Μάτση Χατζηλαζάρου, Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης

(Στον Ανδρέα)

Ι.

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.

Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.

Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει

μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.

Σ΄αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος

κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει

τον καλπασμό του αλόγου.

ΙΙ.

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.

Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου

εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι

τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,

ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,

κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

ΙΙΙ.

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,

σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη

τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,

και μού γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

IV.

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω

να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού΄ναι

σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

V.

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.

Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση

της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.

Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.

Η ποίησή μας είναι η ζωή.

Miyό Vestrini, Δύο ποιήματα

Έτσι απλά

Να περπατώ στην 42η Οδό στη Νέα Υόρκη 

ή να φυαάω τα καμένα απ’ τα κάστανα δάχτυλά μου 

στη γωνία της οδού Ντε λα Κρότσε 

ή ν’ ακτινοβολώ μες στη βαβούρα των αεροδρομίων,

                                                   ποια η διαφορά;

Ζω κάτω απ’ τον πιο κοινό απ’ όλους τους ουρανούς

χαραμοφάης ουρανός

φυτεμένος πάνω απ’ το κεφάλι μου

κίνηση καμιά πέρα απ’ την εναλλαγή μέρας νύχτας.

Κάθε μέρα

λέω στην εαυτή μου:

                            πρέπει να συμβιβαστείς μ’ αυτούς τους τόπους να επιστρέφεις σ’ αυτούς

επειδή εκεί, κάποια στιγμή,

                           θα χρειαστεί να πεθάνεις.

Αλλά οι εποχές κι η βλάστηση επιμένουν, 

τα ευάλωτα ποτάμια, 

οι θύελλες στο διάβα των τρένων, 

το μυστήριο των ακαθόριστων ωρών, 

η πύρινη σφαίρα που διασχίζει του παραθύρου την κόψη,

ο εξολοθρευτής άγγελος που χορεύει στο ταβάνι.

Βγες απ’ τη ζωή μου,

                      λένε,

σαν να ‘ταν η ζωή τόσο απλή.

Έτσι απλά.

Ο καθρέφτης μαλακώνει όταν τον αγγίζω

                                         παίρνει να γεμίζει το σπίτι.

Απλώνεται από τοίχο σε τοίχο 

στον ίλιγγο του σώματός μου

                  ίλιγγο λιβαδιών και αμυδρού φωτός.

Το σάστισμα επιστρέφει.

Τώρα ξέρω:

Μόνο οι γυναίκες με τα όμορφα μάτια 

δεν γερνάνε.

Μόνο οι άντρες με τ’ ακάματα όνειρα 

τραγουδάνε όταν ξυπνούν.

Αν τα ‘ξερα νωρίτερα όλ’ αυτά

                                        δεν θα με πιάνατε ζωντανή.

***

Τριμμένο καρότο

Η πρώτη αυτοκτονία είναι μοναδική.

Πάντα σε ρωτάνε αν ήταν ατύχημα 

ή αμετάκλητη απόφαση να πεθάνεις.

Σου χώνουν ένα σωληνάκι στη μύτη,

με δύναμη,

ώστε να πονέσεις,

και να μάθεις να μην αναστατώνεις τη γειτονιά.

Καθώς ξεκινάς να εξηγείς πως 

ο-θάνατος-πράγματι-φαινόταν-η-μόνη-διέξοδος 

ή ότι το έκανες

για-να-καταστρέψεις-τον άντρα-και-την-οικογένειά-σου,

σου έχουν ήδη γυρίσει την πλάτη

και παρακολουθούν τον διάφανο σωλήνα

μέσα στον οποίο παρελαύνει το τελευταίο σου γεύμα.

Στοιχηματίζουν αν είναι νούγιες ή τηγανητό ρύζι.

Ο εφημερεύων γιατρός αποφαίνεται ανένδοτα: 

είναι τριμμένο καρότο.

«Αηδία», λέει η νοσοκόμα με τα μεγάλα χείλη.

