 

κάποιο σάββατο.

***

ο γύπας

σώμα του εγκλήματος είναι 

μια έκφραση που χρησιμοποιείται 

όταν υπάρχει

παραβίαση του νόμου κι εντοπίζονται 

επί τόπου πειστήρια της εγκληματικής 

πράξης

μετατρέποντας το σώμα 

σε τόπο και το έγκλημα 

σε προσδιορισμό εξακρίβωση 

σημαίνει να δεις και να 

σε δουν (το ίδιο ισχύει 

και με τις γιορτές)

ξαπλωμένη πάνω σ’ένα φορείο με

τέσσερις γιατρούς γύρω μου

να συζητούν ταυτόχρονα

για τους βλεννογόνους την απεργία

την έλλειψη ποτηριών μίας χρήσης

και ν’ αποφασίζουν ανάμεσα στ’ ανοιχτά μου

πόδια αν μετά την

εξέταση θα πάνε όλοι μαζί σε κάποιο μπαρ

ο γιατρός της ιατροδικαστικής 

υπηρεσίας έγραψε την έκθεσή του 

χωρίς να με κοιτάξει κατά πρόσωπο 

μιλώντας ταυτόχρονα στο κινητό

τόσο εγώ όσο κι ο γιατρός έχουμε σώμα 

και τουλάχιστον κάτι ακόμα κοινό.

μας αρέσει να μιλάμε στο τηλέφωνο και να πηγαίνουμε σε μπαρ

ο γιατρός είναι ένας άνθρωπος 

που ασχολείται με νεκρούς και ζωντανές γυναίκες 

(τις οποίες αποκαλεί αποδεικτικά στοιχεία) 

με αντικείμενα.

*Από τη συλλογή “το σφυρί”, Έκδοση Τεφλόν, Αθήνα, Νοέμβρης 2020.

**Μετάφραση: Peter Constantine, Σπύρος Πρατίλας.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Από το “Συμεών Βάλας”

[Πείθομαι, Αρχοντα· και προσμετρώ το δράμα άδυτων νυκτών. Δέχομαι το μέρισμα της πέτρας στο ερπετό σκοτάδι καί ιστορώ την ακατόρθωτη φωνή που θέλησε να σχεδιάσει ο έγκλειστος στην Ιερά Μονή του Σαγματά -περί το έτος χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ- Βάλας Συμεών. Εξ ου και μαίνομαι, Άρχοντα, τον κύμβαλο ρυθμό κρείττονος λόγου σέ τόνους ασυνήθιστους· και εκχωρώ ανέστιο το σπάραγμα στον μύθο της συνθέσεως.]

Ποιος Υπηρέτης ερεβνός στοχάζεται, Άρχοντα, την κάτεργη σκηνή σε όλο το δωμάτιο, ποιος λύκος διάδοχος: [ένα κομμένο πόδι φως χωλαίνει στίγματα στο δάπεδο.] Εγώ, ο Βάλας Συμεών, πέτρα σκληρό που ξέσπασα από τα σπλάχνα της μητέρας μου πριν είκοσι εννέα έτη και έκπτωτη κραυγή που μέτρησε το μέσα της απόστασης στο βρέφος σώμα, εγκάτοικος μιας σάρκας Αρνητή όπου ο κτήνος άνθρωπος πληροί την πληγή καταγωγή του, για να μιλήσω το Κακό που ευλογήθηκα εξ Υμών, και έχω πράξει, επικαλούμαι την παράφορη εξουσία του πνεύματος: ό,τι γραφής το τρωκτικό πρόσωπο και σκοτάδι.

[Αδύτου μηνός. Νύκτα πρώτη.] Ότι αγρυπνούσα ύπνο ερπετό τον πυρετό οφθαλμό κι’ επάνω μου κρεμότανε σπαθί γυμνό στην αιχμηρή του ακινησία. Κι’ αίφνης ο λόγος κραύγασε στήθος ανάσες στη φωνή μου: «Και αν αίμα· και αν όψη· και αν μένος που υπέφερα άνανθο ξύλο τον τροχό κατά τη δαίμονα φορά του, θυμήσου: Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: “Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη· αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει”».

                            c

Φαντάσου στο τζάμι: το καρνάβαλο σκυλί και το διπλό φεγγάρι.

*“Συμεών Βάλας”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιανουάριος 2010.

