Μια Καφκική μεταμόρφωση «εν εξελίξει»;

Ελίνα Κουρεμπανά*

Η Μεταμόρφωση του Κάφκα είναι ένα απ’ αυτά τα βιβλία που «πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας», όπως έγραφε ο συγγραφέας σε επιστολές του προς τον Όσκαρ Πόλλακ, μερικά χρόνια πριν τη συγγραφή της Μεταμόρφωσης. Ένα βιβλίο που είναι στην πραγματικότητα ένα «αντιπαραμύθι στον κόσμο των παραμυθιών» και εντάσσεται ακριβώς σε αυτή την κατηγορία βιβλίων.

Πόσο αντιφατικό να μιλάμε για μεταμόρφωση, μια λέξη με θετικό τις περισσότερες φορές πρόσημο και να εννοούμε κατά βάθος την πιο καταστρεπτική, αυτή που ευχόμαστε να μην μας συμβεί ποτέ κι αν ποτέ συμβεί δεν το καταλαβαίνουμε καν… Ειρωνικό και ταυτόχρονα τόσο ρεαλιστικό. Χαρακτηριστικό της εποχής μας αλλά και αλλοτινών εποχών, όπως διαπιστώνουμε… Πόσο διαχρονικό πράγμα η μεταμόρφωση και μάλιστα εκείνη με την αρνητική έννοια.

Ποια η έννοια της Μεταμόρφωσης;

Όταν μιλάμε για μεταμόρφωση, μιλάμε συνήθως για μια αλλαγή μορφής, φύσης ή δομής τόσο σημαντική ώστε το ον ή το αντικείμενο που την υφίσταται να μην είναι πλέον αναγνωρίσιμο. Την μεταμόρφωση την αντιλαμβανόμαστε κυρίως ως μια θετική αλλαγή, πρόκειται για μια έννοια με θετικό πρόσημο και αφορά κυρίως την μορφή, μια αλλαγή στην μορφή, τη μορφολογία του ανθρώπου.

Ουσιαστική μεταμόρφωση είναι αυτή που ξεκινά από μέσα μας και ακτινοβολεί στη συνέχεια μέσα από το βλέμμα μας, διαφαίνεται μέσα από την αύρα μας. Αυτό που έχει ουσιαστική σημασία είναι η «εσωτερική» μεταμόρφωση. Τι γίνεται όμως όταν διενεργείται μια δυσάρεστη μεταμόρφωση; Εκείνη που μπορεί να παρασύρει σε μια σκοτεινή άβυσσο, χωρίς αχτίδα διεξόδου; Αυτό ακριβώς πραγματεύεται ο Κάφκα στην «Μεταμόρφωσή» του.

Η Μεταμόρφωση του Κάφκα

Σε αυτό το μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1913, το φανταστικό στοιχείο είναι έντονο ήδη από την πρώτη σελίδα, όταν ο Γκρεγκόρ Σάμσα, ένας αντιπρόσωπος πωλήσεων, ξυπνά μέσα στο απαίσιο και αποκρουστικό σώμα ενός σκαθαριού.

Έτσι λοιπόν ξεκινά «η μεταμόρφωση», ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε στα γερμανικά από τον Franz Kafka (1883-1924) στα τέλη του 1912 και δημοσιεύθηκε πριν από εκατό χρόνια. Το μακρύτερο από τα κείμενα που δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του συγγραφέα και το οποίο γεννήθηκε σε μια οικεία στιγμή απογοήτευσης: “Θέλω να καταγράψω μια μικρή ιστορία που μου ήρθε στο μυαλό ενώ βρισκόμουν σε μεγάλη υπερένταση και με βασανίζει βαθιά μέσα μου, όπως παραδέχεται σε επιστολή του στις 17 Νοεμβρίου 1912 στην Felice Bauer, ένα νεαρό κορίτσι που ερωτεύτηκε το προηγούμενο καλοκαίρι.

