Τάσος Γκόγκος, Τρία ποιήματα


Λεπτομέρεια από χαρακτικό του Gustave Doré (Paradise Lost 3, 1866).

Ανακύκλωση

Ανακυκλώνονται τα ποιήματα;
Στον κάδο του χαρτιού
λόγω του μέσου
σαν έρημος
ή σαν μέταλλα βαρέα που δηλητηριάζουν;

*
Μπαλκόνια

Να ποτίσουμε τα φυτά στα μπαλκόνια

Βγάζω απ’ τις βαλίτσες κάποια ποιήματα
Σταθμό Λαρίσης

και φεύγω πριν μ’ ακολουθήσουν

*

Πολιορκία

Μπορείς να πάρεις ένα τρένο

και πετάγεσαι έξω από την πολιορκία
αν συγκεντρωθείς θ’ ακούσεις

το σφυροκόπημα κάτω από την επιφάνεια
ποιήματα που ποδοπατιούνται

και μας κουβαλάνε.

Jean Cocteau, Άνθισε στο σκοτάδι

Άνθισε στο σκοτάδι
στο βάζο με το παχύ κρύσταλλο
περιστρέφω το δάχτυλο στην άκρη
λα δίαιση
τα ισχνά πέταλα λιώνουν
στην πλέξη
στη δαχτυλήθρα
αφαιρώντας από τα χρώματα την επιλογή
να μην μωβίσουν.
Κοιτώ πορσελάνηνα σημαίνει ακίνητα
εύθραυστα
όπως οντότητα
σαν κερί που σβήνεται γρήγορα στην άμμο
πριν καν στείλει την προσευχή.
Μεταφράζω το μίσχο
σε λατινικούς
χαρακτήρες.
Otterley.
Το κενό που υπολείπεται
ηχεί(ο) ανάμεσα.
Η νύχτα ήταν γεμάτη αντανακλάσεις
ποτήρια που κινούνται μόνα τους
θορύβους από μέσα προς τα έξω.
Γλασκώβεια σταγόνα ρωγμίζει
το τζάμι.
Φύλαξα το τελευταίο σπίρτο
όχι για τσιγάρο
μα για να αυτοπυρποληθώ.
αφού πρώτα λουστώ
το βλέμμα.

*Το ποίημα και το βίντεο της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nefelorpoetry.wordpress.com/2021/04/29/κοκτώ/

Χαραλαμπία Πνευματικού, Σε τρίτο ερωτικό

Πόνος έρχεται,
όμως, ποτέ δεν φτάνει
να σε λυτρώσει.

*

Κέντα με, νύχτα,
τα σχέδιά σου πια κανείς
δε λογαριάζει

*

Πώς πέρασαν τα
χρόνια μου τόσο άδεια
δεν κατάλαβα.

*

Έσταξες, ψυχή
μου, τόσο πόνο μέχρι
να με λυτρώσεις.

*

Ο πόνος φεύγει
και γυρίζει βιαστικά
μαζί με σένα.

*

Ο έρωτάς μου
όπλο πια στα χέρια του
πιο αδύναμου.

*

Περνά ο χρόνος
ο άνθρωπος μοναχός
ζητά συντροφιά.

*

Με εγκλώβισαν
οι σκέψεις και μου ’φεραν
το άρωμά σου.

*

Μαύρο το αίμα
που κυλά στις φλέβες των
ερωτευμένων.

*

Ζούσα ήρεμος
κι ήρθε φως κι εσύ
έφυγες πάλι.

*

Η -εν δυνάμει-
αυτοβιογραφία
είναι ποίηση.

*

Προσευχήσου να
πονώ, να μη στερεύει
η έμπνευσή μου.

*Aπό την συλλογή “Σε τρίτο ερωτικό – χαϊκού”, Εκδόσεις “Ιωλκός”, Αθήνα 2019.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2021/05/13/σε-τρίτο-ερωτικό-χαραλαμπία-πνευματι/

Αθηνά Αραπάκη, Δύο ποιήματα

ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Η ευτυχία υπάρχει
Παράλληλα από μας
Σ’ έναν κόσμο
Γεμάτο ήλιο

Τα βράδια
Ξαπλώνουμε μαζί
Και τα πρωινά
Σου φτιάχνω καφέ
Και παίζεις πιάνο για μένα
Δίπλα στο παράθυρο

Σου κρατάω το χέρι
Σφιχτά
Να μην μου φύγεις
Και εσύ με κοιτάς
Και στάζεις
Μέλι

Να με κοιτάς
Σε τούτον τον κόσμο τουλάχιστον
Να με κοιτάς
Αφού δεν μπορείς να μου παίζεις πιάνο
Ούτε να ξαπλώνεις δίπλα μου

Κοίτα με
Και εγώ θα χάνομαι
Στον άλλον τον κόσμο
Τον γεμάτο ήλιο

Κοίτα με
Και εγώ θα σ’ αγαπώ.

