Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Σχέδιο/Artwork: Νίκος Δεληγιάννης

Ο βοσκός 

Ο βοσκός τα πρωινά λειβαδότοπους, βουνά αγναντεύει,

στων ρεμβασμών τις σιωπές το λιόγερμα αφομοιώνει,

των ζωντανών το τρίχωμα κουρεύει, το γάλα ζουπιχτά μαζεύει

να φτιάξει βούτυρο, τυρί.

Η χρησιμότητα, της ομορφιάς τα βλέμματα αποσπά!

Μα ο βοσκός ντρέπεται! Κατώτερο τον θεωρούν˙

γυναίκα δεν σταυρώνει!

Και οι χωρικοί καλύτερα στον Τάρταρο! Παρά βοσκοί.

Ποιός δεν θα πήγαινε βοσκός,

αν λυγερές στους λόφους ανεβαίναν,              

παγούρια να μοιράσουνε σε διψασμένων χέρια;

***

Φρούτων χυμούς

Φρούτων χυμούς ο χρόνος να ρέει

σε στάχυα, θερμοκήπια, μποστάνια, ελαιώνες,

αργά η συγκομιδή να γίνεται με ξάπλες στους λειμώνες.

Καπνό, λάδι, κρασί στις πληγές να βάζουμε, 

νερό μπόλικο στο σώμα το ιδρωμένο από άσκηση, 

από φιλιά,

συζητήσεις ατέρμονες μετά του ήλιου την ήττα,

ροχαλητά τα πρωινά θα δονούν

σε κοινότητες αγροτικές, κοινοκτημονικές,

με βιβλιοθήκες και έρωτα ελεύθερο.

Νίκος Μιτζάλης, Δύο ποιήματα

Νύχτα

Τη νύχτα που κάνουν λιγότερο θόρυβο οι αλυσίδες μας

και το φέγγος των προσώπων είναι μεγαλύτερο

η πόλη της ασφάλτου φωταγωγείται

ανασαίνοντας έρωτα με θάνατο

Στο σκοτάδι φαίνεται κάπως πιο ωραία

καθώς σκεπάζει την τραχιά ασχήμια της

με μανδύες από νέον

Μπορούμε έτσι να την περιδιαβούμε ευκολότερα
με καινούργια μάτια 

αποφεύγοντας μπλόκα και κακοτοπιές 

πάνω από στέγες και ταράτσες 

σουλατσάροντας σε ξέφωτα και πολύβουα σοκάκια 

γεμάτα με πέτρινα πηγάδια ευχών κι επιθυμιών 

με θελκτικές νύμφες-χαρτοκλέφτες για συντροφιά 

πασαλειμμένες με μπογιά και επιτήδευση 

που ανελύπητα μας τσαλακώνουν 

Προσπαθούμε να της μοιάσουμε 

να γίνουμε απ’ το ίδιο υλικό εξευμενίζοντάς την

καταλήγουμε όμως πάντα σε ένα λόφο ξημερώματα 

να πηδάμε στο κενό 

να μιλάμε για φευγιό 

και για μια άλλη πόλη.

***

Προς επίδοξους αρχιτέκτονες

Φωνές που διασταυρώνονται, ξεμακραίνουν και σκορπίζουν

ξεπηδούν από ημερολόγια αποδημιών

γίνονται ταμπελίτσες μπροστά σε άδειες θέσεις

γυμνά καδράκια σε άσπρους τοίχους και σε ταφόπλακες

πώς να τις βάλεις στο χαρτί

πώς να τις στριμώξεις μέσα σε τοίχους δωματίων

σε κλιμακοστάσια, σε αίθρια και σε ογκοπλαστικά μορφώματα

άσε τον ερπυσμό να σε κατευθύνει

κι όπου σε πάει

σε διαφορετικές γλώσσες

σε διαφορετικά προβλήματα

σε διαφορετικούς μικρόκοσμους

αν μπορείς μετάφερέ τα στο τσιγαρόχαρτο

κι άναψέ το

*Δημοσιεύτηκαν στον “Μανδραγόρα”, Τεύχος 63, Νοέμβρης 2020.

Ένα έτσι, Το παιχνίδι έχει κάποιους κανόνες

Το παιχνίδι έχει κάποιους κανόνες.

