Ντέμης Κωνσταντινίδης, Δύο ποιήματα

Τα παντζούρια

Σ’ εμάς δεν πρέπει

ν’ αντικρίζουμε το φως 

ανύπαρκτων αστέρων. 

Κλείνω τα παντζούρια 

κλείνω τον γενικό

κατεβάζω το τηλέφωνο

κι όταν αναμετρώ

τις λάμψεις τους τις απατηλές 

πικρά χαμογελώ

μες στο βαθύ σκοτάδι.

***

Πριν σβήσουνε

Προσκυνητής

σ’ άνισο αγώνα

θανάτου και ζωής

με παγωμένο ιδρώτα

κλέβεις στιγμές να παραβγείς 

κάποτε ωραίος νικητής…

σαν πρώτα.

Όσο γι’ αυτό

έχεις καιρό να δοξαστείς

για τέτοια μην ανησυχείς

και ρώτα

αν πρόφτασε ποτέ κανείς

τους κόπους του να δει ευτυχής 

πριν σβήσουνε τα φώτα.

*Από τη συλλογή “Στίχοι για υγρούς θανάτους”, Νοέμβριος 2019.

Μαρία Πανούτσου, Σπονδές

1.

Σπάσε την στάμνα

Έλα να σβήσουμε τα πρόσωπά μας/

και τα ονόματα γραμμένα 

μόνο στην άμμο/ δίπλα στην θάλασσα/

Άσε να ξεβραστούμε τυχαία 

σε μια παραλία αυτού του κόσμου/

χωρίς ταυτότητα /με αμνησία στο κορμί/

Έλα και πλάγιασε δίπλα μου/ ξένος με ξένη/ 

αλλά με εκείνη την αγάπη  που ζήσαμε/ 

εκείνα τα δευτερόλεπτα/ 

Μην παρασύρεσαι / εκεί είμαι στην γωνία/ 

περιμένω με αγωνία /το απρόσωπο πρόσωπο/

Τον άνθρωπο χωρίς τα λόγια/

Τον άνδρα χωρίς τον σκοπό/ 

Μεγάλωσε  ο χρόνος/ 

και  κυλά ο ουρανός / στα όνειρα μου/

Με μια παντιέρα  ανεμίζω/   

και σημαδεύω  την άφιξη σου/ 

Δεν χάνεται η λέξη που ειπώθηκε/ 

σε μια στιγμή/ 

που το αίμα κυλούσε γοργά/

24/6/2018

*Παρμένο από εδώ: https://hellopoetry.com/poem/2676309/-/

Judith Teixeira dos Ramos, Το άγαλμα

Το λεπτό λευκό σου σώμα

Αιχμαλώτισε τις αισθήσεις μου.

Σ’ ονειρεύομαι,

Θερμαίνεται στη βαθιά νύχτα

Το κρύο, καμπύλο μάρμαρο

Του φωτεινού σου στήθους.

Πόσες φορές μες στο βαθύ σκοτάδι,

Καίγοντας από πυρετό,

Με μάτια βιολετιά σαν πασχαλιές,

Έρχομαι να κρυφοκοιτάξω

Χειρονομίες που ονειρεύτηκα!

Ένα σπασμό αφουγκράζομαι

Να εξομολογείται όλες τις φαντασιώσεις μου.

Ω, Αφροδίτη αισθησιακή!

Θανάσιμη αμαρτία

Των σκέψεών μου!

Ανάμεσα στις στητές σου ρώγες

Κρατάς, τυραννικά,

Το μοναδικό λόγο της σύλληψής μου!”

*H Judith Teixeira dos Ramos είναι μοντέρνα ποιήτρια, ντεκανταντίστα, μορφινομανής και λεσβία. Με το πρώτο της βιβλίο πριν 98 χρόνια τάραξε τη Λισαβόνα. Το ποίημα προέρχεται από την “Ανθολογία της Πορτογαλικής ποίησης” σε μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη (εκδ. Ροές, 2008) και εμείς το πήραμε από τη σελίδα τυ George Katsamakis στο Facebook.

