Τρία κορίτσια φωτογραφίζονταν
Βούιζαν ανέμελα, φλύαρα
με τα μεγαμπάιτ στο ένα χέρι
Έφυγαν οι πολύχρωμες μάσκες
Τα χέρια πήραν τη γνωστή στάση
Πολύσπαστα κορμιά
Δάκτυλα αυτιστικά
Πάλευαν την έκφραση
Στάθηκαν στον πράσινο κάδο
με την ξεθωριασμένη λέξη
του μαρκαδόρου
Ο κάδος έχασκε παραφορτωμένος
Τα σκουπίδια απόρησαν
Με την αισθητική άποψη
Πετάχτηκαν οι μύγες ενοχλημένες
Ζούμε σκουπιδότοπους
Αποποιηθήκαμε την τέχνη
Μηδενισμός ραδιενεργός
Η φωτογραφία θα χειροκροτηθεί
Το γυαλί και το σίδερο θα πνίγει
το μάρμαρο
Το σκυρόδεμα επιβεβαίωσε ότι
φωτογραφίζουμε απλώς πέτρες
Αρχαίες
Σκουπίδια παρελθόντος
Category Archives: Uncategorized
Benjamin Peret, Από την κλειδαρότρυπα
Σήκωσε το κεφάλι και κάνε τον πεθαμένο
Όταν θα φύγεις με τα πόδια μπροστά
τα κάγκελα του κλουβιού θα έχουν ελαφριά φτερά
τα οποία θα δώσουν το σήμα της επίθεσης μες στο υπόγειο
και οι υγρές αναπνοές των μεταχειρισμένων χαλιών
θα σαρώσουν βαριά τις ύποπτες κραυγές των πουλερικών
Μεσάνυχτα ακριβώς μέσα στην έρημη καπνοδόχο
σαν ένας ριψοκίνδυνος αρουραίος
θα ξαναζωντανέψει το ντροπαλό χαμόγελο των καινούργιων κασκέτων
που ταξιδεύοντας στην σκιά
βλέπουν να περνούν από κοντά τους τα κλειστά παντζούρια
που δεν έχουν σκεφτεί ποτέ τα βάσανα των φιδιών καθισμένων οκλαδόν
μπροστά στις μεγάλες αυλόπορτες
Θα είναι νύχτα ίσως και ημέρα
Τα μεγάλα δέντρα θα είναι νεκρά
και τα στήθη που κρέμονται από τα κλαδιά τους
θα ανασηκωθούν κανονικά για να γνωστοποιήσουν τον ύπνο τους
Δεν θα πιαστείς κορόιδο όπως τα ξύλα του παρκέ
θα γελάς όμως δυνατά για να τρομάξεις τα μπαλκόνια
κακοπλυμένα κουρέλια που στεγνώνουν δίχως ελπίδα να στεγνώσουν
όπως πεθαίνεις
πληγωμένος στην άκρη ενός δάσους
και παρακολουθούμενος απ’ τις μεγάλες λευκές πεταλούδες
χορταρένια πουκάμισα
Όλα αυτά όλα αυτά γιατί ένας σκύλος τρέχει πίσω από την ουρά του
και δεν την βρίσκει ποτέ
γιατί τα λιθόστρωτα έχουν βγει κατά πυκνές σειρές και απειλούν τους ποταμούς
γιατί τα φυτά μαραζώνουν μέσα σε αχρησιμοποίητα σκάφανδρα
γιατί το νερό δεν στάζει πια ανάμεσα στα δάχτυλα
όλα αυτά τέλος πάντων γιατί εσύ δεν είσαι πια παρά μια φιγούρα
κομμένη σε ένα χαρτονόμισμα
*Από το βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ, Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα”, εκδ, Ύψιλον βιβλία, 2007. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.
