Κατερίνα Ζησάκη, νεκροσπεκτίβα

Soon the hangman’s noose will coil
around your slender throat

Das Kabinette, The evil of his kiss

πρέπει να αγαπήσω
για να μην πεθάνω
ή αν πεθάνω
να πεθάνω λίγο
ή έστω πολύ
πολύ πολύ
έναν τεράστιο φοβερό θάνατο
που ουδεμία σχέση θα έχει
με τη φύση του θανάτου
που δεν είναι φύση μα ένα απλό
κομπολόι ή μια σφυρίχτρα
πράγματα χωρίς ιδιαίτερο νόημα δηλαδή
που από το βάρος της ευθύνης
που τα καλεί να υπάρξουν δίνοντας
νόημα στο τέλος της ύπαρξής τους
μετατρέπονται σε αμόνι
που πέφτει απ’ τον ουρανό στο κεφάλι μας
σε μηχανοδηγό που παράτησε
εν κινήσει το τρένο
ενώ εγώ σ’ έναν απλό
θεατή απελπισμένο

για να λυθεί το θέμα με τον θάνατο
πρέπει να αγαπήσω

για να ζήσω;
τι να κάνω για να ζήσω;

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Οκτώβριος 2018.

Λεωνίδας Καζάσης, H Χαρά

Καθώς στο καφενείο καθόμουν και αγνάντευα τον Θερμαϊκό, εισέρχεται της νιότης πρόσωπο που εκόντευε τα τριάντα, με κοντά αγορίστικα, μαύρα μαλλιά, με μάτια μαύρα, σώμα λιγνό, ασκημένο. Έμεινα άναυδος από την θέλξη και από την δυσκολία προσδιορισμού του γένους! Κατόπιν διεπίστωσα ότι επρόκειτο για κοπέλα, με ύφος αγορίστικο, που καταργεί τα φύλα, αφού εκ πρώτης παρέπεμπε σε έφηβο, αλλά έναν έφηβο άχνουδο χωρίς καμιά τραχύτητα, με κινήσεις που επρόδιδαν ευκαμψία ανεπιτήδευτη, με δέρμα βελούδο. Την προσπέλασα.

Χαρά ήταν το όνομα της, και σαν χαρά ήταν ευπροσήγορη.

Επέρασαν μήνες με συζητήσεις ατέρμονες και προσεγγίσεις δελεαστικές, οι οποίες εβεβαίωναν την ερωτικήν δια την κοινωνίαν παρέκκλισίν της, την σαπφικήν.

Ένα απόγευμα, του Μάη, σε γιαλό απόμακρο, τα μαλλιά της άγγιξα, το μέτωπό της, απαγγέλλοντας:

“Κι ήταν τα μάτια σου ερημιά,

σβηστά τα χείλη,

κι είχες σκιρτήματα αριά,

βήματα οι θύμησες θολά

σιγότρεμε το ιδρωμένο δείλι”.

Τα μάτια της, πιο στιλπνά κι απ’ τον γιαλό, έχυσαν καυτά, όταν μου απεκάλυψε, πως είχε πεθάνει. Την εσκότωσε του περιβάλλοντος “αγαπητός” υπεράνω πάσης υποψίας, βιάζοντάς την. Της είπα ότι συντετριμμένος ένοιωσα, όχι όμως κατάπληκτος, γνωρίζοντας, πως η στέρηση, που επιβάλλει η κυρίαρχη του πολιτισμού μας ηθική στο σώμα και στον έρωτα, αρρώστους εκτρέφει.

Στον έρωτα ηθική δεν υπάρχει· την τοποθέτησαν με επακόλουθα, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, την απληστία, την αλληλοεξόντωση, την γέννηση της πορνείας, των βιαστών και των παιδεραστών. Στον έρωτα υγιεινή χωρεί!

Στην αγκαλιά μου εξέσπασε, ποθώντας, τον βιαστή της να φονεύσει. Κατενόησα την οργή της πληγωμένης αξιοπρέπειας που, εάν στον φόνο αναλωνόταν, ίσως να ελυτρωνόταν.