Natalia Castaldi, Tο τραγούδι στον κύκλο του νερού – Επί την ηλίου δύση

Στην άκρη των ματόκλαδων σε λήθη

ξαναγράψε μου των αστεριών τον στίχο

όταν πάνε να εξορμήσουν

ανάμεσα στις περασμένες καταστάσεις

ενός παρόντος με αμνησία.

Μάζεψε τους κονδυλοφόρους μου

και πέτα τους στο ποτάμι

γιατί δεν υπάρχει σπόρος γνώσης

που να μην βλασταίνει μες στον πόνο.

Το φθινόπωρο προχωρά με το ποδοπάτημα των φύλλων

στο πεζοδρόμιο

και είναι ένα βήμα που μόλις ξεκίνησε

επί την ηλίου δύση.

IL CANTO NEL CERCHIO DELL’ACQUA

Al calar della sera

Sull’orlo delle ciglia in oblio

riproducimi il verso delle stelle

quando si vanno a scagliare

tra le ipotesi passate

di un presente privo di memorie.

Raccogli le mie penne

e gettale al fiume

che non c’e seme di conoscenza

che non germini nel dolore.

Avanza l’autunno nel calpestio delle foglie sul selciato

ed e un passo appena abbozzato

al calar della sera.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Τόλης Νικηφόρου, Δύο ποιήματα

ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι 

κοιτάζω εκστατικά

πίσω απ’ τις στάλες της βροχής

ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί

με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες 

μέσα στο χειμώνα

ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια 

για το γατάκι του που πέθανε

για το λουλούδι που μαράθηκε

για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί

με τρύπιο παλτό

που λαχταράει τα ζεστά κάστανα 

την γειτονιά και τους φίλους

την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί

που δεν δέχεται

πως μπορώ να γελάω

όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 

απαρηγόρητο

που θάθελε να φτιάξει τη ζωή 

στα μέτρα της καρδιάς του

***

προειδοποίηση

το αίμα στους υγρούς τοίχους των υπογείων 

το αίμα στο διάτρητο λευκό πουκάμισο

το αίμα που παραμένει κόκκινο

το κρασί της τελευταίας μετάληψης

το κρασί με το απαράλλαχτα ίδιο χρώμα 

το κρασί που μεθάει τον ήλιο

η φωνή που σηκώνεται στους έρημους δρόμους 

η φωνή που συλλαβίζει την ίδια πάντα λέξη

η φωνή που αρνείται να σωπάσει

είναι τα όπλα μου

κι αυτοί οι στίχοι

οι στίχοι που καίνε τα δάχτυλα

οι στίχοι που υπόσχονται το μέλλον

*Από τη συλλογή “αναρχικά, Θεσσαλονίκη, 1979.

“2017” της Μαριάννας Πλιάκου – Κριτική Βιβλίου

Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Οι πληροφορίες που προσφέρουν τα τυπικά στοιχεία μιας ποιητικής συλλογής λογίζονται για τούτο το σημείωμα ρίζες. Και οφείλει κανείς, αν επιθυμεί σε βάθος να αντικρίσει τα πράγματα, να μην περιφρονήσει τις λιτές, βιογραφικές αναφορές της Μαριάννας Πλιάκου. Περιορισμένες στον μέσα κόσμο του εξωφύλλου και ίσως σε έναν, δυο στίχους που ακουμπούν επάνω στον ομιχλώδη κόσμο του Γ. Ιωάννου, χαρακτηρίζονται ωστόσο από μια ασύδοτη πυκνότητα. Τούτο το σημείωμα, λοιπόν εξηγείται όπως συνηθίζει, με μια ιστορία. Επειδή με άλλον τρόπο δεν μπορεί να περιγράψει ή να συγκινηθεί από την ομορφιά που υπάρχει δίχως κόπο.

