Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Αντίδοτο

Πέρα από τον έλεγχο, σε ξεπερνά λες

Πέρα από όσα γνώριζες, ανοίκειος τρόμος

Πέρα από όσα έμαθες, ανεπαρκές όλον

Η μικρή σου πόλη, βυθίζεται στην κινούμενη άμμο

Συνοδοιπόρος μέχρι χθες, ύποπτος τώρα.

Στάσου μια στιγμή, μη ξεχαστείς, προχώρα. 

***

Φευγαλέα παρουσία

Τη φευγαλέα σου αίσθηση με κόπο φύλαξα

σαν να ήθελα το χρόνο να  γελάσω, τη στιγμή να βαλσαμώσω. 

Τη μαγεία της αφής ο νους δε συλλαμβάνει, 

ως να ήθελε να διαφύγει κι αυτή της πραγματικότητας

Τη δύναμη των ανείπωτων λόγων μας 

που αμήχανα στέκονταν με τα χέρια νευρικά, 

πώς ο ήχος της φυγής σου εξασθένησε, 

αφήνοντας το μούδιασμα στα χείλη

Εάν, όπως λένε, την παρουσία του Άλλου αφουγκράζεσαι, 

τη μορφή του μέσα στα πλήθη αναγνωρίζεις,

Άγνωστοι σαν σμίξουμε, 

τη στιγμή φοβάμαι μη προσπεράσω, 

το κάλεσμά  σου μη παραγνωρίσω

Γιάννης Ζελιαναίος, For Those…

Με το πιστόλι στον κρόταφο!

Για το τελείωμα και τρομερό πέρας της θεσφατιάς.

Για το άγγιγμα στο χέρι, 

του διαβόλου το δεινό.

Για το σάλιο μου που δε λέει να ερημώσει.

Για τις άστοχες προτάσεις που κλώθανε μια ανερμάτιστη σκοταδιά 

Και για τα χέρια μου που δε λένε να σταματήσουν το μίσος.

Για τα μάτια μας που πάντα θα μας τσούζουν.

Είτε από το δάκρυ, 

είτε από την αηδία, 

είτε από την γαμημένη παραίτηση των πάντων.

Για τους ποιητές που συνεχίζουν 

να είναι η κοροϊδία των θνητών.

Για τους ποιητές, 

που πάντα θα υποφέρουν.

Όχι γιατί πρέπει,

*Από τη συλλογή “Άννα”, εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2005.

4 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Γυφτοπούλα στο Χαμάμ
…τα μεγάφωνα σκορπούν το τραγούδι σ’ όλους τους έγκλειστους,
είναι Κυριακή
έξω από το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου, ένα σκουρόχρωμο κορίτσι χορεύει,
αν προσέξετε καλά την εικόνα, κάπου θα πάρει το μάτι σας και ’μένα να σβήνω τις μέρες μου…

***

Στην έξοδο

Περιφέρω το κορμί μου στους δρόμους
αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός
κυοφορείται πλάι πλάι με τα σπλάχνα μου
η ματιά ντυμένη χίλιες δυό ικεσίες
εκπέμπει ολοένα και πιο έντονα το μήνυμα
απασφαλίσατε
Γύρω μου κόσμος ανυποψίαστος
μ’ ακουμπάει, σπρώχνει, προσπερνά.
Μιά φωνή βραχνή κι αδέξια
ζητάει “ακρόαση Θεού”
σημάδι πως η ώρα κόντεψε.
Οπου να ’ναι τα τηλέτυπα του κόσμου
πυρετωδώς θα κροταλίζουν
για τ’ άνθος που γεννήθηκε
εντός χειροβομβίδος.

***

Ομολογία

Μικρές κι αδύναμες οι λέξεις
να ζωντανέψουν
μιαν ελπίδα
ένα όνειρο, μιά καρδιά.
Μάταιες οι προσπάθειες
κι επικίνδυνες
συχνά φέρνουν το θάνατο
κει που ζωή
κοπιάζουμε να στεριώσει.
Κι όταν -στιγμές- βλέπεις
πως μοναχά…

View original post 71 more words

Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, Ενήλικος

Οι ενήλικοι είναι απασχολημένοι. 

Οι τσέπες τους έχουν ρούβλια. 

Ν’ αγαπήσω; 

Παρακαλώ! 

Ρούβλια εκατό. 

Κι εγώ, 

άστεγος, 

με τις χερούκλες 

στις σκισμένες 

τσέπες χωμένες 

έκοβα βόλτες, με μάτια γουρλωμένα. 

