Γιώργος Μπλάνας, Ο σκαντζόχοιρος των ονείρων μου

Ένας μικρός σκαντζόχοιρος φωλιάζει
στον ύπνο μου. Δεν ξέρει
ακόμα πως τα έντομα είναι η προγονική
τροφή του και τρομάζει όταν βλέπει
τις νεαρές πυγολαμπίδες να στολίζουν
τους θάμνους των αγωνιών μου.
Επιχειρεί να μαζευτεί
γύρω στο σώμα του, να ορθώσει
τα παιδικά του αγκάθια, όμως κάτι
τον κρατά προσηλωμένο
στα όνειρά μου. Δεν γνωρίζω
με τι τρέφεται. Ωστόσο
όσο πάει λιγοστεύει
το σκοτάδι στα όνειρά μου.

Άγγελος Πετρουλάκης, Να επιστρέψω ξυπόλητος στις αναμνήσεις

Να επιστρέψω ξυπόλητος στις αναμνήσεις,
ακροποδητί,
μην τις ξυπνήσω.

Δικαιούνται έναν ύπνο – θάνατο,
σκεπασμένες με τη σκόνη της σιωπής
και οι αναμνήσεις.
Άλλωστε, τις υποβρύχιες νύχτες
δεν τις αντέχει εύκολα ο λυγμός.
Κάθε άρνηση και το σχήμα της,
κάθε απόρριψη και το πρόσωπό της.
Η αμφισβήτηση ακροβατεί
ανάμεσα στο υπαρκτό και το ανύπαρκτο.
Ζωή σε αυτοαναίρεση.
Τα νηολόγια των ερώτων σε άγονες δημοπρασίες,
σ’ ένα ταξίδι που μιλά για έγκοπα όνειρα
και δειλινά εικονογραφημένα με ματαιώσεις.

Σε μιαν άλλη ζωή ίσως μιλήσουμε μιαν άλλη γλώσσα.

*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://poiimata.com/2021/05/15/na-epistrepso-xypolitos-stis-anamniseis-aggelos-petroylakis/

Κατερίνα Γώγου, Έβρεξα στη χώρα μου (αποσπάσματα)

«[…]
Πίστευα τόσα χρόνια πως η τέχνη είναι διαφυγή. Και λύτρωση. Με το δεξί μου χέρι σηκωμένο στον ουρανό -πράξη αλήθειας- ταπεινά κι όχι ταπεινωμένη, λέω πως η τέχνη δε με λύτρωσε κι ούτε διέφυγα απ’ τις απόκρημνες στροφές της τρέλας.

Όσοι ακόμα ορκίζονται στ’ όνομα της και δεν ψεύδονται σωστά κάνουν. Δεν ήρθε καιρός. Γιατί η τέχνη περιέχει άμετρο εγωκεντρισμό. Η τέχνη -εγώ για μένα μιλάω- γουόκμαν στ’ αυτιά μου και πατίνια στα πόδια, στα χρώματα σου… στη μοναξιά σου να ρολάρεις…

Δώδεκα χρόνια περάσανε από το πρώτο βιβλίο.

Μέχρι τότε στην πολιτική, στο αλκοόλ, στην ανεργία μπλεγμένη.

Την έβγαζα με τρελόχαπα και τσαμπουκάδες.

Μετά χτύπησε η πρώτη νοσοκομειακή κρίση. Ήρθανε οι απανωτές εκδόσεις, παρέα με τις Ερινύες.

Λουλούδια.
Γράμματα.
Άνθρωποι.

Λεφτά κάτω απ’ την πόρτα. Ενοχές. Δάχτυλα που με δείχνανε, φωνές που με ρωτάγανε: “Γιατί μας πούλησες;” Κι εγώ τις πίστεψα τις φωνές.

Ποια είμαι εγώ; Με ποιο, ποιος μου ‘δώσε το δικαίωμα να γράφω “εμείς”;

Όσο περνάνε και χάνονται πίσω μου τα χρόνια για μένα, να πάνε αλλού, άδειασε το αίμα μου, δοτικό για όλους και για όλα. Έβρεξα στη χώρα μου – μια χούφτα γη και τόσο πολλή η θάλασσα και ξηρασία ήρθε… Αίμα να ποτίζω όλα τα στενοσόκακα, τις έρημες εισόδους και εξόδους της φυλακής Κορυδαλλού, βαποράκι για τα γράμματα από τις στέγες των εξεγερμένων ισοβιτών, γιάφκα το σπίτι που έμενα, ταξίδια πάνε-έλα με προκηρύξεις κι αφίσες, ψαξίματα μ’ ανιχνευτές – λες να ‘φαγά εγώ τον Πέτρου και Σταμούλη; Ύποπτη για πάντα και για όλα, διάτρητη από το κράτος.