Δήμητρα Κουβάτα, Δύο ποιήματα

Η ΔΕΝΔΡΟΚΟΜΟΣ

Στον κήπο μου να φύτρωνε εξάπαντος το κλήμα 

το αναμενόμενο, ας φύονταν σειρές 

η κερασιά, μία ελιά και άλλα καρποφόρα, 

που εξαρχής για ομορφιά τις επαινούν, 

μετά για όλα τα χρειώδη.

Πελώρια να ’χα μια βελανιδιά, να γίνει 

αυτή η αλύγιστη στο σπίτι μας, 

η ισοβίως μόνη.

Και μια ιτιά να έβγαινε, μία κλαίουσα 

να κλαίει καυτή όταν χρειάζεται 

να μένω εγώ αδάκρυτη, 

αστέναχτη κι ωραία.

Έτσι να ζω.

Καταμεσής στα δέντρα. Μαζί με τα πουλιά.

Κι ας φθίνουν οι οπώρες τους.

Κι ας φθίνουν κι οι δικές 

μας.

***

ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ

στην πόρτα

μια μυρωδιά από κλειστό κουτί 

όρθια

με περίμενε. 

άργησες.

παντού ζάχαρη νοτισμένη. 

άνοιξες τα παράθυρα; 

τους γείτονες χαιρέτησες; τα δέοντα, 

ιδιαιτέρως στους απόντες.

με βόμβο εντόμου καλοκαιρινού 

όρμηξα προς κάθε τζάμι 

που χτυπά

και πέταξα από το πρώτο άνοιγμα 

το αρθριτικό μου σέρνοντας ποδάρι.

απλώς, η κληρονομικότητα, 

ήρθε ξανά το πόρισμα.

*Από την Ενότητα “Φερτά υλικά” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Καθαρό οινόπνευμα”, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2020.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης

(Στον Ανδρέα)

Ι.

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.

Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.

Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει

μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.

Σ΄αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος

κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει

τον καλπασμό του αλόγου.

ΙΙ.

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.

Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου

εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι

τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,

ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,

κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

ΙΙΙ.

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,

σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη

τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,

και μού γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

IV.

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω

να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού΄ναι

σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

V.

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.

Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση

της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.

Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.

Η ποίησή μας είναι η ζωή.

Miyό Vestrini, Δύο ποιήματα

Έτσι απλά

Να περπατώ στην 42η Οδό στη Νέα Υόρκη 

ή να φυαάω τα καμένα απ’ τα κάστανα δάχτυλά μου 

στη γωνία της οδού Ντε λα Κρότσε 

ή ν’ ακτινοβολώ μες στη βαβούρα των αεροδρομίων,

                                                   ποια η διαφορά;

Ζω κάτω απ’ τον πιο κοινό απ’ όλους τους ουρανούς

χαραμοφάης ουρανός

φυτεμένος πάνω απ’ το κεφάλι μου

κίνηση καμιά πέρα απ’ την εναλλαγή μέρας νύχτας.

Κάθε μέρα

λέω στην εαυτή μου:

                            πρέπει να συμβιβαστείς μ’ αυτούς τους τόπους να επιστρέφεις σ’ αυτούς

επειδή εκεί, κάποια στιγμή,

                           θα χρειαστεί να πεθάνεις.

Αλλά οι εποχές κι η βλάστηση επιμένουν, 

τα ευάλωτα ποτάμια, 

οι θύελλες στο διάβα των τρένων, 

το μυστήριο των ακαθόριστων ωρών, 

η πύρινη σφαίρα που διασχίζει του παραθύρου την κόψη,

ο εξολοθρευτής άγγελος που χορεύει στο ταβάνι.

Βγες απ’ τη ζωή μου,

                      λένε,

σαν να ‘ταν η ζωή τόσο απλή.

Έτσι απλά.

Ο καθρέφτης μαλακώνει όταν τον αγγίζω

                                         παίρνει να γεμίζει το σπίτι.

Απλώνεται από τοίχο σε τοίχο 

στον ίλιγγο του σώματός μου

                  ίλιγγο λιβαδιών και αμυδρού φωτός.

Το σάστισμα επιστρέφει.

Τώρα ξέρω:

Μόνο οι γυναίκες με τα όμορφα μάτια 

δεν γερνάνε.

Μόνο οι άντρες με τ’ ακάματα όνειρα 

τραγουδάνε όταν ξυπνούν.

Αν τα ‘ξερα νωρίτερα όλ’ αυτά

                                        δεν θα με πιάνατε ζωντανή.

***

Τριμμένο καρότο

Η πρώτη αυτοκτονία είναι μοναδική.