Πρόκειται για το μακρινό κιόλας 2017, χρονιές που πια δεν μπορούν παρά να υπάρχουν ως τίτλοι και τίποτε. Η οδός Κατούνη, πλάι στο Εβραϊκό Μουσείο της Θεσσαλονίκης που ετούτο το σημείωμα μονάχα κάποιο απόγευμα επισκέφτηκε. Ένα μικρό νησί κάπου στις θάλασσες της Νορμανδίας, τόπος των Άθλιων και έμπνευση του Ρενουάρ σε κάποια εκδρομή στις βορινές ακτές του Moulin Huet. Και ύστερα, μια αίσθηση ερειπίων στην επωνυμία των εκδόσεων Κύφαντα, που με λιτότητα εξηγούνται αποσπασματικά στον προθάλαμο κάποιας συλλογής. Ρωτώ να μάθω πού κατοικούν τα ποιήματα, με μια χαμηλή φωνή, τόσα αστεία που ίσως έσπασε και σε κανένα φάσμα πια δεν υπάρχει. Ένας ήλιος που σηκώνεται, χαρακτήρες ενός έργου, ο πατέρας και η μητέρα, η Δέσποινα και ο Νίκος και ο ίσκιος τους, αφιερωματικοί Κεραμικοί σπασμένοι παντού στην ζωή μας. Ρωτώ και όλοι έχουν χάσει τα μάτια τους. Μιλούν και φέρονται πραγματικά, με ευγένεια, ωστόσο δεν έχουν μάτια και ετούτο έχει να κάνει με την ικανότητα να θυμούνται. Με παίρνει ένας άνεμος, με αρπάζει στο πρόσωπο, ένας παλιός φίλος από την ωραία Καβάλα, ένας Πεισίστρατος ανασύρεται από τα βάθη του πρώτου εκείνου στίχου. Τώρα πια, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Ζήτησα και χάθηκα μες στους λεπτά δουλεμένους στίχους που αποφεύγουν τις διακοσμήσεις, που φέρονται όπως μια γλώσσα καθημερινή. Στα διαλείμματα του ανέμου, έφεγγαν πρόσωπα παλιά, ιερατικά με απέραντη γλυκύτητα προικισμένα. Δίχως ονόματα, γιατί όλες αυτές οι σημασίες πια ξεσταχιάζουν στα ακρολόφια και τις πηγές, έχασαν τα ονόματά τους. Ζουν όπως οι θρύλοι εντός μας Μαριάννα, σκεπάζουν παλιές αυλακώσεις και πίκρες. Μου λες πως πρέπει να αντέχει κανείς κατάματα να αντικρίζει τις συγκινήσεις και πως πρέπει κανείς να μιμηθεί τον τρόπο που οι λέξεις ελπίζουν και ζουν. Θα πρέπει να προχωρήσω, ξεπουλώντας βινύλια, πικάπ, τον ίδιο τον Μάιλς. Θα πρέπει να κερδίσω λέει, ένα παιχνίδι σκάκι, να γίνω ο αξιωματικός, να κερδίσω την καρδιά μιας βασίλισσας, να υπερασπιστώ τους πύργους μου. Να υπερασπιστώ την συντροφική ψυχή εκείνου του χρόνου που κατοικεί πίσω από κλειστά φύλλα. Η πρόζα της βιογραφίας αναλαμβάνει την βρώμικη δουλειά, όλα τα άλλα πέρασαν στην αιωνιότητα. Αυτοκίνητα, κουπόνια, λάστιχα, σαρκοφάγοι, οι γιοι μας και οι κόρες μας.

Εδώ η ιστορία τελειώνει απότομα και τίποτε άλλο δεν σώζεται. Σκάει το δέρμα της και όλα γερνούν, γίνονται ένα σώμα. Τούτο το σημείωμα ψάχνει στις τσέπες του. Γυρεύει τα χαρτιά, τα ποιήματα, τις εντυπώσεις, τα κλειδιά. Συλλογίζεται πως τέτοιες ιστορίες δεν μπορούν να γεννηθούν μες στο συνηθισμένο. Ελπίζω πως υπάρχουν εκεί και άλλα κορίτσια, όπως η Μαριάννα Πλιάκου που αρνούνται να μεγαλώσουν, που μέσα τους πιστεύουν στην μακαριότητα της Έμιλυ. Και πως υπάρχουν και άλλες εκδόσεις, όπως αυτές των Κυφάντων που θα φέρνουν στο φως συλλογές σαν το 2017.

