Κατερίνα Φλωρά, To πολλαπλό

Artwork: Maurice Sapiro

Πολλαπλότητας στοιχείο
που της γενιάς τούτης τη νιότη παιδεύεις

Στη γοητείας σου τη δύναμη
να αρκούσε η αντίσταση του λόγου μακάρι

Καθώς οι αρετές σου τα κάλλη τους προτάσσουν
με τη βεβαιότητα της ισχύος σε λανθάνουσα ετοιμότητα

Τα θυμικό κατακτώντας, το λογικό συγχέοντας,
μυριάδες ακτίνες απλώνοντας της ενότητας τα στέφανα αξιώνεις.

Λίλλυ Ιουνίου, Γράφω το ποίημα αυτό εδώ και χρόνια

Γράφω το ποίημα αυτό
εδώ και χρόνια
κι αν στις λέξεις μου εισχωρήσεις
τότε ήδη με διέσχισες ολόκληρη
εγώ λειψή
μα απαλότερη
πλέοντας σε επίπλαστη πληρότητα
θα σε κρύβω μέσα στα γράμματα
με κόπο
έφτασα από το άλφα στο Βήτα
μοιάζει ο κόσμος σε ορθή πορεία
κι ας έχει γυρίσει ανάποδα
λατρεύω τώρα τους απέραντους χειμώνες
τριγύρω λιγοστή η βλάστηση
μα τολμώ να υπάρχω ανοιξιάτικη
με χέρια και πέλματα πάντα γυμνά
επάνω στον βράχο
περιμένοντας ένα ποτάμι να γυρίσει πίσω
μια ημέρα να ρουφήξει όλη τη νύχτα
να μείνεις χωρίς να σου το ζητήσω

Αλεξάνδρα Β., Τα στρώματα έχουν να διηγηθούν πολλά

Αυτό ήταν ένα στρώμα δίπλα σε κάδο απορριμάτων
Ποιός ξέρει ποιος ή ποια το έσφαξε
χειρουργικά, αποτελεσματικά
ολοστρόγγυλα
τέμνοντας τον κύκλο αποφασιστικά
με τρεις δρόμους λυτρωτικούς
ασυμβίβαστος
αδιαπραγμάτευτος
ανεξάρτητος στο εξής
απ’ το ξεθωριασμένο πανί με τα ανθάκια
τα ξεχαρβαλωμένα ελατήρια
που τάραζαν τα όνειρα
Τα στρώματα έχουν να διηγηθούν πολλά
Για όνειρα
αγάπες
υποσχέσεις
παραμιλητά
δάκρυα
βιασμούς
Να τέμνεις τη ζωή πρέπει
με δρόμους.

Ασημίνα Λεοντή, Θυμός

Τα λόγια έχασαν τον ειρμό τους
χωρίς καμιά λογοκρισία διαπέρασαν τα κομμάτια της καρδιάς.
Οι απελπισμένες ριπές του θυμού
σφάγιασαν το αρμυρό των βλεφάρων.

Αυτό ήταν!
Μάζεψα δυο τρεις αιτίες
ξεχασμένες πληγές
γύρισα το κλειδί
και τρέχοντας έφυγα.

Έκανα στάση για λίγο
στη θνητή απώλεια της αλήθειας
κι από το άρμα των ιδιοτήτων
τερμάτισαν αλληγορικά χρώματα της εξαπάτησης.

Μίασμα!
Καμία εμπειρία δε θέλω μαζί σου.
Καλύτερα στο άθροισμα του τίποτα
εκεί που αντέχουν σαλεμένοι μύστες.
Έτσι με βρήκε τ’ απομεσήμερο.
Έναν ανεξέλεγκτο μύθο
στα διάσπαρτα της ψυχής.

*Από τη συλλογή “Φύσηξε παράπονο”, εκδόσεις Κύμα, 2018.