Με ξαπόστειλαν κακήν κακώς,

μιας και κανείς δεν κέρδισε το στοίχημα.

Ο ορός απορροφήθηκε γρήγορα 

και δέκα λεπτά αργότερα 

ήμουν πίσω στο σπίτι.

Πουθενά χώρος για να κλάψω 

ή χρόνος για να νιώσω κρύο ή τρόμο.

Τους ανθρώπους δεν τους ενδιαφέρει ο θάνατος από υπερβολική αγάπη.

Παιδικά καμώματα, 

λένε,

λες κι αυτοκτονούν παιδιά κάθε μέρα.

Έψαξα αυτό το απόσπασμα απ’ τον Χάμετ: 

δεν θα πω λέξη για τη ζωή σου 

στα βιβλία μου, 

αν μπορέσω να τ’ αποφύγω.

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, Νο 24, Χειμώνας-Άνοιξη 2021. σελ. 17. Μετάφραση: kyoko kishida, ΠΟΥΛΘΕ.

Ζωή Δικταίου, Μνήμη, αλισάχνη στα μάτια

Pablo Picasso, Weeping Woman

(Μονόλογος)

Πλαταίνει η θάλασσα, στένεψε ο κύκλος,

νυχτερίδες χτενίζουν στα βλέφαρα την αλισάχνη

ουρλιάζουν οι λύκοι στα μεγάλα σαλόνια 

μα δεν φοβάσαι τέτοιαν αγέλη εσύ,

στον πολιτισμό της κυριαρχίας του παράλογου

σού κάρφωσαν τον δρόμο 

μα δεν δίστασες

εκεί που τέρατα και σκιάχτρα σε φοβέριζαν,

δεν δίστασες να γίνεις δρόμος, εσύ στην άψαχτη άβυσσο

να φέρεις την κεντισμένη με ρόδα και αίμα, 

μνήμη στο φως

κρατώντας μαρμαρωμένη τη θλίψη

στη μασχάλη του κεραυνού.

Σού λείπει ένα όνομα αγαπημένο, αγωνίζεσαι 

να μη σβηστεί,

σού λείπει εκείνος που έκρυψε

το σπόρο των λεύτερων σ’ ένα τραγούδι.

Είναι κάποιες μέρες αλλιώτικες, 

χωρίζεις τη ζωή στα παλιά της κομμάτια,

κάποια σε ευτυχισμένες στιγμές 

θαρρείς αριστοκρατική υπόθεση η ανάμνησή τους,

γιγαντώνεσαι στην ασώπαστη οδύνη

όταν οι ώρες σπέρνουν ύβρι και βλαστήμιες

κορφολογείς και από εκείνα τα αμίλητα, 

μαχαιριές βαθιές εκείνα που ξεσκίζουν την ψυχή

μάννα, Μάγδα, Μαριάμ, Εκάβη, Αρζού, Αϊσέ, Κανάν, 

μάννα, εσένα θα λατρέψουν οι μάζες του κόσμου,

εσένα ανάμεσα στο πλήθος με την αλισάχνη στα μάτια

και την κραυγή στον ουρανό 

να μαστιγώνει ερημοπούλια στον αέρα. 

Εσύ σε λιτανεία χωρίς λιβάνι κι εξαπτέρυγα, 

με την καρδιά σου λάβαρο

ν’ αναλαμβάνεις ευθύνη στη μεγάλη πόλη, 

εσένα με το ανοίκειο της απώλειας 

να ραγίζει στα μνήματα της επαρχίας

εσένα μάννα, Μάγδα, 

Σελένα, Ελίζαμπεθ, Κλάρα, Χέλγκα, Μιντόρι, Γιασμίνη.  

Εσύ κρατώντας αποστάσεις από την ευκολία 

κόντρα σε συμβιβασμό και φόβο

φτύνεις κατάμουτρα τη φαρμακωμένη μπόχα του καιρού.