Νύχτα. 

Φορέστε το καλύτερό σας ένδυμα. 

Την ψυχή σας ηρεμήστε στις γυναίκες σας, στις χήρες. 

Εμένα 

η Μόσχα μ’ έπνιγε στην αγκαλιά της 

με τους ατέλειωτους δακτύλιους Σαντόβοε. 

Στις καρδιές, 

στα ρολογάκια 

οι ερωμένες χτυπούν. 

Εκστασιασμένοι οι παρτενέρ της ερωτικής κλίνης. 

Των πρωτευουσιών το χτυποκάρδι τα’ άγριο 

έπιανα εγώ 

στην Πλατεία των Παθών ξαπλωμένος. 

Διάπλατα – 

Η καρδιά σχεδόν έξω – 

Ανοίγω τον εαυτό μου και στον ήλιο και στο λασπόνερο. 

Μπείτε με τα πάθη! 

Με τον έρωτα χωθείτε! 

Δεν κυβερνάω πια την καρδιά μου. 

Στους άλλους γνωρίζω που βρίσκεται η κατοικία της 

καρδιάς. 

Σε μένα όμως 

τρελάθηκε η ανατομία. 

Ολόκληρος είμαι μια καρδιά 

που βροντάει παντού. 

Ω, πόσες 

Ανοίξεις μόνο 

Σε 20 χρόνια φλογίζουν μαζί! 

Το βάρος τους τα’ αξόδευτο – ασήκωτο. 

Ασήκωτο το λέω όχι έτσι, 

για το στίχο, 

μα κυριολεκτικά. 

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Ρωξάνη Νικολάου, Ξένη να ερχόμουν, απ’ αλλού

Photo: Sisters of sorrow by wondermilkygirl (παρμένη από τις Τρενοποιήσεις)

Ξένη να ερχόμουν, απ’ αλλού

σ’ απαλό καΐκι να διέσχιζα

το άγνωστο νερό.

Ηλίανθος μητέρα

πολύεδρο άστρο

σε πόσα λουλούδια 

τραγούδησες

βρύση θνητή.

Ο πατέρας πληκτρολογεί 

στο google τ’ όνομά του

τραντάζοντας με βροντερά φτερνίσματα

τον κορσέ του ύπνου της κοινότητας

ογδοντατεσσάρων χρονών ερωτευμένος 

με τη φευγάτη γη

Όμορφα τα φώτα π’ ανάβουν το σούρουπο

Άκου πώς βαρά το κανονάκι στα περβόλια

εκείνο που σίγασε πριν από χρόνια·

αναμεταξύ των χτύπων αντηχεί 

η περπατησιά του σκιάχτρου

που κοντεύει.

Γιώργος Μπλάνας, Ο γκρεμός

Του λέει το κύμα: Θα σε πάρω στον βυθό μου·

κι αυτός ανοίγει το πανί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον εαυτό μου!

Του λέει η γη: Δεν θα σου δώσω τον καρπό μου·

κι αυτός αρπάζει το υνί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από το ίδιο το μυαλό μου!

Του λέει η φωτιά: Δεν θα σου δώσω την καρδιά μου·

κι αυτός φουρνίζει το ψωμί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τα ίδια τα όνειρά μου!

Του λέει ο κόσμος: Θα χαθείς στην άβυσσό μου!

κι αυτός αρπάζει ένα κλαδί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον γκρεμό μου!

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://www.culturebook.gr/poem-of-the-week/giorgos-blanas-o-gremos.html?fbclid=IwAR3ty4mIh1e4ds1QE629SvO9jQ4Q6vXVdXxQXllxXMu0dmxpmQZU8NfmcxA

Χαρά Παπαδοπούλου, Απροσδόκητη συνάντηση

Artwork: Martin Lewis

Μια μέρα συνάντησα την αλήθεια μου. 

Πήγαινα να ψωνίσω στο σούπερ μάρκετ.

Τη ρώτησα αν ήταν καλά στην υγεία της.

Κι εκείνη μου απάντησε:

«Καλά, εσείς;»

Κι εγώ της λέω:

«Τι περιττός πληθυντικός!»

«Γιατί; Δεν είναι ταιριαστός με την ηλικία σου; 

Ή μήπως δεν έχεις το κύρος της τιμής του;»

«Μπα! Τι ξαφνική οικειότητα είναι αυτή;

Εσύ τόσα χρόνια παρίστανες την άγνωστη. 