Πάντα σε ρωτάνε αν ήταν ατύχημα 

ή αμετάκλητη απόφαση να πεθάνεις.

Σου χώνουν ένα σωληνάκι στη μύτη,

με δύναμη,

ώστε να πονέσεις,

και να μάθεις να μην αναστατώνεις τη γειτονιά.

Καθώς ξεκινάς να εξηγείς πως 

ο-θάνατος-πράγματι-φαινόταν-η-μόνη-διέξοδος 

ή ότι το έκανες

για-να-καταστρέψεις-τον άντρα-και-την-οικογένειά-σου,

σου έχουν ήδη γυρίσει την πλάτη

και παρακολουθούν τον διάφανο σωλήνα

μέσα στον οποίο παρελαύνει το τελευταίο σου γεύμα.

Στοιχηματίζουν αν είναι νούγιες ή τηγανητό ρύζι.

Ο εφημερεύων γιατρός αποφαίνεται ανένδοτα: 

είναι τριμμένο καρότο.

«Αηδία», λέει η νοσοκόμα με τα μεγάλα χείλη.

Με ξαπόστειλαν κακήν κακώς,

μιας και κανείς δεν κέρδισε το στοίχημα.

Ο ορός απορροφήθηκε γρήγορα 

και δέκα λεπτά αργότερα 

ήμουν πίσω στο σπίτι.

Πουθενά χώρος για να κλάψω 

ή χρόνος για να νιώσω κρύο ή τρόμο.

Τους ανθρώπους δεν τους ενδιαφέρει ο θάνατος από υπερβολική αγάπη.

Παιδικά καμώματα, 

λένε,

λες κι αυτοκτονούν παιδιά κάθε μέρα.

Έψαξα αυτό το απόσπασμα απ’ τον Χάμετ: 

δεν θα πω λέξη για τη ζωή σου 

στα βιβλία μου, 

αν μπορέσω να τ’ αποφύγω.

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, Νο 24, Χειμώνας-Άνοιξη 2021. σελ. 17. Μετάφραση: kyoko kishida, ΠΟΥΛΘΕ.

Ζωή Δικταίου, Μνήμη, αλισάχνη στα μάτια

Pablo Picasso, Weeping Woman

(Μονόλογος)

Πλαταίνει η θάλασσα, στένεψε ο κύκλος,

νυχτερίδες χτενίζουν στα βλέφαρα την αλισάχνη

ουρλιάζουν οι λύκοι στα μεγάλα σαλόνια 

μα δεν φοβάσαι τέτοιαν αγέλη εσύ,

στον πολιτισμό της κυριαρχίας του παράλογου

σού κάρφωσαν τον δρόμο 

μα δεν δίστασες

εκεί που τέρατα και σκιάχτρα σε φοβέριζαν,

δεν δίστασες να γίνεις δρόμος, εσύ στην άψαχτη άβυσσο

να φέρεις την κεντισμένη με ρόδα και αίμα, 

μνήμη στο φως

κρατώντας μαρμαρωμένη τη θλίψη

στη μασχάλη του κεραυνού.

Σού λείπει ένα όνομα αγαπημένο, αγωνίζεσαι 

να μη σβηστεί,

σού λείπει εκείνος που έκρυψε

το σπόρο των λεύτερων σ’ ένα τραγούδι.

Είναι κάποιες μέρες αλλιώτικες, 

χωρίζεις τη ζωή στα παλιά της κομμάτια,

κάποια σε ευτυχισμένες στιγμές 

θαρρείς αριστοκρατική υπόθεση η ανάμνησή τους,

γιγαντώνεσαι στην ασώπαστη οδύνη

όταν οι ώρες σπέρνουν ύβρι και βλαστήμιες

κορφολογείς και από εκείνα τα αμίλητα, 

μαχαιριές βαθιές εκείνα που ξεσκίζουν την ψυχή

μάννα, Μάγδα, Μαριάμ, Εκάβη, Αρζού, Αϊσέ, Κανάν, 

μάννα, εσένα θα λατρέψουν οι μάζες του κόσμου,

εσένα ανάμεσα στο πλήθος με την αλισάχνη στα μάτια

και την κραυγή στον ουρανό 

να μαστιγώνει ερημοπούλια στον αέρα. 

Εσύ σε λιτανεία χωρίς λιβάνι κι εξαπτέρυγα, 

με την καρδιά σου λάβαρο

ν’ αναλαμβάνεις ευθύνη στη μεγάλη πόλη, 

εσένα με το ανοίκειο της απώλειας 

να ραγίζει στα μνήματα της επαρχίας

εσένα μάννα, Μάγδα, 

Σελένα, Ελίζαμπεθ, Κλάρα, Χέλγκα, Μιντόρι, Γιασμίνη.  