Μάνα εσύ η τσαλακωμένη με τα αλύγιστα γόνατα, 

φοράς ατσαλάκωτη την αξιοπρέπεια στο μαύρο πουκάμισο

σ’ ένα τριαντάφυλλο υψώνεις τη μνήμη 

απέναντι στη βαρβαρότητα,

χαμηλώνει ο ορίζοντας, 

σηκώνεις το φως απ’ τους τάφους

μάχεσαι στης εξουσίας τα ευρύχωρα κελιά 

ν’ ανάψεις σ’ ένα κόκκινο μαντήλι το σκοτάδι.

Ανατριχιάζουν τα πεύκα στο Χαϊδάρι, 

κρατούν το αίμα οι σκουριές στα ναυπηγεία 

ο εργάτης φιλιώνεται μ’ ένα καρβέλι ψωμί 

καθισμένος στην πέτρα κάτω απ’ τ’ αρμυρίκια

στ’ αραξοβόλια του Σκαραμαγκά

κι εσύ ψυχή λαβωμένη, 

δοσμένη στον αγώνα

όσο η ζωή διαβαίνει δίχως μετρημό 

μ’ ένα φουσκωμένο ρόδι στο χέρι τρέχεις,

ν’ αναστηθεί η άτρυγη ελπίδα

όταν το σπάσεις στο πλακόστρωτο.

Αποστρέφεσαι καθημερινές ανόητες παραστάσεις 

αυτές που δε σημαίνουν τίποτα,

ούτε οι θρησκευτικές πρακτικές μπορούν 

ν’ αφαιρέσουν το σκοτεινό βάρος

ν’ απαλύνουν την πληγή μιας μαχαιριάς,

για σένα νυχτώνει όλο και πιο νωρίς στο Κερατσίνι,

στις φτωχογειτονιές στο Πέραμα και στη Δραπετσώνα

μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τους φίλους από τους εχθρούς

οσμίζεσαι το αλλήθωρο μίσος, είσαι γυναίκα, η μία, 

η διαφορετική, ένα λαχάνιασμα στο μετερίζι της τιμής,

ένα ανάστημα στις ανδρικές λέσχες της δημοκρατίας,

εσύ ανάμεσα στον αδιάφορο κόσμο 

και τις λίγες όρθιες ψυχές, ένα κερί αναμμένο,  

δύσπιστη σε παρηγοριές και υποσχέσεις 

και τακτικές καλοσύνης,

δεν φοβάσαι, υπονομεύεις ανοιχτά

ρηχές αρχές, αυτές που μακριά από κάθε στόχο αρετής

προκαλούν περισσότερη σύγχυση,

αντιστέκεσαι να μην σου κρύψουν κι άλλο τον ήλιο,

φωνάζεις, 

η φωνή σου κλονίζει τα βάθρα τους.

Λίγες φορές 

ραγίζει η άβυσσος

για να μυρίσει 

ο κόσμος 

γιασεμί, ψυχή και θύμηση…

Οι δικαιοκρίτες σε σαβανωμένες μέρες θα το πουν

δίχως να κανακεύουν σερπετά,

χρησμοδοτούν οι αποφάσεις το μέλλον 

σημαδεύοντας το αναγκαίο σε ανυπόφορα πρόσωπα. 

Μερεύει η περίλυπη εικόνα στο θαλασσόνερο των ματιών

όχι δεν θα γίνει ποτέ ο γιος του παρελθόντος

εκείνος που του κλέψανε τον ήλιο.

Μαλαματένια περιστέρια πετούν απ’ τα χέρια σου ξεσκίζοντας τα μαύρα πανιά

ξεκούρδιστη η αστική αθωότητα

προσηλώσου, θα βαθύνουν κι άλλο οι ίδιες ρυτίδες 

κλαίνε βοριάδες και νοτιάδες σ’ ένα σου βλέμμα,

θ’ ακούσεις να φωνάζουν αθάνατος στις γειτονιές.