Θεοδώρα Βαγιώτη, Ημερήσια παραφορά
Δε ξέρουν οι άνθρωποι ν’ αγαπούν
Ούτε λέρωσαν ποτέ τα χέρια τους
Με ερειπωμένα στοιχειά των συμβάντων
Μέσα στα αστικά δαίδαλα και τα
Κοσμοπλημμυρισμένα κέντρα
Ό,τι γνωρίζεις είναι τα ονόματά των
Δρόμων και ετούτη η κίνηση που
Σφυροκοπά μέσα στη φλέβα σαν άγχος
Σαν άγχος υπαρξιακό
Εσένα σε ξεγέννησαν βρισιές και κορναρίσματα
Φρένα στους δρόμους λίγο πριν σκοτωθούν
Οι άνθρωποι, ναι οι άνθρωποι
Για λίγο θάνατο ακόμη, αφού δε ξέρουν
Ν’ αγαπούν, όπως όταν θέλουν να
Να αγοράσουν φτηνά, βολτάρουν
Στα κινέζικα Αγησιλάου και Μενάνδρου
Βουτώντας θαρρετά από τις χαρτόκουτες
Δαντελένια βρακιά φακουδάκια με κορδόνια
Και μπρελόκ ποδοσφαιρικών ομάδων
Πόσο πάει η Μπαρτσελόνα, πέντε,
Σου δίνω δύο, όχι πέντε, α να χαθείς κιτρινιάρη
Πέντε τα δάχτυλα στο πόδι του παιδιού μου
Πέντε ωκεανοί να ξεπλύνουν τη φιλονικία
Πέντε φορές να στραφούν αλλού τα μάτια μου
Και τα χέρια του υψώνονται να χτυπήσουν
Και φάσκελα κατάρες χριστοπαναγίες στο Θεό
Που σφήνωσε ψηλά μέσα στο γαλάζιο
Ανάμεσα σε απρεπή κτίρια που νοικιάζουν
Νταβαντζήδες και ξοφλημένοι καλλιτέχνες
Πιο κάτω, ο πατέρας βαφτίζει ένα μωρό
Αγίας Τριάδος και μπουρδέλου γωνία
Πιστεύω εις ένα Θεό πατέρα παντοκράτορα
Τι χαρά μεγάλη ο προαύλειος χώρος
Το γλυκό και το παιδί μέσα μου χοροπηδάει
Πάνω στα πλακάκια προσηλυτισμένο και
Ολότελα ευτυχισμένο. Άραγε, τότε, έκλαιγε
Από θλίψη ο δρόμος που σαλεύει κάθε τόσο
Στα φανάρια; Ένας νέος ακραιφνώς
Ναρκωμένος από ουσία χύνεται στο
Πάτωμα του λεωφορείου μιλώντας στα πόδια μου
Τα πόδια μου εραστές των πουλιών που δεν
Πέταξαν ακόμη πάνω από το ωράριο εργασίας
……………………………………………..
Κι απλώνει τα χέρια του να χαϊδέψει τα φτερά τους
Σαν του Ερμή τις φτέρνες πάνω στο βράχο
Και τις φιλώ, μου λέει, κοιτώντας δειλά προς τα πάνω
Ύστερα εντελώς απροσδόκητα φωνάζει
Χθες και σήμερα δόλια απάτη η ανθρωπότης!
Γιατί δε μύρισε κάτι απλό να το θαυμάσει
Ένα κτενόχορτο, μια μυριαλίδα ανθισμένη
Προτού να τη ρίξει στο ταψί μαζί με τα
Εντόσθια των κατοικίδιων ζώων του
Δεν ξέρει, όχι δεν ξέρει ν’ αγαπά
Κι ας αγαπά, αστείο κορίτσι, μα σκέψου
Η πόρτα του παραδείσου κλείνει και
Απ’ έξω κοντοστέκεται μια Εύα κρατώντας
Βαριά βαλίτσα και ένας Αδάμ με πληγές
Από την χαμένη του σάρκα
Να τη βρίζει και να τη χτυπά
Που τον παρέσυρε στο κακό
Γρηγόρης Σακαλής, Κραυγές στην έρημο, Εκδόσεις «Ενδυμίων»
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ της ποίησης, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους, λιτά και περιεκτικά και της ποίησης που είναι κραυγαλέα και δεν διαφέρει από ένα πεζό χωρισμένο σε στίχους. Πολλοί ποιητές δεν καταφέρνουν να διακρίνουν αυτή τη γραμμή, υπάρχουν λίγοι, που ισορροπούν πότε από τη μια και πότε από την άλλη πλευρά και ακόμα λιγότεροι, που τα καταφέρνουν να είναι λιτοί και κατανοητοί χωρίς να κραυγάζουν.