Μου μίλαγες σαν να ’μουν καμιά ξένη.

Κι ούτε με άφηνες καν να σε συναντήσω.

Κι ούτε έπαιρνες από παρακάλια και λυγμούς. 

Και τώρα σου θυμήθηκε να μ’ εμψυχώσεις; 

Καθάρισες, νομίζεις, με το νεόκοπο ενικό σου; 

Τι να την κάνω την ψεύτικη εκτίμησή σου; 

Εγώ ήθελα την αλήθεια μου στο πλάι μου».

«Τότε να μου είχες καταργήσει τον πληθυντικό νωρίτερα.

Λες και δεν ξέρεις πόσο απεχθής μου είναι

Η σεμνοτυφία».

Με πήρε αγκαζέ και πήγαμε μια μικρή βολτα στο πάρκο.

Μετά είχα να γυρίσβ για χ]ψώνια.

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσεις_των_άλλων, 2016.

Λίνα Βαταντζή, Αδράνεια

Οι καρδερίνες κελαηδούσαν

την παγερή ανατολή χθες – 

σήμερα λευκή σιωπή

καλύπτει ουρανό, γη

και τα στέκια των πουλιών 

χωρίς φωλιά.

Κρύφτηκαν τα σπουργίτια

της πόλης –

τώρα που 

ο χειμώνας έγινε χειμώνας

κανείς δεν φαίνεται.

Πού κατέφυγαν 

οι ασκεπείς ψυχές

τώρα που ο χιονιάς 

κατακτά τον χώρο;

Ίσως μια ανάσα ζεσταίνει 

την ύπαρξή τους –

ποια μεγαλόψυχη καρτερικότητα 

θα συγχωρεί 

την ψυχρή αδράνειά μας.

Ελίνα Αφεντάκη, Απεταξάμην

Εικόνα: Wolfgang Lettl – Από https://www.arteehistoriaviajandoporelmundo.com/

Τους χειμωνανθούς,

τα χρέη, 

τα χάχανα,

το χιόνι του Σαπόρο,

τα περσικά χαλιά του αθώου αίματος, 

το χιλίαρχο που μιξοκλαίει,

το χυλό των ηττημένων,

τη χορωδία των νικητών

Όλα…όλα πάρτε τα μακριά μου!

Μονάχα τις χίμαιρες και τα χαϊκού αφήστε .

..ίσως και  λίγο χόρτο για να βγάλω το χειμώνα.

Εδραίωση συνείδησης, επανάσταση όχι εξέγερση

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΖΑΣΗΣ

Όσοι πιστεύετε σε μιά κοινωνία που δεν θα ζητά πολλά από τα μέλη της, όπως ζητά η εκμεταλλευτική κοινωνία από τους υπηκόους της αρρωσταίνοντάς τους, μην έχετε απαιτήσεις από τους ανθρώπους, εφ’ όσον δεν προτάσσετε αυτό που θα κάνει εφικτές τις απαιτήσεις σας από αυτούς.

Τα ζώα δεν εμποδίζουν τις εκφράσεις τους, ενώ οι άνθρωποι καθηλώνουν τον ερωτισμό τους , με αποτέλεσμα να εγκληματούν για διασκέδαση. Εκεί τους οδηγεί ο έναντι των ζώων περίσσιος νούς τους;

Περιμένετε ένα στραβοπάτημα του εκμεταλλευτικού πολιτισμού, ένα αυτογκόλ, για να προσεταιριστείτε τους αρρώστους που τον στηρίζουν, χωρίς να σας ενοχλεί η ευκαιριακή , κάλπικη προσχώρησή τους στους κόλπους σας˙ πράγμα που αποδεικνύει την αναποτελεσματικότητα των κινήσεών σας, καθώς και την ανικανότητα της διά του λόγου σας πειθούς.

Τα θέλγητρα των αντιπάλων μας είναι ο υλικός πλούτος και η εξουσία του ατόμου˙ δηλαδή η κυριαρχία του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο. Εσείς ποιά θέλγητρα έχετε; Την νερόβραστη χριστιανική, βουδιστική αλληλεγγύη της ειρωνείας  και του ανηκέστως υπερτροφικού υπερεγώ σας;

Οι συνθήκες συλλογικότητας, αυτοοργάνωσης, δικαιοσύνης, ισότητας που οραματίζεσθε, απαιτούν ως βάση φιλοσοφίας την ηδονή, με προεξάρχουσα την ερωτική ηδονή, που είναι η ηδονή των ηδονών! Πράγμα που εσείς, όπως και οι αντίπαλοί μας, πολεμάτε, και ως βάση φιλοσοφική υιοθετείτε αυτή των αντιπάλων μας˙ δηλαδή, την φιλοπονία της αλγολαγνείας, που οδηγεί στην εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, στην ματαιόδοξη φιλοδοξία, στην εξόντωση ανθρώπου από άνθρωπο.