Και να που τα κατάφερες 

σαΐτες κόκκινες 

υψώνει αμνήστευτη η αλήθεια

στην ευγλωττία τής ενοχής,

απόδειξη 

πως δεν είναι στέρφα η κοινωνία

σε φωνή και κραυγή…

Κράτησες όρθιες τις κορφές στη φλούδα της ανάμνησης

ένα βλέμμα μόνο σ’ απόμεινε γυρεύοντας το δίκιο, 

κάποτε μόνη κλαίγοντας,

κάποτε με παρέα στις λεωφόρους. 

Σκοτείνιασε ο κισσός 

σκαρφαλωμένος στην αρχαία κολόνα, 

οι τελευταίες φωνές χαράχτηκαν στους τοίχους

στα σκαλοπάτια γέρνει ο ίσκιος του τα μεσημέρια

καλώντας κι άλλους ίσκιους πολλούς μ’ ένα χρέος παλιό, 

απροσκύνητη στο κατώφλι της φρίκης

η φλέβα του λαιμού ένα ποτάμι βουητό 

ξεχείλισε να πνίξει τη δημόσια αμαρτία.

Πριν ο άνεμος σκορπίσει 

λευκούς ανθούς,

αφή και μνήμη ακριβή 

κάτω απ` το φως της θύμησης 

ζητάς δικαίωση,

στον επίγειο χορό της ζωής

ανάβει η ψυχή

να φέγγεις μάννα,

στον καινούριο αιώνα.

Δεν είναι ο άνθρωπος 

πραμάτεια ξοφλημένη στην αγορά του τίποτα,

ένα βροχερό φθινόπωρο 

έβγαλες από τις τσέπες τα σπασμένα γυαλιά 

κομμάτι – κομμάτι συναρμολόγησες από την αρχή

βαμμένο με αίμα τον καθρέφτη της αλήθειας.

Φυλάξου από τη λήθη 

παντού σέρνεται ύπουλα, 

μελανιά που την καταπίνει το στυπόχαρτο η ζωή 

αν τους αφήσεις,

στεγνώνει η πίκρα στο νοτισμένο χώμα της αγάπης, 

φθινόπωρο, στις χούφτες η ψιλή βροχή

και η πάχνη του θανάτου,

μη φοβάσαι, 

να τους κοιτάς κατάματα

δεν το αντέχουν,

εσένα σού περίσσευε πάντα ψυχή

να την κρατάς τη μνήμη

εκείνων που έφυγαν

μνήμη αλισάχνη,

όχι για να μετράς τις μέρες

μα γιατί κάνεις τις δικές μας να αξίζουν περισσότερο. 

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Κέρκυρα, Οκτώβρης του 2020

e.e.cummings, κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου

κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ 

στην καρδιά μου) δεν είμαι ποτέ χωρίς αυτήν (οπουδήποτε

πηγαίνω κι εσύ πηγαίνεις, αγαπητή μου, και οτιδήποτε γίνεται

από μένα μόνο είναι δικό σου κατόρθωμα, αγάπη μου) 

                                          δεν φοβάμαι

την μοίρα (γιατί είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν θέλω

τον κόσμο (γιατί ο όμορφος κόσμος μου είσαι εσύ, αλήθεια μου)

και εσύ είσαι οτιδήποτε το φεγγάρι σημαίνει

και οτιδήποτε ο ήλιος πάντα θα τραγουδά είσαι εσύ

εδώ βρίσκεται το πιο βαθύ μυστικό που κάποιος γνωρίζει

(εδώ είναι η ρίζα της ρίζας και το μπουμπούκι του μπουμπουκιού

Και ο ουρανός του ουρανού του δέντρου που αποκαλείται ζωή,  που αυξάνεται

Ψηλότερα από όσο η ψυχή μπορεί να ελπίσει ή το μυαλό μπορεί να κρύψει)

Και αυτό είναι το θαύμα που κρατά τα αστέρια απόμακρα

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

i carry your heart with me (i carry it in

my heart)i am never without it (anywhere

i go you go, my dear; and whatever is done

by only me is your doing, my darling)

                                                      i fear

no fate(for you are my fate, my sweet) i want

no world(for beautiful you are my world, my true)

and it’s you are whatever a moon has always meant

and whatever a sun will always sing is you

here is the deepest secret nobody know

 (here is the root of the root and the bud of the bud

and the sky of the sky of a tree called life; which grows

higher than soul can hope or mind can hide)

and this is the wonder that’s keeping the stars apart

i carry your heart(i carry it in my heart)

*Μετάφραση: Λίνα Βαταντζή.