Μονάχα αν τους παραβείς

μπορείς να παίξεις το κεφάλι σου σαν

μπάλα από άχυρο και την καρδιά σου σαν

την μονόχορδη κιθάρα του βοριά.

Απάτησε με κάθε σου ματιά κι ως

την ελάχιστη χειρονομία

τον εαυτό σου με κάποιον άλλο

και αρκέσου στο να περιμαζέψεις

το είδωλο που θα περισσέψει

από έναν κοινό καθρέπτη

καταμεσής μια φλέβας από

άνεμο και σκόνη.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/01/29/5267/

Κατερίνα Λιάτζουρα, Από την “Κρεμμυδαποθήκη”

SONY DSC

Οδός Βώκου

Μαρτιάτικο φεγγάρι ανοιξιάτικο στο γιόμα σου γλυκό φεγγάρι. Με ζωγραφιστά κτερίσματα αποκοίμισες την Γκαμήλα στην αγκαλιά σου και έφεξες τη Χαράδρα του Βίκου από ψηλά. Ζαγοριανό καράβι να διαβεί με Αργοναύτες εσένανε και εμένανε. Καλαρρύτες πλήρωμα ξεχασμένο από τον χρόνο. Ούριος άνεμος φύσηξε στη Σκάλα του Βραδέτου, για να αφεθείς στου Λάμπρου το τραπέζι και εκεί για άλλη μια φορά να ξεχαστείς να παραγγείλεις ένα και άλλο ένα και το χρέος σου να κάνεις μέχρι γλυκά το σούρουπο εσέ και τον δρόμο να ζεστάνει. Καθώς ο Αώος με των Βαΐων τα Δαφνόφυλλα χάρτινα φίλτρα θα δοξάσει, που λαχταρίσανε πλύση με βενζίνη ή και φύσημα την επιθυμία να εμποδίσουνε, εσύ απλόχερη ευχή θα δώσεις στης Κηπίνας την Μονή, όπου διαύγεια σου ήρθε ξάφνου πως πλήρωμα δεν υπήρξαμε ποτές, μα αερικό αντρόγυνο που στου Ναπολέοντα την μπίρμπα κρασάτη κούπα τσούγγρισε και εκεί, μες των ματιών σου τα ουράνια τόξα βυθισμένη από τα χείλη μου ανοιξιάτικος χείμαρροςξεχύθηκε η ευχή, να μην τελειώσει το ταξίδι της προσμονής, μα τώρα εξαρχής να ξεκινήσει.

***

Μανίκια

Να χαθώ έτρεξα σε κρησφύγετο μυστικό. Εκεί στο λιβάδι, μακριά, στη σκιά της Σκοτεινής, δρόμος με πέρασε από τον Μύλο του Γαμία και πάνω από γέφυρα ετοιμόρροπη ξύλινη με οδήγησε σε πηγή αθέατη με νερό και αλάτι, τις πληγές μου να γιάνω. Δείπνο βασιλικό μου πρόσφερες σε καφενείο χωρικό, αβγό σφιχτό και στραγάλι, μαζί και κρασί από την καρδιά σου. Εικόνες γνώριμες, γνωστές από τις μνήμες της νοσταλγίας ή και της επιθυμίας αναδυόμενες. Και εκεί το ρολόι των κριμάτων μου αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά τού χρόνου, για να ξεχάσει να μας υπενθυμίζει υστερόβουλα πως αιώνιοι θα είναι οι εφιάλτες.

*Από τη συλλογή “Κρεμμυδαποθήκη”, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτιος 2020.

Δήμητρα Καραφύλλη (1947-2014), Τρία ποιήματα

Herme Pato, Madrid 1940

Βρεγμένη γάτα

Αγωνία στην εξέδρα

κάτι ωραίο ετοιμάζουν

οι κριτές από την έδρα

αποφάσεις νίκης βγάζουν.

Ως γνωστόν τα σπονσοράτα

δεν βραβεύουν επιδόσεις

φεύγεις σαν βρεγμένη γάτα

αν δεν έχεις να λαδώσεις.

***

Αέρα

Μη μου βάζεις τραχηλιά

έχω στο λαιμό ελιά

Νόστιμη και πιπεράτη.