Όμως στην υποτιθέμενη παρέκκλιση, δεν οδηγήθη από τον ηδονικό εντοπισμό μιας έκφανσης ερωτικής, που σε όλους ενυπάρχει, και, η παίδευση της ομοφοβικής κοινωνίας καταπνίγει ως παρά φύσιν, αλλά από την αναγκαιότητα τραύματος ανεπούλωτου, το οποίο απέκλεισε δια παντός την καθεστηκυία έκφανση έρωτος.

Θα μπορούσε παντελώς τον έρωτα να μισήσει η Χαρά, που φορτίο εσήκωνε αντίθετο, από αυτό που το όνομά της είχε ορίσει.

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Τελευταίο αντιφέγγισμα των ηλιακτίνων

στα φύλλα της λυγιάς ο ήλιος

και πάνω στον υγρό βράχο που στέκεται

φρουρός στης θάλασσας τη στερνή κίνηση

σαν η ζωή δηλώνει την ύπαρξή της

φύση φλεγόμενη, τραγουδιστή

προτού η νύχτα κατακτήσει

τις χαραμάδες των ωρών

κι η πόρτα κλείσει ως το πρωί

μην κοιμηθείς, τότε θα πω

την άνθιση των αισθήσεων σου

να γευτείς

στιγμές αιωνιότητας

μόνο για λίγο που διαρκούν.

SUNDOWN

Last reflection of the sunrays

on the leaves of the oleander

and onto the moist rock that stands

guard opposite the sea’s slow movement

life declares its benevolence

transcending earth with its songs

before the night conquers

the cracks of hours

and the door shuts till morning

stay up, I’ll tell you

taste the bloom of your emotions

eternal moments

that only last a short while

View original post

Άσυλο

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry

Κάποτε σου πα
θα φυσήξω με μια χορτασμένη εκπνοή
τις ζώσες από τις μνήμες μου
σε μια βαλίτσα
με κρυπτογραφημένο λουκέτο

Θα χειμάσω είπα
στους τόπους
που έχω θάψει τα κόκκαλα επιβίωσης
Όταν οι ώρες θα χαμηλώνουν
θα καβαλάω τις ράχες τους
και θα πετώ μ άδειο φλασκί
για τις ζεστές χοάνες του Καυκάσου
Άλλοτε σφηκιάρης
κι άλλοτε μια λιμόζα με απαλά νύχια
που πάντα ανήσυχα θα φέρομαι
όταν οι μέρες μου γεμίζουνε ορμόνες

Εγώ
μαζί με την βαριά μυρωδιά της στεφανωτής
την κυριακάτικη μπάντα
και τον αζύγιστο ορίζοντα
συντεταγμένοι 
όλοι μας 
στο βορεινό παράθυρο

Σάμπως μου χλόμιασες θαρρώ

Ξέρω
ένα μικρό λάθος είν αρκετό
Να συγγενέψω 
μ όσους κατέχουνε οφφίκια
για συγχωρεμένους έρωτες
Να μη προλάβω ν απογδύσω 
τη γη μου 
από τα δόκανα
και οι οπλές μου να ματώνουν

Να απαντέχω

Ένα ΑΣΥΛΟ
Μιά χτεσινή άνοιξη 
Ένα ταξίδι χτεσινό 
Έναν επίλογο 
Βαμμένο 
Με ιλιγγιώδες κόκκινο 
_____________________________________

View original post

Πασχάλης Κατσίκας, Διάφανος δούρειος ίππος

Σε ένα άγαλμα μελανιασμένο από κακόβουλα περιστέρια
ραβδοσκόπισα τον πόνο:
για τις σημαίες που κυματίζουν σε μπαλκόνια ακροβατών,
για το σπέρμα τους που φυλάσσεται σε τράπεζες,
το παράσημο που έλαβαν πυροβολώντας ξυπόλυτους σ’ αγκαθότοπους και τα κεράσματα στα καφενεία για τα κατορθώματά τους.
Την απάθεια για ανώνυμες βάρκες που βουλιάζουν στεγνές,
τους μικροπωλητές που εργάζονται με φωνή μόνιμα βραχνιασμένη σε πολυεθνικές και τους πατριώτες που διαλαλούν την πραμάτεια τους από οθόνες.
Τους συγγραφείς που γλύφουν κάκτους και ξεπουπουλιάζουν αηδόνια, τους σοφούς που στρογγυλοκάθονται στο ίδιο τραπέζι με κανίβαλους κι η λογοδιάρροια καταβροχθίζει συνειδήσεις.
Αφουγκράστηκα πως κατέληξε γραφικό, σαν χαρτορίχτρα με χαλασμένα δόντια, να βαδίζει γοργά προς το μέλλον,
μόνο, ως διάφανος δούρειος ίππος μέσα στο πλήθος.