Νεκτάριος Μπέσης, Όνειρο

Artwork by Maurice Sapiro

Σήμερα είδα στον ύπνο μου,

ένα νερό που συνέχεια τρέχει.

Εγώ ανέβηκα σε μια σκάλα

και όλα τα σύννεφα γύρω μου,

ήταν σταματημένα και περίμεναν.

Τότε βγήκε ένας κόκκινος καπνός

Και με κάλυψε μέχρι τον λαιμό,

Εγώ φοβήθηκα πως δεν θα ξυπνούσα ποτέ,

πήδηξα μέσα στο νερό,

κολυμπούσα με τα μάτια κλειστά,

μέχρι που κουράστηκα.

Κοίταξα πίσω μου

και είδα όλη την πόλη να καίγεται.

Νερό είχε καλύψει τις σκάλες

και τα κτίρια άρχισαν σιγά σιγά να πέφτουν.

Γύρισα το κεφάλι μου και σε είδα σε μία βάρκα,

έφυγες μακρά μου.

Είχα τρομάξει και εσύ μου φώναζες,

να μην ανησυχώ,

γιατί στο μέλλον, όλα θα είναι καλύτερα.

*Ο Νεκτάριος Μπέσης Νεκτάριος γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην Αίγινα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει δύο βιβλία. Ποιήματά του και  μικρά διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ανθολογίες, περιοδικά ποίησης και εφημερίδες. “Ο Φύλακας Των Ανθισμένων Δέντρων”, μόλις κυκλοφόρησε και είναι η τρίτη ποιητική  του συλλογή, από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Ευάγγελος Ρουσσάκης, Μοντιλιάνι

Τα χαμόγελα μας κρυφαίνουν 

Καθώς στα χνάρια των χεριών βρίσκονται νέα νοήματα

Και νέες εκφράσεις 

Για την ζωή και τον έρωτα 

Αντιλαμβάνομαι το φως αλλιώς 

Με άλλες έννοιες και νέες βροχές

Και τα χρώματα εντυπωνονται

Καθώς σε κοιτώ 

Κι ευτυχώς στον παράδεισο 

Υπάρχει χώρος για τον έρωτα

Αφού έζησαν σε αυτόν τον κόσμο ζωγράφοι

Όπως ο Μοντιλιάνι

Και υπόσχομαι κάποτε να ζωγραφίσω

Τα μάτια σου 

Ενώ τα χαμόγελα μας θα κρυφαινουν

Σε απόσταση αναπνοής

*Το έργο τέχνης της ανάρτησης είναι του ποιητή.

Αλέξης Δάρας, Νέα Πράξη Θαυμάτων, Εκδόσεις «24 Γράμματα»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

Πριν από λίγο καιρό έφτασε στα χέρια μας η ποιητική συλλογή του Αλέξη Δάρα: «Νέα πράξη θαυμάτων», ένα βιβλίο, που ήταν έτοιμο από καιρό, αλλά κάποιες συγκυρίες το είχαν εμποδίσει να κυκλοφορήσει. Χαρακτηριστικό είναι ότι υπάρχει εισαγωγή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, που μας δείχνει ότι ο ποιητής ήταν «σαν έτοιμος από καιρό», όπως μας λέει και ο Καβάφης, αλλά, όταν ένας ποιητής θέλει να δει τυπωμένο το έργο του, όσα εμπόδια κι αν βρει μπροστά του, αν επιμείνει, θα τα καταφέρει. Εξάλλου, ο Αλέξης Δάρας έχει ήδη κυκλοφορήσει άλλες δύο ποιητικές συλλογές, αλλά η συγκεκριμένη είναι η πιο ώριμη ποιητική συλλογή του. 