Εσύ κρατώντας αποστάσεις από την ευκολία 

κόντρα σε συμβιβασμό και φόβο

φτύνεις κατάμουτρα τη φαρμακωμένη μπόχα του καιρού.

Μάνα εσύ η τσαλακωμένη με τα αλύγιστα γόνατα, 

φοράς ατσαλάκωτη την αξιοπρέπεια στο μαύρο πουκάμισο

σ’ ένα τριαντάφυλλο υψώνεις τη μνήμη 

απέναντι στη βαρβαρότητα,

χαμηλώνει ο ορίζοντας, 

σηκώνεις το φως απ’ τους τάφους

μάχεσαι στης εξουσίας τα ευρύχωρα κελιά 

ν’ ανάψεις σ’ ένα κόκκινο μαντήλι το σκοτάδι.

Ανατριχιάζουν τα πεύκα στο Χαϊδάρι, 

κρατούν το αίμα οι σκουριές στα ναυπηγεία 

ο εργάτης φιλιώνεται μ’ ένα καρβέλι ψωμί 

καθισμένος στην πέτρα κάτω απ’ τ’ αρμυρίκια

στ’ αραξοβόλια του Σκαραμαγκά

κι εσύ ψυχή λαβωμένη, 

δοσμένη στον αγώνα

όσο η ζωή διαβαίνει δίχως μετρημό 

μ’ ένα φουσκωμένο ρόδι στο χέρι τρέχεις,

ν’ αναστηθεί η άτρυγη ελπίδα

όταν το σπάσεις στο πλακόστρωτο.

Αποστρέφεσαι καθημερινές ανόητες παραστάσεις 

αυτές που δε σημαίνουν τίποτα,

ούτε οι θρησκευτικές πρακτικές μπορούν 

ν’ αφαιρέσουν το σκοτεινό βάρος

ν’ απαλύνουν την πληγή μιας μαχαιριάς,

για σένα νυχτώνει όλο και πιο νωρίς στο Κερατσίνι,

στις φτωχογειτονιές στο Πέραμα και στη Δραπετσώνα

μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τους φίλους από τους εχθρούς

οσμίζεσαι το αλλήθωρο μίσος, είσαι γυναίκα, η μία, 

η διαφορετική, ένα λαχάνιασμα στο μετερίζι της τιμής,

ένα ανάστημα στις ανδρικές λέσχες της δημοκρατίας,

εσύ ανάμεσα στον αδιάφορο κόσμο 

και τις λίγες όρθιες ψυχές, ένα κερί αναμμένο,  

δύσπιστη σε παρηγοριές και υποσχέσεις 

και τακτικές καλοσύνης,

δεν φοβάσαι, υπονομεύεις ανοιχτά

ρηχές αρχές, αυτές που μακριά από κάθε στόχο αρετής

προκαλούν περισσότερη σύγχυση,

αντιστέκεσαι να μην σου κρύψουν κι άλλο τον ήλιο,

φωνάζεις, 

η φωνή σου κλονίζει τα βάθρα τους.

Λίγες φορές 

ραγίζει η άβυσσος

για να μυρίσει 

ο κόσμος 

γιασεμί, ψυχή και θύμηση…

Οι δικαιοκρίτες σε σαβανωμένες μέρες θα το πουν

δίχως να κανακεύουν σερπετά,

χρησμοδοτούν οι αποφάσεις το μέλλον 

σημαδεύοντας το αναγκαίο σε ανυπόφορα πρόσωπα. 

Μερεύει η περίλυπη εικόνα στο θαλασσόνερο των ματιών

όχι δεν θα γίνει ποτέ ο γιος του παρελθόντος

εκείνος που του κλέψανε τον ήλιο.

Μαλαματένια περιστέρια πετούν απ’ τα χέρια σου ξεσκίζοντας τα μαύρα πανιά

ξεκούρδιστη η αστική αθωότητα

προσηλώσου, θα βαθύνουν κι άλλο οι ίδιες ρυτίδες 

κλαίνε βοριάδες και νοτιάδες σ’ ένα σου βλέμμα,

θ’ ακούσεις να φωνάζουν αθάνατος στις γειτονιές.