Διαβάζοντας τη νέα ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή «Κραυγές στην έρημο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ενδυμίων», διαπιστώσαμε ότι ο ποιητής καταφέρνει να μας μιλήσει απλά και αντίθετα με τον τίτλο της συλλογής να μην είναι κραυγαλέος, αλλά λιτός και ουσιαστικός. Ο Γρηγόρης Σακαλής έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο γραφής, που δεν συναντάμε αλλού. Γράφει πολύ λιτά χωρίς περίτεχνα στολίδια. Η πένα του μπορεί να συγκινήσει τον καθένα και είναι προφανές πως η ποίηση του δεν είναι μόνο για τον φιλόλογο ή τον κριτικό λογοτεχνίας, αλλά για τον απλό αναγνώστη. Το αναγνωστικό κοινό της ποίησης είναι μικρό γιατί δυστυχώς πολλοί έχουν χάσει αυτή την επαφή.
Η ποίηση του Γρηγόρη Σακαλή είναι κυρίως κοινωνική. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα είναι το «Αλλαγή», όπου σε μια αποικία το επικεφαλής τριμερές συμβούλιο σκοτώνεται από σαμποτέρ. Και τι έγινε; Τίποτα δεν αλλάζει: «η ανωτέρα τάξη / χαμογελά / γιατί βρέξει-χιονίσει / θα έχει τα προνόμιά της». Οι ελπίδες για αλλαγή αποδεικνύονται φρούδες: «μα άδικα ελπίζουν / θ’ αλλάξουν μόνο τα ονόματα.»
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει γεμίσει το μυαλό του με σκουπίδια. Ο Γρηγόρης Σακαλής μας προτείνει να κάνουμε επανεκκίνηση: «με ένα λουλούδι / κι ένα ποτήρι κρασί / θα μας θυμίζει / ότι είμαστε άνθρωποι.»
Ένα από τα δυνατά ποιήματα της συλλογής «Κραυγές στην έρημο» είναι και το «8 Μαρτίου», που είναι αφιερωμένο στην Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Ο ποιητής αφού αναφέρεται στη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία κλείνει με αυτό το πολύ δυνατό τρίστιχο: «Γυναίκα / πολύς δρόμος ακόμη / για την ελευθερία σου.»
Σε μια βροχερή μέρα η ζωή μπορεί να μοιάζει και με εφιάλτη. Η παλιά αγάπη είναι γερασμένη πρόωρα. Οι φίλοι έχουν γίνει αγνώριστοι. Η πόλη έχει ερημώσει. Και ο ποιητής κοιτώντας στο καθρέφτη του, θα δει: «ένα θαμπό περίγραμμα / που δεν θύμιζε σε τίποτα / ανθρώπινη ύπαρξη.»
Κλείνοντας, ας μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε λίγο με τον τίτλο. Η ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή «Κραυγές στην έρημο» εκτός του ότι είναι ποίηση, που δεν κραυγάζει, δεν είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Υπάρχουν ήδη πολλοί αναγνώστες κοινωνικής ποίησης και ελπίζουμε πως θα γίνουν ακόμα περισσότεροι.
Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα
Ποίηση
σε πείσμα των καιρών
κάποιοι άναψαν μια μικρή φλόγα
με σκισμένα ρούχα και λιωμένα πρόσωπα
βάδισαν στα υπόγεια
εκείνοι προχώρησαν
προχώρησαν
όταν όλα γύρω τους έλεγαν
μείνε
εκεί
*
Άγνωστοι τόποι
Ω κοίτα!