Το σημείωμα καμιά φορά στέκει αμήχανο. Γιατί μες στην μεγάλη βιβλιογραφία του καιρού μας, πότε πότε εντοπίζει μια άξια φωνή, γενναία και εύψυχη. Μια φωνή που φθάνει ως τα βάθη του εαυτού μας, παζαρεύοντας λίγη μνήμη με αντίδωρο τα ποιήματα. Η συλλογή της Μαριάννας Πλιάκου που στους στίχους της γυρεύει το απεριόριστο, που στους κόλπους μιας ζωής σμίγει μια λεπτομέρεια από το συμπόσιο των λύκων του Χάξλεϋ, το ιδιώνυμο του Γ. Ιωάννου, τα πορτραίτα του αδελφού και ενός Πεισίστρατου με τεράστια, αμυγδαλωτά μάτια. Οι επιρροές της με όμορφο τρόπο, καινούριο, σμίγουν με το προσωπικό ταλέντο και ίσια επιλέγουν την αιώρηση στο χάσμα. Πατίνα χρόνου, αξεδιάλυτες σκόνες, νοσταλγικές προσευχές, τόποι και δρόμοι που δεν στενεύουν, μεταμορφώνονται στην γήινη σκηνογραφία της Μαριάννας Πλιάκου. Στο βάθος το πάλκο των τιμών, ανθισμένοι επιτάφιοι, μυρωδιές των δρόμων και ελεγείες.

Οι εκδόσεις Κύφαντα και η Μαριάννα Πλιάκου συνεισφέρουν με έναν ανανεωτικό τρόπο στην ελληνική, ποιητική σκηνή. Με ποιήματα που αστράφτουν ιδιαιτερότητες η δημιουργός ζωγραφίζει σε χαρτί palatino chamois το πορτραίτο του πατέρα και τα ποιήματά του. Τα δομικά υλικά της συλλογής που τιτλοφορείται 2017 αφορούν λευκές μέρες, σπασμένα υαλικά σαν της Μολφέση, τόπους που διαλέγει κανείς να θεραπεύσει με ζωή την χρόνια νόσο του θανάτου. Η συντριβή της κομψή, το ύφος της εκείνο του σθένους, το φόντο της λαϊκό, βγαλμένο μέσα από το μεγάλο βιβλίο που συλλογικά και αδιάκοπα γράφεται. Η συλλογή που κεντρίζει αληθινά ετούτο το σημείωμα, είναι φτιαγμένη από ρετάλια της ζωής, σπαράγματα και τα ρέστα. Περιέχει πρόζες που κάνουν πάταγο, που μαρτυρούν βασανισμένα χρώματα, στίχους κλειδωμένους στους λαιμούς, προσωπικά χρονικά, λαογραφίες, μάτια πανικόβλητα, την αρχιτεκτονική μιας ολόκληρης ζωής. Η Μαριάννα Πλιάκου δίνει μια και εγκαταλείπει τις ρηχές συγκινήσεις, τα οικεία πρόσωπα. Έτσι διαμορφώνει το εξαιρετικό περιεχόμενο της συλλογής 2017 των εκδόσεων Κύφαντα.

*Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/pliakou-review

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

ο κόσμος κλυδωνίζεται 

τα ζώα έχουν εξαφανιστεί

κανένας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται

η βία είναι παντού

ο κόσμος κλυδωνίζεται

και κανένας δεν το έχει αντιληφθεί

οι θεοί πέταξαν τις μάσκες τους

αναμασούν το ίδιο χόρτο

***

η σιωπή λέει τα πάντα

περιπτύξεις γύρω

από κισσούς

αγγίγματα

φωνές από το υπερπέραν

δεν λέμε τίποτα

η σιωπή λέει τα πάντα

Γιάννης Βούλτος, Πού να βρίσκεται άραγε τώρα η σιωπή

Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι (λάδι σε καμβά)