Θέλεις να στη δείξω;

Νάτη!

***

Ανδρών επί φανών

Στην Ξένη Σκαρτσή

Τίποτε δεν έχει αλλάξει, παρεκτός…

Σβέλτος, ηλιοκαμένος, γελαστός

ο τροχονόμος της γειτονιάς μου.

Πόσο πιο βολικό το τζόκεϊ καπελάκι

από το σκληρό πηλίκιο.

-Καλημέρα κυρία, ευχαριστώ.

Πριν σταματήσω καν στη διαστάυρωση

Καθαρίζει και τα τζάμια.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας”, εκδ. “Αρκαδικός Κήρυκας”, Αθήνα, 2013.

Αργύρης Μαρνέρος, ”Έχει πολύ δρόμο ακόμα /Το όρθιο θηλαστικό να γίνει άνθρωπος”

Επιμέλεια: Ειρήνη Καραγιαννίδου

Ο Αργύρης Μαρνέρος είναι ένας μοναχικός καουμπόι της ελληνικής ποίησης.  Αντισυμβατικός από την αρχή της διαδρομής του, -χαρακτηριστικό του που του στοίχισε μια “καλή” θέση στην τεχνικοποιημένη λογοτεχνική κλίμακα που ο καθείς έχει στο νου του-, σε μέρες που η κοινωνία βολοδέρνει χειμαζόμενη, το μελανί του φωνάζει.

Ντροπή δεν είναι κάποιος να σου πει

Άντε ρε Καραγκιόζη ντροπή είναι

Κάποιος να σου πει άντε ρε Χατζηαβάτη 

Γιατί αυτό σημαίνει πως την είδε

Την καμπούρα σου αυτή που έχεις κρυμμένη

Με επιμέλεια περίσσεια μέσα στις υποκλίσεις.

Γεννήθηκε στο Δοξάτο Δράμας το 1941. Τέλειωσε το γυμνάσιο του χωριού του το 1960 και την άλλη χρονιά -με το πρώτο μεταναστευτικό κύμα- έφυγε για την Δυτική Γερμανία, δουλεύοντας σε διάφορα εργοστάσια και παρακολουθώντας το βράδυ μαθήματα γλώσσας. Μετά το 1968 σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το 1973 παράλληλα με τις σπουδές του, πήρε το δίπλωμα του ξεναγού από την τοπική σχολή Θεσσαλονίκης και αργότερα και από της Αθήνας.

Πλαστικό μου λουλούδι ανέραστo

Ό,τι μυρίζει ανθρώπινο μυαλό

Δεν είναι πάντα θησαυρός για τις αισθήσεις.

Στις πόλεις αυτές όπου ζει και γράφει, κατεβάζει τα βιβλία του στο πεζοδρόμιο, στην βιβλιοθήκη μπροστά στην Πανεπιστημίου, σε συναυλίες και σε μπουάτ ως αντίδραση στα εμπορικά κυκλώματα των βιβλιοπωλείων.

Εγώ υπήρξα πάντα ζωόφιλος

Αγαπητέ μου έλα μέσα

Στην κουζίνα να σου δείξω

Πόσο τρυφερά πόσο απαλά

Τα πλάθω εγώ τα μπιφτέκια.

Με έμφυτη τάση για πολιτικολογία και κριτική στους κυβερνώντες και με σκωπτική διάθεση για τα παράνομα καμώματα των “μεγάλων”, από την σατιρική του πέννα δεν ξεφεύγει κανείς και τίποτα.

Σήμερα είναι της Αναλήψεως

Είπε ο γραμματέας στο Δεσπότη

Την ώρα που έφευγε βιαστικά

Καλά που μου το θύμισες παιδί μου

Πρέπει να φύγω αμέσως για την τράπεζα.

Αριστοφανικός, εύστοχος και διαχρονικός, τυπικός “εκπρόσωπος”  του μέσου Έλληνα, τοποθετεί συχνά στο στόχαστρο την καλή κοινωνία της εποχής, η οποία δείχνει να νομίζει πως μπορεί να κάνει τα πάντα με το χρήμα και την θέτει σε αντιπαράθεση με την δήθεν κακή κοινωνία, η οποία αποτελείται από φτωχούς και ταπεινούς ανθρώπους, καταδικασμένους σε μια κατώτερη ποιοτικά ζωή.