οι πύλες του άδη ανθίζουν
ανοίγεις τα παραθύρια και ο ουρανός παίρνει ένα γαλαζοπράσινο χρώμα
και ξαφνικά
Εκτοξεύεσαι
οι λέξεις δεν είναι πληγή
-πρώτη φορά-
ξενυχτάς σε τούτη τη πολύχρωμη πολιτεία
και να
ζεστά χέρια σου απλώνονται
το κρασί δροσίζει τα χείλη
και τα τραγούδια ξεχειλίζουν
και τα μαλλιά σου λάμπουν
και οι κάτοικοι έχουν φωτεινά πρόσωπα
ω τι παράξενη ετούτη η νύχτα
οι λέξεις πρώτη φορά δεν είναι πληγή
*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.
Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα
Κούραση
Η κούραση της ημέρας στο γραφείο.
Η κούραση της εβδομάδας που τελειώνει.
Η επιστροφή στο παρόν.
Η επιστροφή στον εαυτό μου.
Η απομάκρυνση από τους πολλούς ανθρώπους.
Ξαναγύρισα.
Ξαναβρήκα τον εαυτό μου.
Έψαυσα εμέ τον ίδιο υπό τους ήχους μουσικής.
Ξανά οι ήχοι στο κεφάλι μες τη νύχτα.
Περπάτησα πολύ σήμερα.
Είδα τον εαυτό μου να περπατάει κουρασμένος.
Τα πόδια μου να ακουμπάνε με πόνο
Στις φθαρμένες πλάκες των λειψών
Πεζοδρομίων.
*
Κατάφαση
Πιο πέρα,
Μέσα στο φως,
Με υπέροχη θέα από τη μπαλκονόπορτα.
Έχοντας μελετήσει τους ποιητές.
Κωνσταντίνο Κρυστάλλη, Γιάννη Ρίτσο,
Άγγελο Σικελιανό και Κωστή Παλαμά.
Διονύσιο Σολωμό, Γιώργο Σεφέρη και
Ανδρέα Κάλβο.
Κώστα Καρυωτάκη, Ανδρέα Εμπειρικό και
Κ. Π. Καβάφη.
Percy Byshe Shelley, Walt Whitman και
Friedrich Hoelderlin.
Allen Ginsberg, Vladimir Mayakovsky και
Arthur Rimbaud.
Καλά κρυμμένος στο σπίτι το ζεστό,
Με τα νερά να κυκλοφορούν στους τοίχους,
Και τις φωνές μικρών παιδιών το μεσημέρι.
*Από τη συλλογή “Δηλώσεις της σιγαλιάς”, Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2001.
Μίλτος Σαχτούρης, ‘Ω σε ποιαν Άνοιξη
‘Ω σε ποιαν Άνοιξη
ποιο τραγούδι χιονισμένο
ανοίγει τα μεγάλα μάτια του
Πουλιά με γαλάζια μαύρα φτερά
μια λάμψη από παγωνιά
αθάνατη
γυαλιστερή σα μαχαίρι
ώ απέραντα παιδικά μου
xρόνια
ώ απέραντή μου τώρα
με αίμα
νεότητα.
*Από τη συλλογή “Σφραγιάδα ή η όγδοη σελήνη” (1964). Το ποίημα και το βίντεο της ανάρτησης, τα πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/05/12/oh-se-pian-anoixi/
Μαρία (ένα ψευδώνυμο)
ΜΑΡΙΑ ένα ψευδώνυμο _________________________________________ Συχνά εκεί ψηλά στο υπέρδιπλο ταβάνι πετάριζαν οι μακρόσυρτες κορώνες από τα υπερκοπωμένα της λαγόνια η Μαρία δεν είχε πια πρόσωπο κάποιοι το ψέκασαν με σπρέι σμάλτου και έκτοτε τα πρωινά δανείζονταν μιμικά αντανακλαστικά απ τα ευαίσθητα κλαδιά του βορεινού κήπου ύστερα τα ζώνονταν σ ένα κλοιό φωτιάς παρατηρώντας τους σκορπιούς ν αυτοκτονούν εφ όπλου με σ υ ν έ π ε ι α την ίδια συνέπεια που στης νύχτας τις ακέραιες ώρες δίπλωνε τους γλυκείς της όρκους κάτω από σεντόνι λευκό όταν αυτό εξεγείρονταν δυό τρύπες του άνοιγε στ αντικριστά κι αντί για σάβανο κουκούλα το φορούσε εκεί έκρυβε τη μικροπαντρεμένη λύπη της δίχως ντροπές αναρωτιότανε πότε έγινε η ουτοπία της επάρατη που ως τα χτες είχε φτερά οι χαραμάδες του φευγιού πού κρύβονταν μήπως τις φράξανε με λάσπη εποικισμού τα ίδια περσινά χελιδόνια κι αφήσανε στη στέγη της έναν ζυγιασμένο ξύλινο σταυρό διαλέγοντας να…
View original post 100 more words
Στη Γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι
«Ας αρχίσω για άλλη μια φορά.
