
Ήχησε τις ισορροπίες
Απομακρύνονται
Δεν το συνηθίζω
Τώρα θα μιλήσω
Τι συνέβη
Κανείς δεν έμαθε
Στο παραμικρό λάθος
Πετάχτηκαν μαχαίρια
Ήχησε τις ισορροπίες
Είχα σκοπό να πιω
Για να ξυπνήσω
Για να ηχήσω
Ρηχά τα καλώδια
Ακριβά τα διόδια
Ω θάνατοι σε δόσεις, ω έμποροι μικροί,
η Άννα Φίρλινγκ θα πληρώσει.
Μόνη, ξυπόλητη
σέρνει το άδειο καρότσι της
στα γυμνά πεδία της ατέλειωτης σφαγής,
γόνιμη σαν μαγιάτικη βροχή,
ευλογημένη ως μάννα εξ ουρανού.
Η Άννα Φίρλινγκ θα πληρώσει.
Θα αγοράσει την ταπεινή ζωή
με το ακριβότερο νόμισμα
για τις χαρές που δεν ήρθαν ποτέ,
για τα γκρεμισμένα όνειρα.
Η Άννα Φίρλινγκ θα εξοφλήσει,
με το μαύρο γάλα των παιδιών της.
Ω θάνατοι σε δόσεις, ω έμποροι μικροί,
μιλώ σε έναν καινούργιο κόσμο,
χωρίς ζωή καταραμένη,
χωρίς Τετάρτη των τεφρών,
χωρίς επιούσιο ταπεινωτικό,
χωρίς τοτέμ,
χωρίς λυγμό,
χωρίς μαστίγιο και σταυρό,
χωρίς θεό-αφεντικό.
Κουράγιο, Άννα, το μέλλον έχει ήδη ξεκινήσει.
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης – 21 Μαρτίου 2021
Νέα εποχή

Σφάλισαν τα φτωχομάγαζα
οι τσαγκάρηδες
που με τις πρόκες
ανάμεσα στα δόντια
με το ρυθμικό χτύπο
του μικρού σφυριού
και το πινέλο με τη βενζινόκολλα
γιάτρευαν τις πληγές
στα τρύπια μας παπούτσια
από το τρεχαλητό
πάνω στα κοφτερά χαλίκια
του χωματόδρομου
τώρα τα παιδιά
τριγυρνούν με πόδια γυμνά
στις γκρίζες λεωφόρους
σπρωγμένα από χέρια αδίστακτα
θέαμα κοινό σε μάτια αδιάφορα
με βλέμματα αμέριμνα και απλανή
σώπασαν
οι στεντόρειες φωνές
των πλανόδιων παπλωματάδων
που με το μαγικό δοξάρι τους
αφράτευαν το μπαμπάκι
των παιδικών μας ονείρων
και το ‘ραβαν σφιχτά
στις απόκρυφες πτυχές
της πανσέληνης αθωότητας
τώρα τα παιδιά
γέρνουν ανέλπιδα
σε αποκαμωμένα προσκέφαλα
ζυμωμένα με λάσπη και σκόνη
στα κακοτράχαλα μονοπάτια
της άτακτης φυγής
ούτε μπαλωματής
απόμεινε κανένας
όπως τότε, έτσι και τώρα
με κουρέλια πολύχρωμα
απ’ των χορτάτων τ’ αποφόρια
να φράξει τις χαραμάδες
στα τριμμένα πανωφόρια
της καρδιάς μας
View original post 44 more words
If you have time to chatter,
Read books.
If you have time to read,
Walk into mountain, desert and ocean.
If you have time to walk,
Sing songs and dance.
If you have time to dance,
Sit quietly, you happy, lucky idiot.
Αν έχετε χρόνο να συνομιλήσετε,
Διαβάστε βιβλία.
Αν έχετε χρόνο να διαβάσετε,
Περπατήστε σ’ ένα βουνό, μια έρημο και έναν ωκεανό.
Αν έχετε χρόνο να περπατήσετε,
Τραγουδήστε τραγούδια και χορέψτε.
Αν έχετε χρόνο να χορέψετε,
Καθίστε ήσυχα, χαρούμενοι, τυχεροί ηλίθιοι.
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.
*Πάρθηκε από εδώ: http://www.poiein.gr/2010/09/12/ieueco-eaooanuo-i-aiyeio-dhnioudhianaossa-ethaiico-iioaossnco/
Si trop battue
Je laisse un jour
Pencher sur la neige
L’âme violette
Si trop battue
Je laisse un jour
Tourner le ciel
D’acier mortel
Si trop battue
Je laisse un jour
Des mains crispées
Griffer la glace
Si trop battue
Je laisse un jour
Un long corps bleu
Porté à deux.
Πόνος
Τόσο πολύ δαρμένη
Θα αφήσω μια μέρα
Να γείρει πάνω στο χιόνι
Η μελανιασμένη ψυχή.