Νικόλας Κάλας, Επανάσταση

Όλη η γης του ματιού, όλη η γης – σταυροί

κι η γης άλλων ματιών σταυροί κι αυτή

μέσα απ’ τη γη τα νεκρά ζεστά κορμιά στρατιωτών.

Από τη γη όρθιοι ξεπετιούνται οι σταυροί

σταυροί σε τάφους σε γάμους και πριν και μετά σταυροί.

Και στα δυο στεφάνια άνθη λεμονιάς αμάραντα άνθη τώρα

για τις πεπλοφορούσες νύφες των σταυρών.

Σφιχτά, σφιχτά, τα μελανοβαμμένα κάτασπρά των πέπλα

– πάνου στα ίδια τα κορμιά, τ’ ακόρεστο κορμί της νύφης

ριγμένο πάνου στο χώμα, το ερωτικό κάλεσμα των λυγμών των

και στις άλλες κλίνες, οι άλλοι γάμοι.

Τα φιλιά της αδερφής για τον αδερφό κι η κόρη στον πατρικό

σταυρό

ο τραγικός γάμος, τα φιλιά της μάνας στο γιό

οι άλλοι γάμοι, ο αδερφός με τον αδερφό

τα ουρλιαχτά των πέπλων, το κάλεσμα της νύχτας

τα μαύρα σεντόνια νύχτας οργίων, τους μυστικούς ερωτικούς

ασπασμούς

το νεκροφίλημα κι οι σταυροί, όλη η γης του ματιού σταυροί

η γη ο ουρανός κι εκεί φεγγαροστολισμένοι άγγελοι

ημισέληνα και αγγέλοι και τραγούδια

ως εν τοις ουρανοίς και επί της γης, και κατεβαίνουν τ’ άστρα

και ρυθμικά κινούνται τα μισοφέγγαρα

καθένα απάνου από τον οικείο του σταυρό

και κόβει το σταυρό σα να ’ταν στάχυ, ω να ’ταν στάχυ

και τα μαύρα ξερά ξύλα κατάφορτα καλάμια

και τα μάτια των γυναικών λουλούδια του αγρού

και το κλάμα των γυναικών κελάηδημα πουλιών

κι οι προσευχές των να ’τανε φιλιά

και τα φιλιά προεόρτια παιδιών, ω χαρά

χτυπάει η καρδιά μου, χτυπάει σα σφυρί.

Θα ’θελα να φτιάξω έναν ουρανό

να ’χω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω

θα το ’καμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα

θα του ’βαζα αντίς από ’να, δυο φεγγάρια ανόμοια

το ’να μικρό σαν παιδί, τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο.

Δε θα πήγαιναν τα δυο πάντα μαζί

το πρώτο θα πλάγιαζε κοντά στο βορρά

και το μεγάλο θα ’ρχότανε απάνου απ’ το ρολόι μου να σημάνει

μεσάνυχτα.

Την εποχή όπου θα πήγαιναν πλάι πλάι

σα δυο μάτια γλαυκά – της τύφλας τα μάτια

θα βλέπαν όσα ο φόβος έχει φτιάξει

θα βλέπαν ριγμένα κοντά μου

λόγια – της μέρας τα λόγια

και θα με κυνηγούσαν τα φεγγάρια

και το φέγγος τους θα με κάρφωνε

και το ένα σιωπηλά θα μίλαγε γλώσσα μετάνοιας

και το άλλο με πάθος θα ’τρεχε μέσ’ στο στερέωμα

πάνου σε καινούργιες τροχιές

έτσι που του διφέγγαρου ουρανού

η νεόβγαλτη τάξη να μοιάζει σαν τρέλα

και λιβανισμένα από την αρμονία τους θ’ ανεβοκατέβαιναν τα

βλέφαρά μου.