*

GIOCONDA

Το ταβάνι έχει πιάσει υγρασία
Πάει καιρός από την τελευταία φορά που στο είπα

Ήταν τότε που στάθηκες δίπλα μου
Βρήκες τάχα μια δικαιολογία
Κι άφησες το σώμα σου να γείρει πάνω στο δικό μου Απαλά
Ανεπαίσθητα

Εκείνο το βράδυ –ήτανε Σάββατο–
Το ταβάνι μου χαμογέλασε για πρώτη φορά
Κι ύστερα πάλι το επόμενο πρωί
Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Ώσπου πρόφερες τ’ όνομά μου

Όση υγρασία κ’ αν έχει πιάσει το ταβάνι
Έχει κ’ αυτό δικαίωμα στον έρωτα
Δεν νομίζεις;

*Από τη συλλογή “Amatum-19 – Ημερολόγιο Ποιησης Μάρτιος 2020-Δεκέμβριος 2020”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, 2021.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Συνέπειες δροσερού καλοκαιριού

Καλοκαίρι,
ένας Ιούλιος σπάνια δροσερός,
έτσι έκλεισε τον διακόπτη
του αυτόματου ποτίσματος
να τον ανοίξει πάλι
όταν ο καύσωνας θα ερχότανε
Ξαφνικά πέθανε ο διακόπτης
παρέμεινε κλειστός
ο καύσωνας δεν άργησε
τα λουλούδια ξεράθηκαν
και επειδή είχε τραβήξει
τον σύρτη της πόρτας
ο διάβολος τον πήρε
με την ησυχία του

*

Όταν χαλαρώνουν οι μεντεσέδες της πόρτας του πλυντηρίου πιάτων

Τα αγαπημένα ποιήματα
είναι φτιαγμένα απλά, με λέξεις
όπως το δροσερό αεράκι
μετά την καλοκαιρινή βροχή
Βελούδινο αίμα όπως το κρασί
στη θεία κοινωνία και
σάρκα αλμυρή από έρωτα
τους πόθους και το πάθος
Σύντομα ποιήματα που δίνουν λύσεις
όχι του γόρδιου δεσμού
απλούστερα και καθημερινά
Όπως όταν με μια πετσέτα
λύνεις το πρόβλημα στερέωσης
της πόρτας του πλυντηρίου πιάτων

*Από τη συλλογή “Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Μιχάλης Κατσαρός, Δεν ήρθα σαν ξένος

Και τώρα εγώ πάνω σ’ αυτό το οροπέδιο σας καλώ
Τώρα που θα βυθίσω το μαχαίρι στο στήθος μου
να σας δώσω το αίμα μου
Θα ‘χει τεράστιες πόρτες
Ουρανοί – ουρανοί, τρέμουν – τρέμουν κυλάνε

Μπροστά στα πόδια σας, στα όνειρά σας, στο ψωμί
κρότοι καταστροφής
και νέα αυγή κατεβαίνει
Ο άνεμός μου κάθε νύχτα με παγώνει
μα νέα αυγή κατεβαίνει

Και νέα αυγή κατεβαίνει

Μη με κοιτάτε παράξενα κανένας δε με γνωρίζει
Μη με κοιτάτε παράξενα κανείς σας δε με γνωρίζει
Δεν ήρθα να ξαφνιάσω τις μέρες σας
δεν κρατώ τη ρομφαία
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στο πλήθος σας
στους δρόμους, στις αρτηρίες

Δεν ήρθα να καταργήσω το νόμο
δεν κρατώ τη ρομφαία
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στους ήχους σας
Δεν ήρθα σαν ξένος, δεν ήρθα.

Νίκη Κωνσταντοπούλου, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Στατικό, Ψυχρό.
Αδιάλλακτο.
Απροσάρμοστο κι εκκεντρικό.
Μα έχει μια σιωπή βαθιά
σαν της ψυχής το κρίμα.
Εγκεφαλικά κύτταρα ξυπνά
απομονωμένα
και της καρδιάς το χτύπο επιταχύνει.
Σαν χάπι χημικό, εκστατικό
σαν όργιο διονυσιακό
χορεύει στο μυαλό σου
τη φυγή σου.

*

Η ΑΙΤΙΑ

Μικρός
κλαις
απ’
τον
πόνο.
Μεγάλος
απ’
τις
μνήμες.

*

ΑΤΙΤΛΟ

Κλαίει η καρδιά
το δάκρυ κυλάει στο πάτωμα
σκύβεις να το μαζέψεις
να το βάλεις στην τσέπη.
Κάθεσαι, σκέφτεσαι,
πόσες τσέπες έχεις άδειες
να μαζεύεις δάκρυα
πού θα βάλεις όλ’ αυτά τα δάκρυα
τώρα που έμεινες γυμνός από τσέπες;
Τώρα που άλλο δεν έχεις
απ’ το γυμνό κορμί σου.