Και να που τα κατάφερες 

σαΐτες κόκκινες 

υψώνει αμνήστευτη η αλήθεια

στην ευγλωττία τής ενοχής,

απόδειξη 

πως δεν είναι στέρφα η κοινωνία

σε φωνή και κραυγή…

Κράτησες όρθιες τις κορφές στη φλούδα της ανάμνησης

ένα βλέμμα μόνο σ’ απόμεινε γυρεύοντας το δίκιο, 

κάποτε μόνη κλαίγοντας,

κάποτε με παρέα στις λεωφόρους. 

Σκοτείνιασε ο κισσός 

σκαρφαλωμένος στην αρχαία κολόνα, 

οι τελευταίες φωνές χαράχτηκαν στους τοίχους

στα σκαλοπάτια γέρνει ο ίσκιος του τα μεσημέρια

καλώντας κι άλλους ίσκιους πολλούς μ’ ένα χρέος παλιό, 

απροσκύνητη στο κατώφλι της φρίκης

η φλέβα του λαιμού ένα ποτάμι βουητό 

ξεχείλισε να πνίξει τη δημόσια αμαρτία.

Πριν ο άνεμος σκορπίσει 

λευκούς ανθούς,

αφή και μνήμη ακριβή 

κάτω απ` το φως της θύμησης 

ζητάς δικαίωση,

στον επίγειο χορό της ζωής

ανάβει η ψυχή

να φέγγεις μάννα,

στον καινούριο αιώνα.

Δεν είναι ο άνθρωπος 

πραμάτεια ξοφλημένη στην αγορά του τίποτα,

ένα βροχερό φθινόπωρο 

έβγαλες από τις τσέπες τα σπασμένα γυαλιά 

κομμάτι – κομμάτι συναρμολόγησες από την αρχή

βαμμένο με αίμα τον καθρέφτη της αλήθειας.

Φυλάξου από τη λήθη 

παντού σέρνεται ύπουλα, 

μελανιά που την καταπίνει το στυπόχαρτο η ζωή 

αν τους αφήσεις,

στεγνώνει η πίκρα στο νοτισμένο χώμα της αγάπης, 

φθινόπωρο, στις χούφτες η ψιλή βροχή

και η πάχνη του θανάτου,

μη φοβάσαι, 

να τους κοιτάς κατάματα

δεν το αντέχουν,

εσένα σού περίσσευε πάντα ψυχή

να την κρατάς τη μνήμη

εκείνων που έφυγαν

μνήμη αλισάχνη,

όχι για να μετράς τις μέρες

μα γιατί κάνεις τις δικές μας να αξίζουν περισσότερο. 

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Κέρκυρα, Οκτώβρης του 2020

e.e.cummings, κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου

κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ 

στην καρδιά μου) δεν είμαι ποτέ χωρίς αυτήν (οπουδήποτε

πηγαίνω κι εσύ πηγαίνεις, αγαπητή μου, και οτιδήποτε γίνεται

από μένα μόνο είναι δικό σου κατόρθωμα, αγάπη μου) 

                                          δεν φοβάμαι

την μοίρα (γιατί είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν θέλω

τον κόσμο (γιατί ο όμορφος κόσμος μου είσαι εσύ, αλήθεια μου)

και εσύ είσαι οτιδήποτε το φεγγάρι σημαίνει

και οτιδήποτε ο ήλιος πάντα θα τραγουδά είσαι εσύ

εδώ βρίσκεται το πιο βαθύ μυστικό που κάποιος γνωρίζει

(εδώ είναι η ρίζα της ρίζας και το μπουμπούκι του μπουμπουκιού

Και ο ουρανός του ουρανού του δέντρου που αποκαλείται ζωή,  που αυξάνεται

Ψηλότερα από όσο η ψυχή μπορεί να ελπίσει ή το μυαλό μπορεί να κρύψει)

Και αυτό είναι το θαύμα που κρατά τα αστέρια απόμακρα

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

i carry your heart with me (i carry it in

my heart)i am never without it (anywhere

i go you go, my dear; and whatever is done

by only me is your doing, my darling)

                                                      i fear

no fate(for you are my fate, my sweet) i want

no world(for beautiful you are my world, my true)

and it’s you are whatever a moon has always meant

and whatever a sun will always sing is you

here is the deepest secret nobody know

 (here is the root of the root and the bud of the bud

and the sky of the sky of a tree called life; which grows

higher than soul can hope or mind can hide)

and this is the wonder that’s keeping the stars apart

i carry your heart(i carry it in my heart)

*Μετάφραση: Λίνα Βαταντζή.