Κατερίνα Ζησάκη, νεκροσπεκτίβα

Soon the hangman’s noose will coil
around your slender throat

Das Kabinette, The evil of his kiss

πρέπει να αγαπήσω
για να μην πεθάνω
ή αν πεθάνω
να πεθάνω λίγο
ή έστω πολύ
πολύ πολύ
έναν τεράστιο φοβερό θάνατο
που ουδεμία σχέση θα έχει
με τη φύση του θανάτου
που δεν είναι φύση μα ένα απλό
κομπολόι ή μια σφυρίχτρα
πράγματα χωρίς ιδιαίτερο νόημα δηλαδή
που από το βάρος της ευθύνης
που τα καλεί να υπάρξουν δίνοντας
νόημα στο τέλος της ύπαρξής τους
μετατρέπονται σε αμόνι
που πέφτει απ’ τον ουρανό στο κεφάλι μας
σε μηχανοδηγό που παράτησε
εν κινήσει το τρένο
ενώ εγώ σ’ έναν απλό
θεατή απελπισμένο

για να λυθεί το θέμα με τον θάνατο
πρέπει να αγαπήσω

για να ζήσω;
τι να κάνω για να ζήσω;

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Οκτώβριος 2018.

Λεωνίδας Καζάσης, H Χαρά

Καθώς στο καφενείο καθόμουν και αγνάντευα τον Θερμαϊκό, εισέρχεται της νιότης πρόσωπο που εκόντευε τα τριάντα, με κοντά αγορίστικα, μαύρα μαλλιά, με μάτια μαύρα, σώμα λιγνό, ασκημένο. Έμεινα άναυδος από την θέλξη και από την δυσκολία προσδιορισμού του γένους! Κατόπιν διεπίστωσα ότι επρόκειτο για κοπέλα, με ύφος αγορίστικο, που καταργεί τα φύλα, αφού εκ πρώτης παρέπεμπε σε έφηβο, αλλά έναν έφηβο άχνουδο χωρίς καμιά τραχύτητα, με κινήσεις που επρόδιδαν ευκαμψία ανεπιτήδευτη, με δέρμα βελούδο. Την προσπέλασα.

Χαρά ήταν το όνομα της, και σαν χαρά ήταν ευπροσήγορη.

Επέρασαν μήνες με συζητήσεις ατέρμονες και προσεγγίσεις δελεαστικές, οι οποίες εβεβαίωναν την ερωτικήν δια την κοινωνίαν παρέκκλισίν της, την σαπφικήν.

Ένα απόγευμα, του Μάη, σε γιαλό απόμακρο, τα μαλλιά της άγγιξα, το μέτωπό της, απαγγέλλοντας:

“Κι ήταν τα μάτια σου ερημιά,

σβηστά τα χείλη,

κι είχες σκιρτήματα αριά,

βήματα οι θύμησες θολά

σιγότρεμε το ιδρωμένο δείλι”.

Τα μάτια της, πιο στιλπνά κι απ’ τον γιαλό, έχυσαν καυτά, όταν μου απεκάλυψε, πως είχε πεθάνει. Την εσκότωσε του περιβάλλοντος “αγαπητός” υπεράνω πάσης υποψίας, βιάζοντάς την. Της είπα ότι συντετριμμένος ένοιωσα, όχι όμως κατάπληκτος, γνωρίζοντας, πως η στέρηση, που επιβάλλει η κυρίαρχη του πολιτισμού μας ηθική στο σώμα και στον έρωτα, αρρώστους εκτρέφει.

Στον έρωτα ηθική δεν υπάρχει· την τοποθέτησαν με επακόλουθα, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, την απληστία, την αλληλοεξόντωση, την γέννηση της πορνείας, των βιαστών και των παιδεραστών. Στον έρωτα υγιεινή χωρεί!

Στην αγκαλιά μου εξέσπασε, ποθώντας, τον βιαστή της να φονεύσει. Κατενόησα την οργή της πληγωμένης αξιοπρέπειας που, εάν στον φόνο αναλωνόταν, ίσως να ελυτρωνόταν.

Όμως στην υποτιθέμενη παρέκκλιση, δεν οδηγήθη από τον ηδονικό εντοπισμό μιας έκφανσης ερωτικής, που σε όλους ενυπάρχει, και, η παίδευση της ομοφοβικής κοινωνίας καταπνίγει ως παρά φύσιν, αλλά από την αναγκαιότητα τραύματος ανεπούλωτου, το οποίο απέκλεισε δια παντός την καθεστηκυία έκφανση έρωτος.