Θέματα καθημερινότητας και κοινωνική απομόνωση

Πέρα από τη μορφή του, αυτό το μυθιστόρημα, του οποίου το στυλ βρίσκεται πιο κοντά στο διήγημα, ανοίγει αρκετές πύλες προβληματισμού σχετικά με θέματα που μας απασχολούν όλους, απλά και καθημερινά, όπως η εργασία, οι κοινωνικές σχέσεις, η εξάρτηση και η οικογένεια. Πολλά είναι τα ερωτήματα που εγείρονται, αλλά ο αναγνώστης καλείται μόνος του να βρει τις απαντήσεις.

Το σώμα και το πνεύμα

Στο διήγημα του Κάφκα παρατηρούμε να εκτυλίσσεται με μια εκπληκτική απλότητα η διεργασία του μετασχηματισμού, η διαδικασία μιας αναμφισβήτητα πρωτόγνωρης μεταμόρφωσης που παρουσιάζεται ως πραγματικό γεγονός. Η δύναμη της ιστορίας έγκειται στο ανεξάντλητο ξεδιπλώμά της: όλα φαίνεται να εξελίσσονται σταδιακά σύμφωνα με μια καταστροφική λογική.

Ο Γκρέγκορ Σάμσα που μας παρουσιάζεται στην αρχή ως ένας πειθήνιος υπάλληλος και γιος μιας μεσοαστής οικογένειας, χάνει την ανθρώπινή του διάσταση, δεν έχει πια ανθρώπινη μορφή, παρά μόνο συνείδηση, η οποία και διατηρείται μέσα σε ένα νέο σώμα. Η υπόλοιπη ιστορία εξελίσσεται με τον ήρωα να υποβιβάζεται διαρκώς και να μην μπορεί καν να αντιδράσει.. Κατά κύριο λόγο, η ιστορία απεικονίζει την αγωνία της «πτώσης» που περνά μέσα από τρία στάδια: τον περιορισμό, τη σιωπή και τη μοναξιά.

Αφού ο ήρωας μας έχασε την ανθρώπινη όψη του, χάνει σταδιακά τα πάντα. Περισσότερο από τη μεταμόρφωσή του, είναι η αδυναμία επικοινωνίας που τον καταστρέφει αργά αργά… Αντιμέτωπος με τον τρόμο εκείνων που ανακαλύπτουν την αποκρουστική μετατροπή του, αφήνει αυτές τις τελευταίες λέξεις: «Μητέρα, μητέρα». Μετά ακολουθεί σιωπή. Όλα όσα διασχίζουν το μυαλό του, οι παρατηρήσεις, οι υποθέσεις που κάνει έρχονται αντιμέτωπες με την οριστική απουσία συνομιλητή. Αυτή η αδυναμία υποβολής ερωτήσεων και λήψης απαντήσεων αποδυναμώνει τις πνευματικές ικανότητές του Γκρεγκόρ και συνειδητοποιεί ότι είναι πραγματικά μόνος του σε όλο αυτό.

Πρόκειται για ένα από τα βιβλία που μπορούν να σε στιγματίσουν ιδιαιτέρως, αφού όλο και κάποιο «αγκαθάκι» σου θα πιάσει.. Θέματα όπως η εγκατάλειψη, η μοναχικότητα, η αποξένωση διαχειρίζονται με τρόπο μαεστρικό, προκαλώντας έναν ίλιγγο των αισθήσεων.

Η αβεβαιότητα της ύπαρξης και η απειλή εξαφάνισης

Στην μεταμόρφωση του Κάφκα όλοι συναντάμε κομμάτια της καθημερινότητάς μας.. Με το σημερινό σύστημα να απορροφά και να καταπίνει σε μια δίνη δίχως σταματημό τον άνθρωπο που προσπαθεί να εξισορροπήσει ανάμεσα στα πρέπει και στα θέλω του, στις κοινωνικές επιταγές και στις εσωτερικές του ανάγκες, αυτές της ανάγκες της «ονειροπόλας εσωτερικής ζωής» όπως χαρακτηριστικά επισήμαινε ο Κάφκα. Ναι, δυστυχώς η χρυσή τομή είναι δύσκολο να βρεθεί έως ακατόρθωτο να επιτευχθεί, με αποτέλεσμα την αποξένωση από την κοινωνία αλλά και τον ίδιο τον μας τον εαυτό… Αυτή ακριβώς ήταν και η εσωτερική πάλη του Φράντς Κάφκα διατηρώντας ένα επάγγελμα που δεν του άρεσε και τον απομάκρυνε από την «μοναδική» όπως ο ίδιος θεωρούσε δεξιότητά του να αναπτύσσεται και να νιώθει ο εαυτός του, τη συγγραφή.