Διπλό παιχνίδι κύκλων τώρα σκεπάζει τον ουρανό

ζευγαρωτές μελωδίες πρωτάκουστες στ’ αυτιά μου

γεννούν οι αόρατες χορδές των φεγγαριών

αιώνια μοτίβα για μαντολίνα και σερενάτες

κι ενώ αυξάνουν οι αριθμοί των φεγγαριών –

στεφάνι ολόκληρο από άσπρες μπάλες ο ουρανός

κυλούνε κι ανεβαίνουν ρόδες φωτεινές

κι ανεβάζουν τον ουρανό.

Προτού ξημερώσει ακούγονται φιλιά

είν’ τα φεγγάρια που πέφτουν και χτυπιούνται.

Όταν ξυπνώ, ξυπνώ από κούραση το κορμί μου μοιάζει σα να υπέφερε.

Και το πράσινο έπεφτε μέσ’ στο γαλάζιο

και γινότανε γκρίζο εκείνο το μάτι

ένα γκρίζο αλαφρύ

απλή σκιά απάνου στην έκφραση

κυλούσε το μάτι παντού – δεξιά και ζερβά, απάνου και κάτου

τώρα που λευτερώθηκε από το ανυπόφορό του κορμί

πλανήτης μεγάλος και φωτεινός

άστρο για βήματα μάγου

– μα πεθάναν οι μάγοι

και σέρνω τα πόδια μου στην άσκοπή τους πορεία

μέσα στην πόλη στα βουνά στην ακτή

ως το αφιλόξενό μου γυμνό μου κρεβάτι

και το μάτι πλανιέται σα σφαίρα στο χάος

σαν ήλιος λαμπρός – που το γλυκό φως, τ’ ανώδυνο φως του

φεγγαριού –

σαν ήλιος που καίει, που κοιτάς, που δε βλέπεις

σαν ήλιος σα μάτι θεϊκό

το μάτι της αγάπης

χαρίζει στον ύπνο αγρύπνια

και στ’ όνειρό μου βραχνά

πριν το σβήσει η αυγή μεταπλάθει το χρώμα του

όπως στις ακτίνες το χάδι ένα ωραίο οπάλι

και γίνεται μπλού

με κάτι τριανταφυλλένιες γραμμές που θυμίζουν κοράλλι

μετά επικρατεί το σμαραγδένιο κείνο πράσινο

που περιφέρεται στα δροσόλουστα χορτάρια

το πράσινο διαδέχονται τα ανυπόφορα κίτρινα σημάδια

βαριεστημένης ζωής.

Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση

ορθάνοιχτο το μάτι ακόμα με κοιτάζει

παίζοντας με τα χρώματα που το βάψαν οι τόσες του αγάπες

παίζοντας με τα χρώματα που ξεδιπλώνουν τις πτυχές των άλλων

ματιών

τ’ αγαπητά τα μάτια ξένων κορμιών

μάτια που ελπίσανε

και κλεισθήκαν για να μή δουν μα είδαν

μάτια που αγαπήσανε

και τώρα δεν ξέρουν ποιο είναι προτιμότερο

να μείνουν ανοιχτά ή κλειστά.

Λίγο ασήμι μέσα στη νύχτα κοντά σε μια στήλη αρχαίου ναού

η φιδίσια γραμμή που δίνει στο πεσμένο φώς του φεγγαριού το λίγο

αυτό ασήμι

το ασήμι χρώμα αγαπητού μετάλλου

αγαπητού

το μόνο χρώμα που δίχως γογγυσμούς δέχεται η νύχτα

τι γάμος!

Ασήμι κάτου στη γη – ασήμι που πέφτει από τον ουρανό

κι η αρμονία αυτή να τη γεννάει μια αλυσίδα

οι ανοιχτές αλυσίδες αυτής της αγάπης

ανοιχτές

δε βρέθηκε το χέρι που θα τις δέσει, που θα τις σφίξει

με κάποια αόριστη ή περιττή ευλογία

γύρω στα κορμιά

αυτά τα κορμιά.

Υπάρχει μόνο το τοπίο

φεγγάρι, αλυσίδα και στα πόδια μου σπασμένα μάρμαρα.