Θα μπορούσε παντελώς τον έρωτα να μισήσει η Χαρά, που φορτίο εσήκωνε αντίθετο, από αυτό που το όνομά της είχε ορίσει.

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Τελευταίο αντιφέγγισμα των ηλιακτίνων

στα φύλλα της λυγιάς ο ήλιος

και πάνω στον υγρό βράχο που στέκεται

φρουρός στης θάλασσας τη στερνή κίνηση

σαν η ζωή δηλώνει την ύπαρξή της

φύση φλεγόμενη, τραγουδιστή

προτού η νύχτα κατακτήσει

τις χαραμάδες των ωρών

κι η πόρτα κλείσει ως το πρωί

μην κοιμηθείς, τότε θα πω

την άνθιση των αισθήσεων σου

να γευτείς

στιγμές αιωνιότητας

μόνο για λίγο που διαρκούν.

SUNDOWN

Last reflection of the sunrays

on the leaves of the oleander

and onto the moist rock that stands

guard opposite the sea’s slow movement

life declares its benevolence

transcending earth with its songs

before the night conquers

the cracks of hours

and the door shuts till morning

stay up, I’ll tell you

taste the bloom of your emotions

eternal moments

that only last a short while

View original post

Άσυλο

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry

Κάποτε σου πα
θα φυσήξω με μια χορτασμένη εκπνοή
τις ζώσες από τις μνήμες μου
σε μια βαλίτσα
με κρυπτογραφημένο λουκέτο

Θα χειμάσω είπα
στους τόπους
που έχω θάψει τα κόκκαλα επιβίωσης
Όταν οι ώρες θα χαμηλώνουν
θα καβαλάω τις ράχες τους
και θα πετώ μ άδειο φλασκί
για τις ζεστές χοάνες του Καυκάσου
Άλλοτε σφηκιάρης
κι άλλοτε μια λιμόζα με απαλά νύχια
που πάντα ανήσυχα θα φέρομαι
όταν οι μέρες μου γεμίζουνε ορμόνες

Εγώ
μαζί με την βαριά μυρωδιά της στεφανωτής
την κυριακάτικη μπάντα
και τον αζύγιστο ορίζοντα
συντεταγμένοι 
όλοι μας 
στο βορεινό παράθυρο

Σάμπως μου χλόμιασες θαρρώ

Ξέρω
ένα μικρό λάθος είν αρκετό
Να συγγενέψω 
μ όσους κατέχουνε οφφίκια
για συγχωρεμένους έρωτες
Να μη προλάβω ν απογδύσω 
τη γη μου 
από τα δόκανα
και οι οπλές μου να ματώνουν

Να απαντέχω

Ένα ΑΣΥΛΟ
Μιά χτεσινή άνοιξη 
Ένα ταξίδι χτεσινό 
Έναν επίλογο 
Βαμμένο 
Με ιλιγγιώδες κόκκινο 
_____________________________________

View original post

Πασχάλης Κατσίκας, Διάφανος δούρειος ίππος

Σε ένα άγαλμα μελανιασμένο από κακόβουλα περιστέρια
ραβδοσκόπισα τον πόνο:
για τις σημαίες που κυματίζουν σε μπαλκόνια ακροβατών,
για το σπέρμα τους που φυλάσσεται σε τράπεζες,
το παράσημο που έλαβαν πυροβολώντας ξυπόλυτους σ’ αγκαθότοπους και τα κεράσματα στα καφενεία για τα κατορθώματά τους.
Την απάθεια για ανώνυμες βάρκες που βουλιάζουν στεγνές,
τους μικροπωλητές που εργάζονται με φωνή μόνιμα βραχνιασμένη σε πολυεθνικές και τους πατριώτες που διαλαλούν την πραμάτεια τους από οθόνες.
Τους συγγραφείς που γλύφουν κάκτους και ξεπουπουλιάζουν αηδόνια, τους σοφούς που στρογγυλοκάθονται στο ίδιο τραπέζι με κανίβαλους κι η λογοδιάρροια καταβροχθίζει συνειδήσεις.
Αφουγκράστηκα πως κατέληξε γραφικό, σαν χαρτορίχτρα με χαλασμένα δόντια, να βαδίζει γοργά προς το μέλλον,
μόνο, ως διάφανος δούρειος ίππος μέσα στο πλήθος.