Αγωνία της ύπαρξης

«Σ’εμένα μπορεί εύκολα να βρεθεί η αναγκαία συγκέντρωση για γράψιμο. Όταν ήταν εμφανές στον οργανισμό μου ότι η λογοτεχνία είναι η πιο παραγωγική εκδήλωση της προσωπικότητάς μου, όλα στράφηκαν προς αυτή την κατεύθυνση και άφησαν κενές όλες τις ικανότητες που προσανατολίζονταν προς τις ηδονές του σεξ, του φαγητού, του ποτού, του φιλοσοφικού διαλογισμού και κυρίως της μουσικής.

Ατρόφησα σε όλες αυτές τις πλευρές. Κι αυτό ήταν αναγκαίο γιατί οι συνολικές μου δυνάμεις ήταν τόσο περιορισμένες, που ακόμα κι ενωμένες όλες μαζί μόνο μέτρια θα μπορούσαν να υπηρετήσουν τον σκοπό του γραψίματος. Φυσικά, δε βρήκα τον σκοπό αυτό με τρόπο ανεξάρτητο και συνειδητό· ο σκοπός βρέθηκε από μόνος του και τώρα εμποδίζεται από την δουλειά στο γραφείο μόνο, αλλά πλήρως.»

Αυτή η δραστηριότητα στο γραφείο, όπως αναφέρει ήταν ένα «αναγκαίο κακό στην ζωή του» καθώς βοηθούσε την οικογένειά του, της οποίας τα οικονομικά είχαν επηρεαστεί από την οικονομική κρίση της εποχής και η οικογενειακή επιχείρηση από εκεί που τους είχε παράσχει μια θέση στην αστική τάξη της Τσεχίας, κινδύνευε να τους τα πάρει πίσω…

Η αποξένωσή του λόγω της μεταμόρφωσής του μέσα στο διήγημα μπορεί να θεωρηθεί ως προέκταση της απομόνωσης που βίωσε στο παρελθόν ο συγγραφέας. Βαθιά στο κρεβάτι του, παρόλο που το σώμα του δεν κινείται, ο Γκρεγκόρ σκέφτεται… Στο τέλος της ιστορίας αυτή η συμβολική απομόνωση, η βαθμιαία εξαφάνιση αλληλεγγύης και νιασίματος από την ίδια την οικογένεια, η έλλειψη ανθρωπιάς βρίσκεται στο απόγειό της.

Διαδικασία μετασχηματισμού

Πιο επίκαιρο από ποτέ, αφού παρατηρείται μια ανεπιστρεπτί πορεία κοινωνικής μεταμόρφωσης και μετασχηματισμών, με το άτομο να οδηγείται σε μια επιβεβλημένη και ακούσια απομόνωση, η οποία σταδιακά κινδυνεύει να γίνει μια κανονικότητα. Μια μεθοδική και σιωπηλή αποξένωση όχι μόνο από τους άλλους αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό..