Θέλουμε ποσοστά

Απ’ το γάλα μας

Φώναζαν τα πρόβατα

Θα είμαι πιο γενναιόδωρος

Μαζί σας είπε ο τσέλιγκας

Θα σας δώσω ποσοστά

Από το κρέας σας.

Ο ίδιος ο ποιητής ξεδιπλώνει τον δικό του εσωτερικό κόσμο και μέσα από το πάντοτε “συμβουλευτικό” του ύφος, κατακρίνει την απερισκεψία και την πλεονεξία, ενώ ταυτόχρονα θέτει υπαρξιακά ερωτήματα και προβληματισμούς με σκοπό να βάλει σε σκέψεις το αναγνωστικό του κοινό.

Τώρα το ξέρω

Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή

Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια

Που βρίσκονται μπροστά μου

Πρέπει να αγαπήσω ξανά

Κάθε μικρό κομμάτι

Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά

Όμορφα δεν είναι μόνο

Τα απείραχτα πράγματα

Και τα σπασμένα αγάλματα

Έχουν τη δική τους τη χάρη

Και ίσως είναι αυτά

Που πιο πολύ μας μοιάζουν.

Με χιούμορ σαρκαστικό λοιπόν, καταλυτικός και ανατρεπτικός, με κάθε κουβέντα του μαχαίρι, ταράζει τις κομματικές λογικές όχι μόνο με τα ποιήματά του αλλά και με τα κολάζ που δημιουργεί, τις ανασυνθέσεις, όπως τις ονοματίζει ο ίδιος.

Ιδιαίτερη υπήρξε η σχέση του ποιητή με τον Νικόλα Άσιμο. Ο Αργύρης Μαρνέρος γνωρίστηκε με τον τραγουδοποιό το 1970, όταν και οι δύο ήταν φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής στην Θεσσαλονίκη.

Ποιος ήταν αυτός ο καβαλάρης της κιθάρας

με το μαστίγιο να χτυπάει δεξιά κι αριστερά;

“Ήταν γύρω στο 1970, εποχή εσωτερικής αναταραχής και εξωτερικής ταριχευμένης ησυχίας. Ο Νικόλας είχε οργανώσει μία θεατρική ομάδα – ήταν μια ευκαιρία να ξεθάψει ή να θάψει πράγματα επί σκηνής.  – και ανταμώναμε στο υπόγειο της Φιλοσοφικής, που ήταν χώρος για πρόβες και για συζητήσεις.”

Τότε λοιπόν, την εποχή της δικτατορίας, τα ποιήματά του ” Έλα Κουτέ να γίνουμε Φίλοι” και ο “Μαραθωνοδρόμος”,  μελοποιήθηκαν από τον Νικόλα Άσιμο.

“Ο χρόνος της επταετίας, ήταν ένα ξεροχώραφο, όπου ο καθένας άνοιγε το πηγάδι του για να ξεδιψάσει. Ο Νικόλας έσκαψε με την κιθάρα του το χρόνο, μέχρι να ανταμώσει το νερό του.” 

Δέκα δραχμές το καριοφίλι

Τα γιαταγάνια δωρεάν

Έλα κουτέ να γίνουμε φίλοι

άσ’ το για άλλους το εάν!

“Τα γεγονότα είναι πάντα ρευστά, μάλιστα μερικές φορές, μέχρι να δέσουμε τα κορδόνια απ’ τα παπούτσια μας, μας έχουν ήδη ξεπεράσει. Οι αντιπαραθέσεις είναι σκόπιμα σενάρια, που ξεκινούν από τα παρασκήνια, αλλά επάνω στη σκηνή το αίμα δεν είναι χυμός από ντομάτα. Το ποίημα είναι ένα χέρι φιλίας, που απλώνεται για να παραμερίσει τα παραμύθια, αυτά που χτίζουν οι ξαπλωμένοι πάνω σε βελούδινα μαξιλαράκια.”