Η ηδονή προάγει το όραμά σας! Επομένως, η ρήξη μαζί της αποτελεί ασυγχώρητη αντίφαση, η οποία, σας καθιστά αμήχανους, εμφανίζοντάς σας, αδύναμους προς τα έξω. Τόσο εσείς, όσο και οι αντίπαλοί μας, εξιδανικεύετε, ανάγοντας σε αυτοσκοπό και ευχαρίστηση, τα εργαλεία,  που θα καλυτερεύσουν  τις  συνθήκες  ζωής˙ εσείς εξιδανικεύετε, ανάγοντας σε αυτοσκοπό και ηδονή, την κοινωνία της αυτοοργάνωσης, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης˙ εκείνοι εξιδανικεύουν,  ανάγοντας σε αυτοσκοπό και ηδονή, τα υλικά αγαθά˙ αγνοώντας και οι δύο, ότι η ερωτική ηδονή αποτελεί, ταυτόχρονα, εργαλείο που θα μας βελτιώσει και αυτοσκοπό που θα μας πληρώσει˙ και σε αυτό έγκειται η ασύγκριτη υπεροχή της.

Η περίσσια νόηση που διακρίνει το ανθρώπινο είδος, θα έπρεπε να το έχει οδηγήσει από καιρό, σε συνεκτική κοινωνία αλληλεγγύης-κοινωνία βιώσιμη˙ η συνεκτική κοινωνία αλληλεγγύης έπρεπε να αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρωπίνου είδους από το ζωικό βασίλειο, και όχι το ξερίζωμα του ερωτικού ενστίκτου των ανθρώπων, διά το οποίον αυτοί επαίρονται, και το οποίον (ξερίζωμα του ερωτικού ενστίκτου) ξεριζώνει μαζί και την αβρότητα, την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, ενώ το ερωτικό ένστικτο ως θεμέλιο και πεμπτουσία της κοινωνικότητος θα έφερνε αναμφισβήτως, πιο κοντά τους ανθρώπους, βοηθώντας τους ,να ξεδιπλώσουν την μοναδικότητά τους.

Εδώ και χιλιάδες χρόνια εκμεταλλευτικού πολιτισμού, έχουμε κοινωνία αποσύνθεσης, που στηρίζεται στο ατομικό συμφέρον, το οποίον υπονομεύει το κοινωνικό σύνολο, άρα υπονομεύει και τα άτομα που το απαρτίζουν.

Η ικανότητα αμείβεται με την αυθαιρεσία της εξουσίας, με την αδικία της κατάχρησης των υλικών αγαθών, εις βάρος των άλλων (λόγω διακρίσεων, ένεκα ικανότητος ), αντί να αμείβεται (μέσα σε μια γενικευμένη ερωτική διάθεση), με την απλότητα της ανταλλαγής, της μύησης, της συνεργασίας˙ έτσι, ο καθένας προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την όποια ικανότητά του εις βάρος των άλλων. Η κοινωνία των ανθρώπων ξεπερνά σε εγωιστική αδιαλλαξία εχθρότητος την κοινωνία των ζώων. Όσο το ανθρώπινο είδος ακρωτηριάζει τον ερωτισμό του, μη αποδεχόμενο την πολυγαμική, αμφιφυλόφιλη φύση του (η οποία επαναφέροντας την αίσθηση και την σκέψη των ανθρώπων στην φυσιολογική λειτουργία τους, θα αμβλύνει τις οξυμένες από τις παρακρούσεις του μονογαμικού τύφου της εκμετάλλευσης, αντιφάσεις της ζωής, απλοποιώντας την), δεν θα βρίσκει κίνητρο για την ηδονή, την αρετή, την στόχαση, και για μια υγιή κοινωνική οργάνωση (παρ’ όλα τα προβλήματα που θα προκύψουν και σ’ αυτή), που δεν είναι άλλη από αυτή των αυτοδιευθυνόμενων κοινοτήτων, αραιοκατοικημένων, με αγροτικό κυρίως προσανατολισμό, με χαμηλή δόμηση, με ίση κατανομή των υλικών αγαθών (τα οποία θα περισσεύουν, αφού οι άνθρωποι θα ασχολούνται με τα λειτουργήματα του γεωργού, του τεχνίτη, του γιατρού και κάποια άλλα που υπηρετούν το αναγκαίο, έχοντας ελεύθερο χρόνο για ότι τους συγκινεί), με σύνεση επιλογής στην αναπαραγωγή και αντίσταση στο καταστροφικό αδιέξοδο του «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Δεν χρειάζεται ο κάθε πικραμένος να γεννά και να ανατρέφει αναπαράγοντας το πρόβλημά του, για να έχουν δούλους οι πλούσιοι ιθύνοντες, επειδή δεν προλαβαίνουν, δεν μπορούν και δεν θέλουν να τα κάνουν όλα μόνοι τους.