Τα ηθικά διδάγματα αυτής της ιστορίας πολλά και οι ερμηνείες ανοιχτές. Πόσο ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει να αποτελεί γρανάζι ενός νοσηρού συστήματος, σε ποιό βαθμό μας καθορίζουν οι κοινωνικές συναναστροφές αποτελούν μερικά από τα ερωτήματα που γεννώνται μέσα από την ανάγνωση της «Μεταμόρφωσης». Κλείνοντας, ο καθένας θα πρέπει να αναζητάει την αέναη δική του μεταμόρφωσή, εκείνη την μεταμόρφωση που είναι συνώνυμο της βελτίωσης, της εξέλιξης, πρώτα σε ανθρώπινο επίπεδο και μετά σταδιακά σε όλα τα άλλα…

17 Μαΐου 2021

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://calendart.gr/mia-kafkiki-metamorfosi-en-exelixei/?fbclid=IwAR1CzSu2OH6udYqerbvyCqqw6C1ocfrJ3giMpBAdNC8u7SFvKV33SNRoCzY

Pat Parker, Δύο ποιήματα

Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕΣ ΠΙΣΩ

Προσπάθησες ποτέ σου να πιάσεις ένα δάκρυ;
Να το πιάσεις με τα δάχτυλα λυγισμένα.
Να το πιέσεις ενάντια στα βλέφαρα,
Και να εύχεσαι τη στιγμή-

Ή να φυλακίσεις πικρές λέξεις
Που σκίστηκαν απ’ τον λαιμό σου σαν ξύλα
Και να τις περικλείσεις –
νησίδες της στιγμής.

Δεν πιστεύω ότι όλα είναι δυνατά
Δημιουργώντας τον μύθο της μοντέρνας Αμερικής.
Δεν μπορώ να διασχίσω έναν ωκεανό.
Προσπαθώ το μήκος μιας πισίνας.

*

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ

Δεν είναι πολιτικά ορθό
να απαιτείς μονογαμικές
σχέσεις- ‘ ·

Είναι συναισθηματική ανασφάλεια
να ζητάς
να σου ανήκει
η ψυχή του άλλου
ή το σώμα του &
κάνει κακό στον ψυχισμό ενός ανθρώπου
να περιορίζεις το να δίνει και
να παίρνει αγάπη.

Εγώ, είμαι
τελείως αντίθετη στις
μονογαμικές σχέσεις
εκτός αν
είμαι
ερωτευμένη.


*Από το βιβλίο με τίτλο «Αγάπη Δικαιοσύνη Ελευθερία – Επιλογή ποιημάτων», σε ανθολόγηση και μετάφραση Νίκης Κωνσταντοπούλου. Εκδόσεις «Βακχικόν» , Απρίλιος 2021.

Robert Creeley, Δύο ποιήματα

Θα νικήσω

Θα νικήσω με τον τρόπο
που πάντα κερδίζω
έχοντας φύγει
όταν έρθουν εκείνοι.

Όταν κοιτάξουν, δεν θα δουν
τίποτα από μένα
και πού βρίσκομαι
δεν θα γνωρίζουν.

Αυτός, σκέφτηκα, είναι ο τρόπος μου
και σωστός ή λάθος
είναι δικός μου. Νεκρός όντας, λοιπόν,
θα είμαι νικητής απόλυτος.

*

Το μέτρο

Δεν μπορώ
να κινηθώ προς τα πίσω
Ή προς τα εμπρός.
Είμαι εγκλωβισμένος

μέσα στον χρόνο
ως μέτρο.
Δεν σκεφτόμαστε παρά
αυτό που σκεφτόμαστε-

για κανέναν άλλον λόγο
δεν σκεφτόμαστε παρά για
να σκεφτούμε –

Ο καθένας μόνος του.

*Από τη συλλογή The Collected Poems 1975-2005, University of California Press, 2006.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Γ.Δ. Σέρμυντ, Τρία ποιήματα

Τοπία

Κάθε φορά που κοιτάζω έναν βράχο
σε σκέφτομαι.

Τότε,
γυρίζω το βλέμμα μου στη θάλασσα
και σε θυμάμαι.

*

Επαληθεύσεις

Έλεγες πέτρες είμαστε.
Κάποιος μας σήκωσε και
αδιάφορα μας πέταξε
στη θάλασσα.
Τώρα
σηκώνουμε το βάρος
των απρόσιτων λιμανιών.

Χρόνια αργότερα
σε θυμήθηκα
ένα μεσημέρι του Ιούλη
βγαίνοντας απ’ το νερό
με δέρμα σκισμένο
λίγο κάτω από την κνήμη
στο πρώτο μακροβούτι
του καλοκαιριού.