Ο Αλέξης Δάρας πειραματίζεται ποικιλότροπα στην συγκεκριμένη ποιητική του συλλογή κι έτσι βλέπουμε αλλού παραδοσιακό και αλλού ελεύθερο στίχο μέχρι και τρίστιχα, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν χαϊκού. Αρκετά από τα ποιήματα θα μπορούσαν να μελοποιηθούν και κάποια, που είναι σχετικά πολύστιχα θυμίζουν στίχους χιπ-χοπ αν και στιχουργικά είναι πολύ ανώτερα από το συγκεκριμένο είδος τραγουδιών. 

Η ποιητική συλλογή του Αλέξη Δάρα «Νέα πράξη θαυμάτων» χωρίζεται σε τρεις ενότητες: 

Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο «Πείραμα μέσα στο πείραμα» και περιλαμβάνει ποιήματα κυρίως κοινωνικού προβληματισμού. Από το τραγικό ποίημα «Καϊάφας», που γράφτηκε μετά τις πυρκαγιές στον νομό Ηλείας το 2007, περνάμε στο σατιρικό και ανάλαφρο «Ψευδοπροφήτης». Τα κορυφαία ποιήματα της ενότητας είναι το ειρωνικό «Περίμενε», όπου: «όλα είναι μάταια, όλα εκτός από ένα: την αναμονή.» και το «Μπες στο κλουβί», ενώ αρκετά ενδιαφέρον είναι και το ποίημα «Διχογνωμία», όπου ο καθένας έχει τη γνώμη του, αλλά: «Σε ένα μόνο συμφωνούσαν όλοι: / Να μην κάνουμε τίποτα.» Όμως, ο ποιητής δεν διαπιστώνει απλά. Μας ζητάει να πάρουμε αποφάσεις και να δράσουμε: «Γνωρίζεις πια, βλέπεις καθαρά ότι / αυτό που σε αποτελεί είναι / η απόφασή σου.» και αλλού προειδοποιεί: «ο κόμπος έσπασε το χτένι / η ιστορία τώρα αρχίζει.» Και πως μπορούμε να δράσουμε; Ο Αλέξης Δάρας γράφει για τον αστάθμητο παράγοντα: «Όχι γυμνιστής / αλλά γυμνός, / δεν είμαι ανθρωπιστής / είμαι άνθρωπος.» για να συνεχίσει πιο κάτω: «Είμαι εγώ ο αστάθμητος παράγοντας / η ασυσχέτιστη άγνωστη μεταβλητή / διαταρακτικός όρος / ο ακατάληπτος άρρητος λόγος, / είμαι το σφάλμα στη στατιστική.» Άρα όσο περισσότεροι αστάθμητοι παράγοντες βρεθούν, τόσο το καλύτερο. 

Η δεύτερη ενότητα έχει τίτλο: «Στις αμμουδιές του χρόνου» και περιλαμβάνει ποιήματα κυρίως ερωτικά, ενώ και εδώ δεν λείπουν οι κοινωνικές πινελιές. Σε αυτή την ενότητα καθώς και στην επόμενη ο ποιητής παίζει με τις λέξεις φτιάχνοντας έξυπνα νοήματα κάτι που λείπει από πολλούς γλωσσοκεντρικούς ποιητές, που συνήθως παίζουν με τις λέξεις χωρίς να υπάρχει κάποιο νόημα. Εδώ σταθήκαμε κυρίως στο ποίημα «Άβυθος» και στο ποίημα «Βιομηχανία βιομηχανών».  Σε αρκετά ποιήματα υπάρχουν πολύ όμορφοι στίχοι, όπως οι παρακάτω, που είναι χαρακτηριστικοί: «Ας μιλήσουμε με μέρα στα λόγια μας / κι ας έχει πέσει η νύχτα βαθιά». Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα «Τρίγραμμα», που είναι μικρά τρίστιχα. Κάποια από αυτά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν χαϊκού καθώς έχουν και τον απαιτούμενο αριθμό συλλαβών, όπως το παρακάτω: «Σταμάτησε πια / η πλύση εγκεφάλου / τώρα στύψιμο.»