Κάμποσα χρόνια μετά τον θάνατο του Άσιμου, ο Αργύρης Μαρνέρος έγραψε άλλο ένα ποίημα, αυτή τη φορά αφιερωμένο στον φίλο του:

[…]

Κάθε φορά που το Αυγουστιάτικο φεγγάρι

μας λούζει με το ασήμι του, Νικόλα Άσιμε

σπάω στο μέτωπό του 

μια στάμνα με κόκκινο κρασί

για να ‘ρθει η ψυχή σου τα μεσάνυχτα

να ξεδιψάσει

Χοή μνημόσυνη από τον φίλο σου Αργύρη

Χρόνια φοιτητικά

Άσβεστες μνήμες, Νικόλα.

“Για πολλά πράγματα μπορείς να μιλήσεις για ορισμένο χρόνο κύησης, όμως άδικος κόπος να ρωτήσεις πόσο χρόνο χρειάζεται για να γεννηθεί ένα ποίημα. Ποτέ δεν μπορείς να προσδιορίσεις με ακρίβεια την αφετηρία του γαμέτη. Η στιγμή της γέννησης ορίζει την αρχή, όμως μια πλασματική αρχή. Είναι μια σύμβαση με τον χρόνο, όπως τα πάντα είναι συμβάσεις, ό,τι αφορά την αρχή και το τέλος των πραγμάτων και ειδικά αυτών, που έχουν σχέση με την τέχνη. Μακάρι να ξέραμε πόσα έργα θάφτηκαν μαζί με τον δημιουργό, αυτά που δεν πρόλαβε, ή αυτά που δεν θέλησε να ξεθάψει η ψυχή του”

Το βιβλίο “Σχολείο και Τέχνη: Αργύρης Μαρνέρος”, εκδόθηκε το 2010 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και αναλύει την σχέση του Σχολείου με την Τέχνη παρουσιάζοντας παράλληλα την εικαστική δουλειά του Αργύρη Μαρνέρου

Αν δεν έχεις μπλέξει στη ζωή σου με γιατρούς, παπάδες, δικηγόρους, είσαι ευτυχής, συνηθίζει να λέει.

Σσσσσσσσ

Ησυχία

Γιατί ο γιατρός

Ψιθυρίζει στο αυτί

Τις τιμές

Σσσσσσσσ.

Τίποτα δεν φαίνεται ν´ αλλάζει θεματικά στην ποίηση του Αργύρη Μαρνέρου. Σαρκασμός, πίκρα, αγανάκτηση.

Και στο βάθος εκείνος ο λυρισμός, ο καλυμμένος από σκληρό περίβλημα. Στοχάζεται μελαγχολικά ο ποιητής, όμως δεν κλαυθμυρίζει, δεν απεραντολογεί. Με τα λίγα λέει πιο πολλά απ´ όσα κρύβονται στον πάταγο των λέξεων.

Ο ποιητής που θα γυρίσει τις πλάτες

Στο θόρυβο και τις οσμές της αγοράς

Όσο και να βουτήξει την πένα του

Στον ουρανό το γαλάζιο απ’ τα ποιήματά του

Θα λείπει το άρωμα του ιδρώτα

Και εκείνο το ανθρώπινο αχ που

Το δανείζονται ακόμα και οι θεοί

Γιατί αλλιώς τα αγάλματά τους

Θα ήταν μόνο πέτρες σκαλισμένες.

Σας ευχαριστούμε

Σας περιμένουμε ξανά

Έχουμε καιρό για το ξεπούλημα

Χειροκροτείστε.

Κεντρική φωτογραφία και φωτογραφία επιλόγου: Μανώλης Νταλούκας

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://1-2.gr/2018/03/06/afieroma-ston-argyrh-marnero/?fbclid=IwAR0naDAbm2hZPAEZUCVqRlyFQ9E4mArveWrMZfG23KUWx-zRzHlyTh9VlWU

Πρόλογος σε κάθε πιθανό μέλλον | Βασίλης Πανδής

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focus

3.

Έτσι σε δάση ψιθύρων βαθιά
σε όλους της παραφοράς μου
τους βυθούς
σε γνώρισα

κι από την εξορία του στήθους
φέρνω και πάλι τώρα τη φωνή
εντός σου
να ριζώσει

***

4.