Η ζωή των ανθρώπων θα έπρεπε να ήταν μιά παραλλαγή της ζωής των ζώων, με τις απαραίτητες διορθώσεις της αλληλεγγύης, της υγιεινής, της φειδούς στην αναπαραγωγή˙ η λύση είναι αυτή που δεν αντέχετε να ακούσετε, τόσο εσείς όσο και οι αντίπαλοί μας που από την ίδια ηθική εμφορείσθε.

Η φθίση του ατομικισμού-μικροαστισμού, δηλαδή, η φθίση της εξιδανίκευσης των υλικών αγαθών, καθώς και η διαμόρφωση ολιγαρκών ανθρώπων  που θα αναγνωρίζουν το αναγκαίο (όχι το περιττό), θα αρχίσει από τις ελεύθερες εναλλασσόμενες ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων, σηματοδοτώντας μιά εύκολη, ολιγόχρονη παραγωγική διαδικασία, που θα στηρίζεται στην προστασία (αναγνώριση) του φυσικού περιβάλλοντος, στην συνεργασία και όχι στο αλληλοφάγωμα των ανθρώπων, με απότοκο, τον σίγουρο βιοπορισμό όλων, μέσα στο σύντομο της ζωής πέρασμα.

Μιά παραγωγική διαδικασία η οποία, αφήνοντας ελεύθερο χρόνο, θα οδηγήσει στον ντιλεταντισμό. Επιτέλους! Πότε η ανθρωπότητα θα τελειώσει τα μαθήματά της   ( εκείνα της ατέρμονης ενασχόλησης με τα υλικά αγαθά ) και θα θελήσει να παίξει; 

Η εύκολη, ολιγόχρονη παραγωγική διαδικασία που οραματιζόμεθα (της οποίας η πολιτική έκφραση δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη της άμεσης λήψης των αποφάσεων μέσα από τις συνελεύσεις και τα συμβούλια των εργαζομένων), δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τις ίδιες κλειστές ιδιοκτησιακές ανθρώπινες σχέσεις, που καταλήγουν στο υπάρχον κλειστό ιδιοκτησιακό οικογενειακό καθεστώς, και αποτελούν το θεμέλιο του εκμεταλλευτικού πολιτισμού και της καπιταλιστικής έκφανσής του.

Κάθε ξεσηκωμός, κάθε απόπειρα ανατροπής των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και της άδικης κατανομής των υλικών αγαθών, εάν δεν αμφισβητήσει την μονογαμική αποχή έρωτος και την νομοτέλειά της,  την μονογαμική οικογένεια,  θα μετατρέπεται σε τυραννία, όπως η απόπειρα του 1917 στην Ρωσία, μετεβλήθη σε δικτατορία μιας νέας νομενκλατούρας, αυτής των κρατικών καπιταλιστών.Είναι αστείο που μετατρέπεται σε κακοήθεια, όταν κάποιοι επιχειρούν, να στηρίξουν επάνω στην ατομικιστική βάση της αυταρχικής – μονογαμικής οικογένειας (η οποία, ιστορικά, αποτελεί το θεμέλιο της εκμετάλλευσης και της καπιταλιστικής  έκφανσής της), την συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την δικαιοσύνη που απαιτεί ο κομμουνισμός στην παραγωγική διαδικασία και στην κατανομή των καρπών της στους ανθρώπους. Γι’ αυτό ο Σωκράτης και ο Πλάτων στην “Πολιτεία”, δίδουν μεγαλύτερη σημασία στον κομμουνισμό του έρωτα, ως το κυριότερο αγαθό της πόλης, που θα ενώσει τους πολίτες, παρά στην κοινοκτημοσύνη των υλικών αγαθών.  