Η τρίτη ενότητα έχει τίτλο: «Τα καθέκαστα». Εδώ ξαναγυρίζουμε σε ποιήματα σατιρικά, από τα οποία ξεχωρίσαμε: Το “GPS”, που αναφέρεται στο ουράνιο μάτι, που τα βλέπει και τα παρακολουθεί όλα. Το «Πόσο πάει;», που μας μιλάει για μια κοινωνία, όπου όλα έχουν την τιμή τους. Το «Πώς το θες;», που ο έρωτας περνάει μέσα από μια σύγκρουση αντιθέτων: «Πώς θες να νιώσω ελεύθερα / αν δεν με φυλακίσεις;» Αρκετά όμορφο είναι και το ερωτικό ποίημα «Να σαλπάρουμε». 

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Αλέξη Δάρα «Νέα πράξη θαυμάτων» είναι μια από τις πιο άρτιες ποιητικές συλλογές, που έχουμε διαβάσει τελευταία και την προτείνουμε ανεπιφύλακτα. 

Παρασκευή Παπία, Τρία ποιήματα

Τροπικοί

Όσο εσύ δεν έρχεσαι

Εγώ θα στρώνω ένα ένα

Τα σανίδια της προσμονής

Από τον τροπικό του Καρκίνου

Ως τον τροπικό του Αιγόκερω

Να ‘χεις κάπου για να πατήσεις 

Μήπως και τελικά έρθεις.

***

Ψαράς

Κάθε πρωί ένας ψαράς

Για να του διαβάζω 

Τι έγραψα το βράδυ

Με πλήρωνε μ’ ένα λαβράκι.

Τη μέρα που στέρεψα από λέξεις

Μου άφησε το αγκίστρι του.

***

Είδα απόψε τον πατέρα μου

Είδα απόψε τον πατέρα μου

Μαζί μας να τρώει και να πίνει

Ύστερα επέστρεψε σπίτι του.

Από τους ομοτράπεζους

Μόνο εγώ ανησυχούσα

Εάν έφτασε κι αν η γραμμή 

Επέκεινα – ενύπνιο, λειτουργεί.

Ξύπνησα και πλέον ο αριθμός του

Ανήκει σε άλλο χρήστη.

Προσέχτε τη νοσταλγία, θα σας σκοτώσει | Γιάννης Κοντός

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα
όπως η ψείρα. Έχει τα ίδια συμπτώματα.
Φαγούρα, μολύνσεις, εκτεταμένη καταστροφή
των ιστών, που τις περισσότερες φορές φτάνει
μέχρι το κόκαλο. Ο ασθενής πέφτει σε μεγάλη
λύπη. Κοιτάζει τις πλάτες των ανθρώπων
και πιστεύει ότι το περαστικό πρόσωπο
είναι το δικό του, το φευγάτο, το χαμένο.
Κάθεται σε καρέκλα με τα χέρια
στα γόνατα, σε προχωρημένη σήψη
–ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τίποτα–
και προσπαθεί να μπαζώσει το κενό
με αυτές τις σκέψεις μέδουσες. Προσέχτε,
δεν είναι παρελθόν, υπάρχει ουσιαστική διαφορά.
τον υπνωτίζει ύπουλη μουσική πνευστών
και συνομιλεί και μονολογεί με μαλλιά,
χείλη, αυτιά και χέρια
ή ολόκληρα σώματα γυναικών
που βγαίνουν από τοίχους
ή αναδύονται απότομα
από το πάτωμα και τα διάφορα έπιπλα του σπιτιού.
Αν συνεχίσει έτσι, θα καταλήξει
πεταμένη εφημερίδα μα παλιές ειδήσεις
στο δρόμο.

[Στο γύρισμα της μέρας, σελ. 34 | 1992]

View original post