*

Νυχτερινή κιβωτός

Ξημερώνει πρωινό Σαββάτου
μα μέσα μου
είναι ακόμα Πέμπτη.
Δύο μέρες, τις έχασα
μες στα σκεπάσματά σου

αγνοούμενες
της νυχτερινής μας
κιβωτού.

Ίσως τις βρεις
να περισώνουν όνειρα
ξαγρυπνώντας
πλάι στους αστραγάλους σου.

*Από τη συλλογή “υγροί μετεωρίτες”, πρότζεκτ ερσίλια, 2012.

Βασίλης Βασιλειάδης, Νon provincial ποίηση

Με κοιτούσε γιά λίγα λεπτά άφωνη.
Πλησίασε χτυπώντας με τόν δείκτη τού χεριού της τό στήθος μου
“νομίζεις
πώς μπορούμε εγώ κι εσύ
όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω μας
νά έχουμε ένα συλλογικό μέλλον
χωρίς νά πέφτει επάνω μας
έστω και μία αχτίδα
από τό φώς τής Ουτοπίας;
Ποιά κοινωνία
ποιός άνθρωπος
μπορεί να επιβιώσει
χωρίς νά βλέπει
έστω καί μία αχτίδα
από τό φώς τής Ουτοπίας;”
Έσκυψε το κεφάλι της
καί ψιθύρισε
“ακόμη κι αν δεν υπάρχει
η γαμημένη Ουτοπία
ακόμη κι αν ξεμείναμε από αυτή, εξαιτίας τών τρόπων
πού καταλαβαίνουμε καί ζούμε τή ζωή μας,
πάντα πρέπει νά τή δημιουργούμε μόνοι μας,
να τη βάζουμε σάν φώς στη ζήση μας”

Θεσσαλονίκη, 2019

Lisa Suhair Majaj, Θραύσματα

Μια τεχνική αποτυχία ένα τρομερό ατύχημα ένα ατυχές
γεγονός λυπηρό αλλά αναγκαίο έπρεπε
να δράσουμε δεν είχαμε επιλογή

Οι δικαιολογίες συσσωρεύονται σαν μέλη σώματος (χάσκον σαγόνι με κίτρινα δόντια χωρισμένο από το κεφάλι του, λαιμός κομμένος κάτω από πηγούνι που απουσιάζει, καμένο σώμα ξεφλουδισμένο σαν τσουρουφλισμένο χαρτί, μυαλό χυμένο από ένα σπασμένο κρανίο παιδικού μεγέθους, κομμένο χέρι που ακόμα γραπώνει).

Τα μέρη δεν φτιάχνουν ένα σύνολο.
Συνεργεία διάσωσης μαζεύουν κεφάλια και χέρια απ’ τον δρόμο μέσα σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών ξαπλώνουν αποκεφαλισμένα σώματα σε ασημένια φορεία νεκροτομείου, στοιβάζουν αποφύσεις δίπλα τους σαν χαμένα κομμάτια παζλ, μετά πάνε σπίτι και κρατάνε τα κεφάλια τους ανάμεσα στα χέρια τους.

Ίσως προσεύχονται για αμνησία. Ίσως ψάχνουν
για απαντήσεις: πόσα χέρια χρειάζονται για να σταματήσει να αιμορραγεί μια πληγή που δε σταματά να ματώνει, πώς να θυμηθείς το όνειρο μιας κανονικής ζωής. Μπορεί ένα σώμα δίχως κεφάλι δίχως χέρια να νανουρίσει ένα παιδί, να χαιρετήσει έναν γείτονα, να φυτέψει έναν μπαξέ, να οργώσει ένα χωράφι, να υπογράψει μια συνθήκη ειρήνης;

Μερικοί νεκροί διατήρησαν τα κεφάλια τους. Μια νεαρή μητέρα κείται κέρινη, κρατάει δυο παιδιά σε μια άκαμπτη αγκαλιά, πορτρέτο σε ύπνο ελαφρύ που διαψεύδεται απ’ το αίμα που κηλιδώνει τα μάγουλά τους –το στόμα του βρέφους ελαφρώς ανοιχτό, σαν να ονειρεύεται ένα στήθος, τη ζεστή ροή απ’ το γάλα˙ ένα μικρό κορίτσι με ανακατεμένα μαλλιά μετατρέπεται σε όνειρο θανάτου.