Εάν το όραμα μιάς πολυγαμικής αυτοδιευθυνόμενης κοινοκτημοσύνης(ενός παγκόσμιου ελευθεριακού κομμουνισμού που θα εξασφαλίζει, παρέχοντας αφειδώς,   τα αναγκαία διά την ζωήν υλικά αγαθά, αποφεύγοντας την διαστροφική, ματαιόπονη εξιδανίκευσή τους, τις ψεύτικες υλικές ανάγκες, που τόσο ο απροκάλυπτος, όσο και ο συγκαλυμμένος, μαρξιστικός καπιταλισμός προτάσσουν), δεν είναι παρά μιά υπερεκτίμηση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων – μη μπορώντας αυτές να αποτοξινωθούν από το κίνητρο εγκλήματος του χρηματικού κέρδους, ατενίζοντας αισιόδοξα τους ορίζοντες της έννοιας: “δυνατότητα”, που είναι ελευθερία έκφρασης – δημιουργία – τελείωση – τότε το ανθρώπινο είδος, όχι μόνο δεν έχει λόγο ύπαρξης, αλλά εν ονόματι κάθε έννοιας ζωής και δικαίου, επιβάλλεται να εξαφανισθεί, αφήνοντας χώρο στον σύνοικό του,  το ζωικό βασίλειο, το οποίον, όντας λιγότερο ανελεύθερο , λιγότερο αυταρχικό, λιγότερο φονικό από τον άνθρωπο, δεν είναι ικανό για τόσο και τέτοιο έγκλημα!

Για τόση και τέτοια καταστροφή!

Υ.Γ.  Η αποβλάκωση που χαρίζει στους ανθρώπους η οικογενειακή-μικροαστική(ανέραστη-ανήδονη, ατομικιστική) ζωή τους με τα σάπια ιδανικά που καταργούν την χαρμονή, καθιστά αυτούς έτοιμους ανά πάσα στιγμή, να συρθούν από το κεφάλαιο (όταν αυτό το κρίνει σκόπιμο) για άλλη μια φορά, κάτω από τα όπλα˙ συμβατικά, και λόγω διαστροφής ανείπωτης, πυρηνικά.

Φαεινό παράδειγμα, επίκαιρο – άσκηση υπακοής – υποταγής των λαών, πετυχημένη! Ο Κορωνοκαπιταλοϊός!

Εάν οι λαοί είχαν αποκτήσει το επίπεδο εκείνο που χρειάζεται, για να επιβάλλουν, δημιουργώντας, συνθήκες άμεσης δημοκρατίας, ελέγχοντας τους επαϊοντας, ώστε να μη μπορούν (οι επαΐοντες) ανέλεγκτα, ατομικιστικά, στον βωμό της αγοράς και του κέρδους να δράσουν, δεν θα βιώναμε αυτά τα εξευτελιστικά φαινόμενα εξουσίας, όπου μιά χούφτα άνθρωποι, δια του λόγου μόνο, απαγορεύουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια συνανθρώπους τους την κυκλοφορία, και ακόμη χειρότερα,  βουλώνουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους  την μύτη και το στόμα με μια μάσκα, επιβάλλοντας  δικτατορία, δίχως του παττακού τα άρματα μάχης και τους γύψους, χωρίς τάγματα εφόδου, μελανοχίτωνες, μηχανοκίνητα σταλινικά, γκουλάγκ.

Το 2011, όταν διακινούσα την συλλογή κειμένων μου «Ανατολή φυγής», σε ένα από τα καφέ μπαρ που συνηθίζω να διακινώ τα κείμενά μου, ήταν μιά παρέα νέων από 16 έως 20 χρόνων, που με κοιτούσε με αντιπάθεια˙ επεδίωξα διάλογο μαζί τους, και μεταξύ άλλων, ένας από τους νεαρούς της παρέας με ρώτησε: ”Στο βιβλίο σας  που το διάβασα από έναν γνωστό μου, που το έχει πάρει, επαινείτε, ταυτόχρονα, την ζωή και τον έρωτα˙ πώς γίνεται αυτό; Αφού υπάρχει ο κίνδυνος από τον γνωστό ιό, και ο έρωτας φέρνει τον θάνατο”…