*ΤΕΤΡΑΔΙΑ 1933-1936, Τετράδιο Α΄, 1933)

Πηγή: Νικόλαος Κάλας, Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, Αθήνα 1977, σελ. 22-25.

Ορφέας Σουρής, Ο αφρός της εποχής

Φώτο: Δημήτρης Τζουμάκας

Καθωσπρεπισμοί και άπλετος φόβος, πικρά λόγια και ξεχασμένες συγνώμες διότι η καθημερινή, σκουριασμένη κενότητα, τρυπάει την ψυχή χειρότερα απ’ όσο τρυπάει το μυαλό. Και σε προφτάνει η μελαγχολία και η υποταγή, σε μικρότερη ηλικία από αυτό που περίμενες. Νοητική ανεπάρκεια, σεξουαλική πυρηνική καταστροφή και αληθινή, συναισθηματική, οσκαρική υποκριτική. Αυτά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που βλέπεις καθημερινά, διότι ακόμα και ο αγαθός είναι το ίδιο επικίνδυνος με τον πονηρό. 

Να μετακινηθείς μέσα σου, να βρεις όσα καιρό τώρα είχες χάσει, να μεταβάλλεις όλες σου τις πνευματικές τάξεις. Να μιλήσεις σε όλες σου τις αυτοπροσωπίες, να μαλώσεις με όλες σου τις δικτατορίες. Διότι ζεις σαν καταπιεστικός ηγέτης και αν δεν τολμήσεις να προωθήσεις ένα καινούργιο πραξικόπημα ή μια κατάργησης του ισχύοντος συντάγματος, θα καταλήξεις να πολεμάς έναν τηλεοπτικό κλόουν, που θα σου λέει να μην αυτοσχεδιάζεις, να μην ασκείς τη φαντασία σου και θα σε υποχρεώνει να χρησιμοποιείς την δική του.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τα τερετίσματα

Γιατί γράφοντας τα περιττά

Αυτά που δεύτερη φορά δεν διαβάζονται

Παρά μόνο αν ξεχαστούν 

Πεταμένα 

Όπως πετούν ένα κέρμα στον αέρα και χάνεται

Χωρίς να λύσει το δίλημμα

Θαρρείς πως η δύναμη

Που ασκούν κάτι τρομεροί θεοί των μύθων 

Μικραίνει όπως μικραίνουν οι ειμαρμένες

Όσο προχωράς εμπρός

Σκοτώνοντας το σάλτο πάνω από έναν λόφο σκουπιδιών

Το χορό γύρω από έναν κορμό που γέμισε τερετίσματα

Το δροσάτο φιλί στο κορίτσι με τις κοτσίδες

Κι όλη η πλάση μαρτυρεί

Την ατυχία σου

Που ακόμη δε βρέθηκες με το χέρι σου γεμάτο 

Από το καρδιοχτύπι της 

Περιμένοντας άφοβος

Το μέλλον του κέδρου και του αμάραντου

Του αδήριτου τέλους

Ότι ο ουρανός και η γη παρελεύσονται

Γρηγόρης Σακαλής, Συχνά

μέσα στην καθημερινότητά μας

ξεχνάμε τους αγώνες

που έκαναν οι συνάνθρωποί μας

για τα ανθρώπινα δικαιώματα

οι εργάτες για το οχτάωρο

και την κοινωνική ασφάλιση

τους ίδιους και πιο σκληρούς

έδωσαν οι γυναίκες

για τα δικαιώματά τους

να εκλέγουν και να εκλέγονται

κι ένα σωρό άλλα

χύθηκε ιδρώτας και αίμα

γι΄ αυτό ας μη

τα θεωρούμε δεδομένα

αντιδραστικές κουρούνες

πετάνε και ψάχνουν

να βρουν να φάνε

ό,τι έχει απομείνει

μετά τη λεηλασία

που έγινε στην εποχή μας

πρέπει τώρα

να δοθούν οι ίδιοι

και πιο σκληροί αγώνες

για να ξανακερδίσουμε

τα δίκαιά μας

και να πάμε

ένα βήμα μπροστά.

*Σχέδιο: Νίκος Γιαμαλάκης.