Μέρος αυτών έχει ειπωθεί φωναχτά εκατομμύρια φορές.
Μέρος αυτών δεν θ’ ακουστεί ποτέ.
Μέρος αυτών αντανακλάται σαν ήσυχο φως από το ρεύμα ανεπεξέργαστων αποβλήτων
και από τις λίμνες που αχνοφέγγουν αίμα στους δρόμους της Γάζας.
Μέρος αυτών κρύβεται πίσω από τίτλους ειδήσεων
όπου αυτό το θραύσμα της ιστορίας δεν θα ειπωθεί ποτέ.

Μπέιτ Χανούν, Νοέμβριος 2006

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν #10 (2014). Η Lisa Suhair Majaj είναι Παλαιστίνια-Αμερικανή και το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή της “Γεωγραφίες Φωτός”.
**Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου
***Εικονογράφηση: Νεκτάριος Παππάς
****Μπορείτε να κατεβάσετε το τεύχος στο παρακάτω λινκ: https://teflon.files.wordpress.com/2020/04/10teflon-full.pdf

Εύη Γκάλαβου, Τρία ποιήματα

  1. Κάτι πήγα να γράψω σήμερα, ανήμερα της διάρκειας
    δεν μπορούσα να θυμηθώ τι χρώμα είχαν τα χέρια σου. 
    Έτρεμαν;
    Ξανά συστήνομαι εμπρός τους, παριστάνω την αθωότητα μήπως
    και κερδίσω μια ανάμνηση παραπάνω στο έτος κατασκευής ονείρων και με βοηθήσει με εκείνο το ρημαγμένο ποίημα για τα χέρια
    που ακόμα δεν θυμάμαι τι χρώμα είχαν. 

2. Άλλαξε ο χρόνος της προσφοράς και επέστρεψε στα βήματα του.
Πάλι θα ζήσουμε τα ίδια,
μια επανάληψη των χρονικών διαστημάτων
στη μέση της ζωής.

Μου φωνάζεις να γράφω για τα χέρια σου, 
μα τα χέρια μου χαϊδεύουν λέξεις
για τα χείλη σου. 

Τι τους ετοίμασες σήμερα; 

Ποια νύμφη θα θυσιάσεις σ εκείνα τα χείλη που μιλάνε για έρωτα; 

  1. Μην ερωτευτείς τα χέρια μου, της λέει τα βράδια κάθε φορά που τα απομακρύνει απ’ το γυμνό της σώμα καθώς χαϊδεύει τελευταίο σημείο τα στήθη της.
    Εκείνη τα βράδια κλαίει μαζί με τους οργασμούς της για τα δάχτυλα όλο γοητεία που περιφέρονται γύρω της και μέσα της και πάνω της και τα αφήνει αφίλητα να μαραζώνουν κρεμασμένα στο σώμα του.
    Κι όταν τα αγγίζει… ω, τι γεύση έχουν, τι σχήμα τους δίνει μέσα στα χέρια της όταν τα κλείνει! Θα μπορούσε μια αιωνιότητα να ζήσει μαζί τους χωρίς το σώμα του, χωρίς τα φιλιά του, χωρίς τη φωνή του, άλλωστε έτσι ζει τόσα βράδια.
    Εκείνος έρχεται όταν την ποθεί από τρέλα, από ζήλια, από αγωνία, από την ανησυχία του μήπως εκείνη ξέχασε τα χέρια του κι ας καμώνεται πως έχει υπεροχή πάνω τους.