Άξιζε τόσες μυριάδες χρόνους
στο ακόνι της θάλασσας
μόνος
να μείνω
μια τέτοια γλώσσα
για να πλάσω

άξιζε μόνος
για τη μόνη γλώσσα
που μπορεί
να σε δεχτεί

που μπορεί
να πει
κάτι τόσο μικρό
όσο και τούτο

***

6.

Αίμα μου φυλακή μου
πώς γίνεσαι
λάμψη της αβύσσου
πώς

και τι κρυφές διαδρομές
του νερού
κάτω απ’ το χώμα
της φωνής σου

απείθαρχα ποτάμια
σε ζουν
απείθαρχα
με κυλούν

στο χαμό μου με πάνε;

View original post

Adelaide Ivanova, Δύο ποιήματα

για τη λάουρα

το 1998 όταν βρήκαν 

το γκέι σώμα του μάθιου σέπαρντ 

το πρόσωπό ίου είχε αίματα παντού 

εκτός από δύο μικρές λωρίδες 

κάθετες

στα σημεία όπου είχαν κυλήσει 

τα δάκρυα του 

εκείνη τη μέρα ο ποδηλάτης 

που τον βρήκε δεν

κάλεσε την αστυνομία αμέσως μόλις τον είδε

γιατί το σώμα του μάθιου

ήταν τόσο παραμορφωμένο

που ο ποδηλάτης νόμισε πως είχε δει

κάποιο σκιάχτρο

το περασμένο σάββατο στο σάο πάουλο 

μια ομάδα αντρών

και δύο μπάτσοι σκότωσαν τη λάουρα

αφού βέβαια πρώτα

τη βασάνισαν η λάουρα

όσο ήταν ακόμα ζωντανή έγινε αντιληπτή

από έναν άλλο τύπο

που βιντεοσκόπησε

κι ανέβασε στο γιουτιούμπ το βίντεο

μιας λάουρας σε σύγχυση

και ποια δεν θα ‘ταν

αν είχε αίμα στο στόμα και στο πίσω

μέρος του φορέματος;

η λάουρα έχει ένα σώμα

κι ένα όνομα που της ανήκουν

λάουρα ντε βερμόντ (παρούσα!)

δολοφονήθηκε

απ’τους άντρες

το κράτος

και την αδιαφορία μας 

στα δεκαοχτώ της χρόνια 

κάποιο σάββατο.

***

ο γύπας

σώμα του εγκλήματος είναι 

μια έκφραση που χρησιμοποιείται 

όταν υπάρχει

παραβίαση του νόμου κι εντοπίζονται 

επί τόπου πειστήρια της εγκληματικής 

πράξης

μετατρέποντας το σώμα 

σε τόπο και το έγκλημα 

σε προσδιορισμό εξακρίβωση 

σημαίνει να δεις και να 

σε δουν (το ίδιο ισχύει 

και με τις γιορτές)

ξαπλωμένη πάνω σ’ένα φορείο με

τέσσερις γιατρούς γύρω μου

να συζητούν ταυτόχρονα

για τους βλεννογόνους την απεργία

την έλλειψη ποτηριών μίας χρήσης

και ν’ αποφασίζουν ανάμεσα στ’ ανοιχτά μου

πόδια αν μετά την

εξέταση θα πάνε όλοι μαζί σε κάποιο μπαρ

ο γιατρός της ιατροδικαστικής 

υπηρεσίας έγραψε την έκθεσή του 

χωρίς να με κοιτάξει κατά πρόσωπο 

μιλώντας ταυτόχρονα στο κινητό

τόσο εγώ όσο κι ο γιατρός έχουμε σώμα 

και τουλάχιστον κάτι ακόμα κοινό.

μας αρέσει να μιλάμε στο τηλέφωνο και να πηγαίνουμε σε μπαρ

ο γιατρός είναι ένας άνθρωπος 

που ασχολείται με νεκρούς και ζωντανές γυναίκες 

(τις οποίες αποκαλεί αποδεικτικά στοιχεία) 

με αντικείμενα.

*Από τη συλλογή “το σφυρί”, Έκδοση Τεφλόν, Αθήνα, Νοέμβρης 2020.