Αγαπημένη μου μαμά,
Σου γράφω σε μια προσπάθεια να σε πλησιάσω – ακόμα κι αν κάθε λέξη που βάζω κάτω στο χαρτί με απομακρύνει περισσότερο από εσένα.»
Με αυτό τον τρόπο ξεκινά ο Βουόνγκ το αριστουργηματικό μυθιστόρημα – γράμμα προς τη μητέρα του με τίτλο «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι». Ένα γράμμα όπου δηλώνει πως «έχω το κουράγιο να σου διηγηθώ, απλώς και μόνο επειδή οι πιθανότητες να σε βρει αυτό το γράμμα είναι ελάχιστες – το γεγονός ότι δεν μπορείς να το διαβάσεις είναι ακριβώς αυτό που κάνει τη αφήγησή μου εφικτή.» Η αφήγησή του αυτή είναι εφικτή επειδή η μητέρα του δε γνωρίζει να διαβάζει αγγλικά καθώς εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο στην πατρίδα της το Βιετνάμ λόγω του πολέμου.
Ο Όσιαν Βουόνγκ (Ocean Vuong) γεννήθηκε το 1988 στο Χο Τσι Μιν, στο Βιετνάμ, αλλά έζησε μόνο δυο χρόνια εκεί καθώς η οικογένειά του εγκατέλειψε τη χώρα κι αφού παρέμεινε οκτώ μήνες σε καταυλισμό προσφύγων στις Φιλιππίνες στη συνέχεια μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Η οικογένειά του (μητέρα και γιαγιά) αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Βιετνάμ γιατί η μητέρα του Ρόουζ, δεν ήταν αποδεκτή στην πατρίδα της, καθώς ήταν παιδί μεικτού γάμου που κατέληξε να αλλοιώσει το χρώμα του δέρματός της και κατά συνέπεια το βαθμό αποδοχής της από την τοπική κοινωνία. Μετά την εγκατάστασή τους στις ΗΠΑ, η μητέρα του θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τον πατέρα του καθώς εκείνος την κακοποιούσε.
Η μητέρα του του έδωσε το όνομα Όσιαν (Ocean) σε ανάμνηση και υπενθύμιση του μεγάλου ταξιδιού που πραγματοποίησαν από το Βιετνάμ στις ΗΠΑ, πετώντας πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Ο Βουόνγκ μεγάλωσε στο Κονέκτικατ και συγκεκριμένα στο Χάρτφορντ. «Το Χάρτφορντ του Μαρκ Τουέιν, του Γουάλας Στίβενς και της Χάριετ Μπίτσερ Στόου.»
Μεγάλωσε σε μια εργατική συνοικία, ως μη λευκός, χωρίς να μιλάει αρχικά ούτε λέξη αγγλικά, κατάφερε να μάθει ανάγνωση στα έντεκα ενώ η μητέρα του και η γιαγιά του δεν μπόρεσαν ποτέ να μάθουν αυτή τη γλώσσα. Ανακαλύπτει σύντομα ότι είναι ομοφυλόφιλος. Στα χρόνια του σχολείου ο μικρός Βουόνγκ παρουσιάζει μεγάλες ικανότητες καθώς είναι ένα παιδί που παίρνει εύκολα τα γράμματα. Μετά το σχολείο μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων, αλλά εγκατέλειψε γρήγορα τις σπουδές και αποφάσισε να σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Γίνεται ο μόνος στην οικογένειά του που καταφέρνει να κάνει ανώτατες σπουδές, τη στιγμή που η μητέρα του ήταν αναλφάβητη και δούλευε ως μανικιουρίστα για τα προς το ζην.