Η σιωπή μονάζει στα ποιήματα 

Κλεισμένη και μανταλωμένη στις λέξεις 

Κάθε τους γράμμα και ένα κελί

Για ποια σιωπή μιλάς

Για τη σιωπή των ποιητών

στους πρόστυχους καιρούς

Για τη σιωπή των νεκρών

μπροστά στη λήθη των ζώντων

Για τη σιωπή των ζώντων

μπροστά στο πτώμα της φωνής τους

Μιλώ για τη σιωπή

Που ταράζει τον ύπνο μας 

Μιλώ για τη σιωπή

Που γεννάει το λόγο μας

Είναι η σιωπή των ονείρων μας 

Είναι η φωνή

Που κερδίζει το θάνατο

Στα χαρτιά

*Από τη συλλογή “Ανθρωποθυσία”, 2014.

Τάσος [Mhnymal] Σταυρουλάκης, Μπατονέτα

ήτανε
το νιωθα ήταν λάθος
δεν έπρεπε να χρησιμοποιώ
το άρθρο ήταν ξεκάθαρο
ήτανε τεκμηριωμένο

το βαμβάκι
μπορεί να θαφτεί στο αυτί
τα βακτήρια να κάνουν κόττον πάρτυ
να καταφάν ε ντέλει
το κρανιακό
οστούν

η λοίμωξη
ενδέ να επεκταθεί
στα νεύρα του προσώπου
να επεισέλθει
εγκεφαλικό

α λ λ ά
όλ α υτά θα μπορούσαν
να συμβαίνουν χωρίς
μπατονέτα

Χα

όλ α υτά υπήρξαν
καινοφανή άμα τη εμφανίσει
αποτελούν πλέον μεμονωμένα ιστορικά
δεν είναι κύριοι αγαπητές κυρίες
δεν είναι τίμιο οι μπατονέτες
να πληρώνουν τη νύφη
της οικολογικής
καταστροφής

Χα

ποιος
εξυφαίνει το νοσηρό σχέδιο;

θ αντισταθώ
θ αγοράσω εκατοντάδες συσκευασίες
θα δημιουργήσω μουσείο
μπατονετών

τι ιδέα
ναι θα το χωρίσω σε τμήματα
μπατονέτες των κάτω χωρών
βαλκανικές μπατονέτες
ρώσικες ασιατικές
αφρικάνες

θα βγω
να το φωνάξω
στον κόσμο σκέτα νέτα
κρυφά πως αγαπώ
μια μπατο-
νέτα

*Δημοσιεύτηκε στο 22ο τεύχος ποιητικού σκεύους (και όχι μόνο) ΤΕΦΛόΝ (Χειμώνας-Άνοιξη 2020).

Κώστας Ρεούσης, Το πτώμα μου τελευταίο

έτσι αέρας ο ήλιος πνίγηκε καθώς νερό ανακρινόταν τόσα βασανιστήρια ώσπου να βγει η ψυχή στομάχια που συγκρούστηκαν φέρνοντας νέο στην τάξη του κόσμου το εύστοχο λάθος οι νεκροί συχνάζουν στην κουζίνα ή όλοι είμαστε ρουφιάνοι εγκαταλείποντας τον άνθρωπο μία καταστροφή συγκρατεί τον όλεθρο κουρασμένος και βρόμικος μ’ όλα γύρω να μυρίζουν αϋπνία ο θεός δεν έρχεται κι ο διάβολός του κρύβεται νύχτα γυρίζω στο σώμα μου μες στο φτερό δυο πιθαμές παν’ απ’ τη γη λέξη δεν έρχεται ούτε το χέρι οδηγεί άλλη κατάσταση εκεί όλα συμβαίνουν πάψε ακούγεται φωνή μα πώς τρέχω βιάζω ρίχνω παντού τη σκέψη μου σακατεμένη να εξαφανιστείς ν’ αγγίξεις το απόλυτο μηδέν το όμικρον μες στο κενό το σπέρμα σου να χύσεις τίποτα με το τίποτε να είσαι

*Από τη συλλογή «Ο κρατήρας του γέλιου μου», εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009, σ. 55.