**Μετάφραση: Peter Constantine, Σπύρος Πρατίλας.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Από το “Συμεών Βάλας”

[Πείθομαι, Αρχοντα· και προσμετρώ το δράμα άδυτων νυκτών. Δέχομαι το μέρισμα της πέτρας στο ερπετό σκοτάδι καί ιστορώ την ακατόρθωτη φωνή που θέλησε να σχεδιάσει ο έγκλειστος στην Ιερά Μονή του Σαγματά -περί το έτος χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ- Βάλας Συμεών. Εξ ου και μαίνομαι, Άρχοντα, τον κύμβαλο ρυθμό κρείττονος λόγου σέ τόνους ασυνήθιστους· και εκχωρώ ανέστιο το σπάραγμα στον μύθο της συνθέσεως.]

Ποιος Υπηρέτης ερεβνός στοχάζεται, Άρχοντα, την κάτεργη σκηνή σε όλο το δωμάτιο, ποιος λύκος διάδοχος: [ένα κομμένο πόδι φως χωλαίνει στίγματα στο δάπεδο.] Εγώ, ο Βάλας Συμεών, πέτρα σκληρό που ξέσπασα από τα σπλάχνα της μητέρας μου πριν είκοσι εννέα έτη και έκπτωτη κραυγή που μέτρησε το μέσα της απόστασης στο βρέφος σώμα, εγκάτοικος μιας σάρκας Αρνητή όπου ο κτήνος άνθρωπος πληροί την πληγή καταγωγή του, για να μιλήσω το Κακό που ευλογήθηκα εξ Υμών, και έχω πράξει, επικαλούμαι την παράφορη εξουσία του πνεύματος: ό,τι γραφής το τρωκτικό πρόσωπο και σκοτάδι.

[Αδύτου μηνός. Νύκτα πρώτη.] Ότι αγρυπνούσα ύπνο ερπετό τον πυρετό οφθαλμό κι’ επάνω μου κρεμότανε σπαθί γυμνό στην αιχμηρή του ακινησία. Κι’ αίφνης ο λόγος κραύγασε στήθος ανάσες στη φωνή μου: «Και αν αίμα· και αν όψη· και αν μένος που υπέφερα άνανθο ξύλο τον τροχό κατά τη δαίμονα φορά του, θυμήσου: Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: “Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη· αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει”».

                            c

Φαντάσου στο τζάμι: το καρνάβαλο σκυλί και το διπλό φεγγάρι.

*“Συμεών Βάλας”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιανουάριος 2010.

Δήμητρα Κουβάτα, Δύο ποιήματα

Η ΔΕΝΔΡΟΚΟΜΟΣ

Στον κήπο μου να φύτρωνε εξάπαντος το κλήμα 

το αναμενόμενο, ας φύονταν σειρές 

η κερασιά, μία ελιά και άλλα καρποφόρα, 

που εξαρχής για ομορφιά τις επαινούν, 

μετά για όλα τα χρειώδη.

Πελώρια να ’χα μια βελανιδιά, να γίνει 

αυτή η αλύγιστη στο σπίτι μας, 

η ισοβίως μόνη.

Και μια ιτιά να έβγαινε, μία κλαίουσα 

να κλαίει καυτή όταν χρειάζεται 

να μένω εγώ αδάκρυτη, 

αστέναχτη κι ωραία.

Έτσι να ζω.

Καταμεσής στα δέντρα. Μαζί με τα πουλιά.

Κι ας φθίνουν οι οπώρες τους.

Κι ας φθίνουν κι οι δικές 

μας.

***

ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ

στην πόρτα

μια μυρωδιά από κλειστό κουτί 

όρθια

με περίμενε. 

άργησες.

παντού ζάχαρη νοτισμένη. 

άνοιξες τα παράθυρα; 

τους γείτονες χαιρέτησες; τα δέοντα, 

ιδιαιτέρως στους απόντες.

με βόμβο εντόμου καλοκαιρινού 

όρμηξα προς κάθε τζάμι 

που χτυπά

και πέταξα από το πρώτο άνοιγμα 

το αρθριτικό μου σέρνοντας ποδάρι.

απλώς, η κληρονομικότητα, 

ήρθε ξανά το πόρισμα.

*Από την Ενότητα “Φερτά υλικά” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Καθαρό οινόπνευμα”, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2020.