Έτσι κυλάνε οι χρόνοι τους με χέρια μπλεγμένα στα στήθη, στα δάκρυα, στους οργασμούς και στα τελευταία φιλιά εκεί στα ακροδάχτυλα.

*Από τη συλλογή «Τα Χέρια», 2021.

Αλεξάνδρα Β., Αισθητική

Τρία κορίτσια φωτογραφίζονταν
Βούιζαν ανέμελα, φλύαρα
με τα μεγαμπάιτ στο ένα χέρι
Έφυγαν οι πολύχρωμες μάσκες
Τα χέρια πήραν τη γνωστή στάση
Πολύσπαστα κορμιά
Δάκτυλα αυτιστικά
Πάλευαν την έκφραση
Στάθηκαν στον πράσινο κάδο
με την ξεθωριασμένη λέξη
του μαρκαδόρου
Ο κάδος έχασκε παραφορτωμένος
Τα σκουπίδια απόρησαν
Με την αισθητική άποψη
Πετάχτηκαν οι μύγες ενοχλημένες
Ζούμε σκουπιδότοπους
Αποποιηθήκαμε την τέχνη
Μηδενισμός ραδιενεργός
Η φωτογραφία θα χειροκροτηθεί
Το γυαλί και το σίδερο θα πνίγει
το μάρμαρο
Το σκυρόδεμα επιβεβαίωσε ότι
φωτογραφίζουμε απλώς πέτρες
Αρχαίες
Σκουπίδια παρελθόντος

Benjamin Peret, Από την κλειδαρότρυπα

Σήκωσε το κεφάλι και κάνε τον πεθαμένο
Όταν θα φύγεις με τα πόδια μπροστά
τα κάγκελα του κλουβιού θα έχουν ελαφριά φτερά
τα οποία θα δώσουν το σήμα της επίθεσης μες στο υπόγειο
και οι υγρές αναπνοές των μεταχειρισμένων χαλιών
θα σαρώσουν βαριά τις ύποπτες κραυγές των πουλερικών
Μεσάνυχτα ακριβώς μέσα στην έρημη καπνοδόχο
σαν ένας ριψοκίνδυνος αρουραίος
θα ξαναζωντανέψει το ντροπαλό χαμόγελο των καινούργιων κασκέτων
που ταξιδεύοντας στην σκιά
βλέπουν να περνούν από κοντά τους τα κλειστά παντζούρια
που δεν έχουν σκεφτεί ποτέ τα βάσανα των φιδιών καθισμένων οκλαδόν
μπροστά στις μεγάλες αυλόπορτες
Θα είναι νύχτα ίσως και ημέρα
Τα μεγάλα δέντρα θα είναι νεκρά
και τα στήθη που κρέμονται από τα κλαδιά τους
θα ανασηκωθούν κανονικά για να γνωστοποιήσουν τον ύπνο τους
Δεν θα πιαστείς κορόιδο όπως τα ξύλα του παρκέ
θα γελάς όμως δυνατά για να τρομάξεις τα μπαλκόνια
κακοπλυμένα κουρέλια που στεγνώνουν δίχως ελπίδα να στεγνώσουν
όπως πεθαίνεις
πληγωμένος στην άκρη ενός δάσους
και παρακολουθούμενος απ’ τις μεγάλες λευκές πεταλούδες
χορταρένια πουκάμισα
Όλα αυτά όλα αυτά γιατί ένας σκύλος τρέχει πίσω από την ουρά του
και δεν την βρίσκει ποτέ
γιατί τα λιθόστρωτα έχουν βγει κατά πυκνές σειρές και απειλούν τους ποταμούς
γιατί τα φυτά μαραζώνουν μέσα σε αχρησιμοποίητα σκάφανδρα
γιατί το νερό δεν στάζει πια ανάμεσα στα δάχτυλα
όλα αυτά τέλος πάντων γιατί εσύ δεν είσαι πια παρά μια φιγούρα
κομμένη σε ένα χαρτονόμισμα

*Από το βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ, Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα”, εκδ, Ύψιλον βιβλία, 2007. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ημερήσια παραφορά


Gina Litherland, Wolf Alice (for Angela Carter) (2011)