Με την κυκλοφορία των δυο βιβλίων του «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» και της ποιητικής συλλογής «Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου» απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στην Αμερική και τον υπόλοιπο πλανήτη, βραβεύτηκε το 2017 με το βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή και αποτελεί πλέον μια από τις σημαντικότερες και πολλά υποσχόμενες αμερικανικές συγγραφικές πένες.
Σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Τμήμα Λογοτεχνίας.
«Είμαι είκοσι οκτώ χρονών, ύψος ένα και εξήντα τρία, βάρος πενήντα ένα κιλά. Είμαι όμορφος από τρεις συγκεκριμένες γωνίες και απαίσιος από κάθε άλλη. Σου γράφω μέσα από ένα σώμα που κάποτε ήταν δικό σου. Που παναπεί σου γράφω ως γιος.»
Στο βιβλίο αυτό – γράμμα προς τη μητέρα του περιγράφει τη ζωή του με τις γυναίκες της ζωής του, τη μητέρα του και τη γιαγιά του, καθώς και τον πρώτο του έρωτα τον Τρέβορ βασιζόμενος τόσο σε πραγματικά γεγονότα και αναμνήσεις δικές του αλλά και στις διηγήσεις των δικών του από το μακρινό Βιετνάμ, τον πόλεμο και τη ζωή εκεί.
Η γιαγιά του η Λαν, αποτελεί το σημαντικότερο τόνο τρυφερότητας για τον ίδιο. Πάσχει από σχιζοφρένεια και μετατραυματικό σοκ, όπως κι η μητέρα του, αποτέλεσμα του άγριου πολέμου που έζησαν στη χώρα τους. Το όνομα Λαν σημαίνει Κρίνος και το έδωσε η ίδια στον εαυτό της καθώς δεν είχε αποκτήσει όνομα από την οικογένειά της. Ήταν απλώς το «Εφτά», δηλαδή το έβδομο παιδί της οικογένειας. Η γιαγιά του είχε μια πολύ δύσκολη ζωή για να καταφέρει να επιβιώσει και να μεγαλώσει τα παιδιά της.
Η Λαν έδωσε και στην κόρη της και μητέρα του Βουόνγκ όνομα λουλουδιού, Ρόουζ, ενώ για το μικρό Όσιαν διάλεξε το χαϊδευτικό Μικρός Σκύλος ακολουθώντας τις δοξασίες της πατρίδας της. Η Ρόουζ εργάστηκε σκληρά στην αρχή σε εργοστάσια και στη συνέχεια και για πολλά χρόνια ως μανικιουρίστα. Με τη μητέρα του ο Βουόνγκ μοιράζεται όμορφες αλλά και δύσκολες στιγμές καθώς κάποιες φορές η μητέρα του του φερνόταν με τρυφερότητα και αγάπη ενώ άλλες φορές τον χτυπούσε. «Είσαι μάνα, μαμά. Κι είσαι και τέρας. Το ίδιο όμως ισχύει και για μένα – κι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορώ να σου γυρίσω την πλάτη. Και αυτός είναι ο λόγος που πήρα την πιο μοναχική δημιουργία του θεού και σ’ έβαλα μέσα της.»
Το καλοκαίρι που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έπιασε δουλειά σ’ ένα αγρόκτημα με καπνά έξω από το Χάρτφορντ. Εκεί θα γνωρίσει τον Τρέβορ, τον πρώτο του έρωτα που θα τον βοηθήσει να αποδεχτεί την ομοφυλοφιλία του, την οποία ο ίδιος βέβαια γνώριζε από μικρός, από τότε που ντυνόταν με τα ρούχα της μητέρας του. Μέσα από τη σχέση τους ο Βουόνγκ θα γνωρίσει περισσότερο και το σκληρό πρόσωπο της Αμερικής, πλην των διακρίσεων που ήδη είχε υποστεί, αυτό που οδηγεί και καθοδηγεί πολλούς νέους ανθρώπους στα ναρκωτικά και τη βία.