*Από τη συλλογή “Εγώ, απέναντι”, εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Ζωή Καραπατάκη, Καλοκαίρι

Φώτο: AlexMil

Απόγευμα μες τον Ιούλιο
Μια μηχανή περνά με θόρυβο
και μας τυλίγει με τα αποπνικτικά σύννεφά της
Ο καβαλάρης της
ποντάρει στην απόδραση

Θα παρηγορηθούμε κι εμείς όμως
τώρα το καλοκαίρι ο ουρανός διαστέλλεται συνεχώς
ψηλώνει ο θόλος του
και το γαλανό τείνει χείρα φιλίας
Τα σπάνια λευκά σύννεφα
απέκτησαν την πυκνότητα του βαμβακιού
κι είναι απαλά σα να πρόκειται ν’ακουμπήσουν σε τραύματα

Λάμπει η ράχη του γιασεμιού
δίπλα σε γενναιόδωρα γεράνια
Φίλους αναζητά η θάλασσα
αιχμάλωτη της παγωνιάς τόσους μήνες
Τα ξέγνιαστα σανδάλια θα κυλήσουν στους δρόμους
και στα χέρια τα φρούτα
σα ζωντανά ημερολόγια

Κλείσε στο ντουλάπι αναμνήσεις
και ζοφερά φαντάσματα
Το θέρος σμιλεύει αλλιώτικες διαθέσεις
και σε κάνει να υποθέτεις ότι δεν αποκλείεται να υπάρχει
κάπου ένας Παράδεισος

Πάνος Κουτούλιας, Η παρουσία της σύγχρονης τέχνης

Raoul Ubac, Model for an Irrational Landscape, 1935

Μια ζεμπεκιά στην Πανεπιστημίου
να μπω στο μάτι του φούρναρη

— ο κουρελής της σημειολογίας —

να με στολίσει στη βιτρίνα με βρισίδια.

Μία καριέρα υποφερτή,
να υπαινίσσεται καραντίνες και σύνδρομα*
κι η αύρα της παράλυτη για όσο.

Ίσως το νιώσω αν εκπέμψω ραδιοφωνικός.

Ξέρεις, υπήρξανε κάποιοι σπουδαίοι
καθ’ όλα φυσιολογικοί.

Αποικιστής της ενόρασης, να ανορθώνω
τις παρανοήσεις.

Αυτά παθαίνει όποιος υπόσχεται μεγέθυνση
στα πάντα* σκάει επάνω του σκαιή κατάχρηση,
γερή μερίδα πόνου.

Αυτοοργανωμένο ατελέσφορο ροντέο

και πιο πολύ ακόμα κι απ’ τις αντιφάσεις,
συχνάζω, τελευταία, στις εμμονές*

άσε, για να πεθαίνουμε είμαστε τώρα;

*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.

Ηλίας Πετρόπουλος, Το σώμα

Έργο Francis Picabia

Οι άνδρες, ενώπιον μιας γυμνής γυναίκας, είναι περισσότερο
ντροπαλοί απ’ όσον υποθέτετε.
Αγκαλιασέ με και πνίξε με, η αισχρότης το καύχημά μου.
Για το χατίρι της αγαπημένης γίνομαι Λερναία Ύδρα.
Η δραματικότης της ανθρώπινης ψυχής, ερίδεται στην υποχρεωτική
συγχώρηση που παρέχει ο καθείς εις εαυτόν για την ανηθικότητά του.
Μίσος έρως μαύρος.
Η ιδεώδης ερωτική πράξη με δάκρυα λήγει.
Στου φιλώ τα μάτια, γιατί κι εσύ νιώθεις ότι ο έρως
αποτελεί το απαράδεκτον λάθος της φύσεως.

Δύο εραστές δύο συνένοχοι δύο.
Όποιος επαφίεται στη μοίρα ζει στην αλήθεια.
Όμως και τα αισθήματα αποταμιεύονται.
Τώρα σ’ αγαπώ, και τώρα νιώθω σα νάχω βγάλει φύλλα.
Με γιασεμιά στολίζω τις μουχλιασμένες σου μασχάλες.
(Είναι φορεύς συνειδήσεως ο ερωτευμένος;)
Κάτι το ζωώδες ενυπάρχει στην λατρεία της γυναικείας ομορφιάς.
Το κάλλος η φιλοδοξία της νεότητος.
Ω, αιδοίον, χοάνη του διαβόλου: ω, αιδοίον, δοξασμένε νεροχύτη·
ω, αιδοίον, Μέκκα των λογισμών μου· ω, μακεδονικέ ουρανέ.

1972