Δε ξέρουν οι άνθρωποι ν’ αγαπούν
Ούτε λέρωσαν ποτέ τα χέρια τους
Με ερειπωμένα στοιχειά των συμβάντων
Μέσα στα αστικά δαίδαλα και τα
Κοσμοπλημμυρισμένα κέντρα
Ό,τι γνωρίζεις είναι τα ονόματά των
Δρόμων και ετούτη η κίνηση που
Σφυροκοπά μέσα στη φλέβα σαν άγχος
Σαν άγχος υπαρξιακό
Εσένα σε ξεγέννησαν βρισιές και κορναρίσματα
Φρένα στους δρόμους λίγο πριν σκοτωθούν
Οι άνθρωποι, ναι οι άνθρωποι
Για λίγο θάνατο ακόμη, αφού δε ξέρουν
Ν’ αγαπούν, όπως όταν θέλουν να
Να αγοράσουν φτηνά, βολτάρουν
Στα κινέζικα Αγησιλάου και Μενάνδρου
Βουτώντας θαρρετά από τις χαρτόκουτες
Δαντελένια βρακιά φακουδάκια με κορδόνια
Και μπρελόκ ποδοσφαιρικών ομάδων
Πόσο πάει η Μπαρτσελόνα, πέντε,
Σου δίνω δύο, όχι πέντε, α να χαθείς κιτρινιάρη
Πέντε τα δάχτυλα στο πόδι του παιδιού μου
Πέντε ωκεανοί να ξεπλύνουν τη φιλονικία
Πέντε φορές να στραφούν αλλού τα μάτια μου
Και τα χέρια του υψώνονται να χτυπήσουν
Και φάσκελα κατάρες χριστοπαναγίες στο Θεό
Που σφήνωσε ψηλά μέσα στο γαλάζιο
Ανάμεσα σε απρεπή κτίρια που νοικιάζουν
Νταβαντζήδες και ξοφλημένοι καλλιτέχνες
Πιο κάτω, ο πατέρας βαφτίζει ένα μωρό
Αγίας Τριάδος και μπουρδέλου γωνία
Πιστεύω εις ένα Θεό πατέρα παντοκράτορα
Τι χαρά μεγάλη ο προαύλειος χώρος
Το γλυκό και το παιδί μέσα μου χοροπηδάει
Πάνω στα πλακάκια προσηλυτισμένο και
Ολότελα ευτυχισμένο. Άραγε, τότε, έκλαιγε
Από θλίψη ο δρόμος που σαλεύει κάθε τόσο
Στα φανάρια; Ένας νέος ακραιφνώς
Ναρκωμένος από ουσία χύνεται στο
Πάτωμα του λεωφορείου μιλώντας στα πόδια μου
Τα πόδια μου εραστές των πουλιών που δεν
Πέταξαν ακόμη πάνω από το ωράριο εργασίας
……………………………………………..
Κι απλώνει τα χέρια του να χαϊδέψει τα φτερά τους
Σαν του Ερμή τις φτέρνες πάνω στο βράχο
Και τις φιλώ, μου λέει, κοιτώντας δειλά προς τα πάνω
Ύστερα εντελώς απροσδόκητα φωνάζει
Χθες και σήμερα δόλια απάτη η ανθρωπότης!
Γιατί δε μύρισε κάτι απλό να το θαυμάσει
Ένα κτενόχορτο, μια μυριαλίδα ανθισμένη
Προτού να τη ρίξει στο ταψί μαζί με τα
Εντόσθια των κατοικίδιων ζώων του
Δεν ξέρει, όχι δεν ξέρει ν’ αγαπά
Κι ας αγαπά, αστείο κορίτσι, μα σκέψου
Η πόρτα του παραδείσου κλείνει και
Απ’ έξω κοντοστέκεται μια Εύα κρατώντας
Βαριά βαλίτσα και ένας Αδάμ με πληγές
Από την χαμένη του σάρκα
Να τη βρίζει και να τη χτυπά
Που τον παρέσυρε στο κακό