Το βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό με συνεχείς χρονικές αλλαγές στο παρελθόν. Ο Βουόνγκ ξεχειλίζει από λυρικότητα αλλά και βιαιότητα, από ωμότητα αλλά και βαθιά στοχαστικότητα. Συνδυάζει το ρεαλισμό με την ποιητικότητα, την αφαίρεση με τη λεπτομέρεια.
Η γλώσσα του είναι απλή όσο και ποιητική καθώς ακουμπά σημαντικά μικρές αλλά βαθιές αλήθειες της ζωής. Οι εικόνες διαδέχονται ρυθμικά σ’ ένα απαράμιλλο ρυθμό και μια οδυνηρή προσπάθεια δική του να εξοφλήσει παλιούς λογαριασμούς, να δεχτεί και να αποδεχτεί τα γεγονότα και τις αναμνήσεις του.
Το βιβλίο είναι προσωπικό, παρ’ όλα αυτά επειδή ο ίδιος είναι αφοπλιστικά ειλικρινής αυτό μεταφέρεται στον αναγνώστη που τον ακολουθεί πιστά σ’ αυτό το ταξίδι της μνήμης και της συγχώρεσης.
Παρόλο που το βιβλίο διατρέχει μια μελαγχολία, ο Βουόνγκ καταφέρνει μέσω της αγάπης και του σεβασμού που νιώθει για τη μητέρα του και τη γιαγιά του να διανθίσει το βιβλίο και με όμορφες και γλυκές στιγμές μαζί τους, γεγονός που αφήνει τον αναγνώστη με μια πικρή όσο και γλυκιά γεύση στο τέλος του βιβλίου. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι τόσο η γιαγιά του όσο και ο Τρέβορ πεθαίνουν στη διάρκεια των χρόνων που περιγράφει το βιβλίο.
«Αν, συγκρινόμενη με την ιστορία του πλανήτη μας, η ζωή ενός ατόμου είναι τόσο σύντομη, ένα βλεφάρισμα όπως λένε, τότε το να είσαι υπέροχος, έστω και από την ημέρα που θα γεννηθείς ως την ημέρα που θα πεθάνεις, σημαίνει ότι είσαι υπέροχος μόνο πρόσκαιρα.»
Το βιβλίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Gutenberg και τη σειρά Aldina, ενώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησαν και τα δυο βιβλία του Βουόνγκ σχεδόν ταυτόχρονα με εξαιρετικές μεταφράσεις. Αναφορικά με το βιβλίο «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι», η καταπληκτική μετάφραση ανήκει στην Έφη Φρυδά.
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://passepartoutreading.gr/2021/05/14/sti_gi_eimaste_proskaira_yperoxoi/
Λεωνίδας Καζάσης, Τρία ποιήματα

Πίστις
Σιχαίνομαι την υποτέλεια στον πιστό,
του άθεου τον παλικαρισμό,
το άγνωστο επώδυν΄ηδονή,
τίμια η αβέβαιη σιγή.
Ανέμελη διέξοδος
σ’αχείμαντους ταιριάζει,
ο πλανιμός καταπονεί,
ο τολμητίας κράζει.
*
Μυστήριον
Του ιερέα ζοφερόν φως,
μίσος ανήδονο,
κόκκινος οίνος,
χείλη ευερέθιστα
τον σταυρό ακουμπούν,
του γυμνού κρεμάμενου κορμιού το σφρίγος.
Όπως υπερίπτασαι
αλγεινέ εραστή,
μ’ανοιχτά τα χέρια
το λαιμό προβάλλεις,
σου ρουφώ τα στήθη!
Ω γλυκιά αμοιβή!
Τι στο υπερπέραν κι αν μακριά με βάλεις.
*
Επικήδειος
Κατάρα στους προπάτορες, προμήτορες, προγόνους,
Βούδες, Άγιους Απόστολους, Μωάμεθ κι επιγόνους.
Αργυραμείβονται νά’ ναι ανοικτά, τα σκέλη των θηλέων.
Αποπατώ στους τάφους σας,
αισχρή η κληρονομιά σας,
σηκώστε τις ταφόπετρες
και ρίξτε τα παιδιά σας.