Τόσο πολύ δαρμένη
Θα αφήσω μια μέρα
Να γυρίσει ο ήλιος
Του θανάσιμου ατσαλιού
Τόσο πολύ δαρμένη
Θα αφήσω μια μέρα
Τα σφιγμένα χέρια
Να γρατζουνίσουν τον πάγο.
Τόσο πολύ δαρμένη
Θα αφήσω μια μέρα
Το ισχνό μπλαβιασμένο κορμί
Να το κουβαλήσουν δυο
*Από το “Neuengamme” (1945). Μετάφραση: Αλεξάνδρα Β.
In the land of begotten magpies, “within normal limits” the unstoppable flow of language in this book keeps trying to keep up with its thought(s), cos as Misha the Maniac sez YOU HAVE NOTHING TO LOSE BUT YOUR LANGUAGE — words popping in and out, stop starting, in a multiplicity of poetic forms (well executed), as the emotions having no time to rein themselves in, go on their trajectory.
This was the margarine spread over my toast this morning. “The” may be the tyranny of sentences, but “The poet” of “This” book, with “The” poems of inner conflict, must be welcomed afresh, distorted, and mutating, stretching, and screaming themselves into existence – like a meme “I am becoming a germ”.
Nothing is sacred here; “I don’t know what love is but it’s choking my oesophagus”, all is up for grabs, in every direction, in a masterful sense of awareness over the material of hospital encounters, and social contexts, where the body is not “The” site of suffering, but “a”. —– π.ο.
Θα μπορούσε να είναι έτσι:
Να ’χω δουλειά
Αυτό μονάχα
Ν’ αμείβομαι,
το βασικό
Να μπορώ απλώς να επιστρέφω κάθε μέρα
κατάκοπος στο καμαράκι
με το μεροκάματο στην τσέπη
και μ’ ένα λουλούδι για την καλή μου
Η αγκαλιά της να ’ναι η ξεκούρασή μου
ο έρωτάς της η ανάσα μου
Κι αύριο
ξανά
πάλι μια από τα ίδια
με μικρές παραλλαγές
ας πούμε: αντί λουλούδι, λουκούμια
ή ένας δίσκος τζαζ…
Τις Κυριακές, απόδραση, στο κύμα, στο ταβερνάκι
Τη μέρα του συλλαλητηρίου, στο συλλαλητήριο…
Χιονίζει σήμερα.
Δεν έχω μία.
Ούτε λουλούδι ούτε λουκούμι
Κάνω όνειρα «μικροαστικά»
Κι έτσι μου ’ρχεται να κλάψω-
δεν ξέρω αν
από απελπισία; ή απ’ την ομορφιά όλης αυτής της απλότητας;
Κεραυνός των προγόνων μας βροντάει στον αθέατο ουρανό.
.
Καμία ατομική βόμβα δεν πρόκειται να ανατινάξει την Αμερική, η ίδια
η Αμερική είναι μια βόμβα που θα εκραγεί στο εσωτερικό της.
.
Τα ποικίλα επίπεδα της ανθρώπινης θειότητας έχουν περιγραφεί στις
διάφορες θρησκείες οι οποίες προσφέρουν αιδώ και λαμπρότητα στην
κενή και τυφλή αιωνιότητα της καθημερινής προσμονής.
.
Η τελειότερη και ύστατη μορφή «καλοσύνης» είναι ανθρώπινη.
Το αληθινό έργο αφορά την πίστη.
.
Ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου έχει κολλήσει στον λαιμό μου και
με πνίγει.
.
Ο άνθρωπος είναι να υφίσταται ως νεαρό ζώο όχι ως παλαιό αντίγραφο
από καρμπόν.
*Από τον τόμο Book Of Sketches, Penguin Books 2006.
**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.
Αναπνέω,
κι ο αέρας στους πνεύμονές μου
είναι πια γνώση, είναι πια αγάπη, είναι πια χαρά,
χαρά βαθιά
που δεν μου φανερώνεται
παρά σαν μια προσκόλληση
χωρίς παύση τόσο βασικό –
στη μεγάλη των στιγμών διαδοχή
που αναπνέω,
αγκαλιάζοντας λίγο
της αερισμένης πελώριας διαύγειας.
Να ζεις, να ζεις, να απαγάγεις – της ζωής τον ρυθμό –
Όλον αυτόν τον κόσμο που ο αέρας μου προβάλει,
εκείνο – ο θεός γνωρίζει πώς – που προϋπάρχει
πιο πέρα
οπού στο οροπέδιο των χρόνων αυξάνει
τις χάρες του για μένα που αναπνέω,
αναπνέω στιγμή στη στιγμή,
μ΄ επαφή κατάλληλη
μ΄ εκείνη την πραγματικότητα που με τρέφει,
μ΄ ανυψώνει,
και μέσω θαυμάσιων ισορροπιών
με ξεπερνάει, με καταπλήσσει, με κυριαρχεί.
*Μετάφραση: Χριστίνα Κοροντζή.