Να τα βλέπουνε όλα, ό,τι γίνεται μέσα μου κι έξω, τρόμος και ξανά την ανάσα, την ψυχή μου, δεν τους έπαιρνε να την ελέγξουνε. Βλέπεις τα μάτια τους τους τα ‘χει βάλει ο διάολος στα όργανα τους. Ξεχνιόντουσαν χαζομένοι να τα τρίβουνε, ε, και καμιά φορά, γονατίζανε για να σκοπεύσουν σωστά τον πιτσιρικά που καινούργιος ήτανε, δεν πρόλαβε να την κάνει, να τρέξει… Τώρα τι μ’ έπιασε και θυμάμαι. Μεγάλες παρενθέσεις κάνω όσο περνάνε τα χρόνια, λοιπόν, ετοιμάζομαι να γυρίσω στον τόπο μου, από κει που ήρθα. Ερμής Τρισμέγιστος. Από τα έγκατα της ζωοδόχου γης, ταξίδι μακρινό στον Ουρανό, αγαπημένε πατέρα, φτεράκια ολοκαίνουργια μου ξανάβαλε στα πόδια, φτεράκια γερά, σφιχτά, δυνατά, άτρωτα από τις κωλόσφαιρές τους.

Πάει, έφυγε το έκτο γραφτό, γραφτό κακό, από άσυλο μέσα σε άσυλο γραμμένο. Χρέος υπέρτατο, εν σώματι, το έβδομο γραφτό στη ζωή να καταθέσω……..

Κουράστηκα. Είμαι άρρωστη. Η χημεία με τσάκισε. Θα την τσακίσω».

*Από το βιβλίο «Με Λένε Οδύσσεια», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020. Μεταθανάτια κυκλοφορία που περιλαμβάνει αδημοσίευτα γραπτά της Κατερίνας, μικρά πεζά, τα ποιήματα του έβδομου βιβλίου (τίτλος που η ίδια είχε επιλέξει), προσωπικές χειρόγραφες ημερολογιακές σημειώσεις και τέλος κάποιες παραλλαγές σεναρίων.

Θωμάς Γκόρπας, Δόξα τής Κυριακής

Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τα ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής

*Από την ενότητα “Σπασμένος καιρός”, στη συλλογή “Στάσεις στο μέλλον”.

Στράτος Κοσσιώρης, Τρία ποιήματα

Τα μολύβια

Από τα μηχανικά
πάντα προτιμούσα τα ξύλινα μολύβια.
Είναι αυτή η αίσθηση προσωρινότητας
που σου προσφέρουν.

Κάθε ξυσιματιά
κι ένας μικρός θάνατος.

*

Το αποτσίγαρο

Το αποτσίγαρο αυτό
πάνω στο πεζοδρόμιο
μάταια προσμένει
μια τελευταία ρουφηξιά.

*

Τα βήματα

Τα λασπωμένα βήματα στο πάτωμα
μην βιάζεσαι να καθαρίσεις
είναι πρωί ακόμη
κι έξω
βρέχει.

*Από τη συλλογή “Τα κάρβουνα”, (.poema..) εκδόσεις, 2014.

Δημήτρης Βούλγαρης, Από την «Κονστάνς»

Σημείωση 3

Θυμάμαι που τα βιβλιοπωλεία ήταν ο κόσμος μας.
Εκεί βρίσκαμε τα κοστούμια που θα φορέσουμε για την καθημερινή μας παράσταση. Τότε που μιλούσαμε με τίτλους και σπάζαμε τη ζωή μας σε κομμάτια για να την κάνουμε περιλήψεις σε οπισθόφυλλα.
Τώρα προτιμώ εκδόσεις άδειες, λευκές. Χωρίς τίτλους, περιεχόμενα ή περιλήψεις. Οι λέξεις να λείπουνε για-τί τις κάναμε να τσακωθούν. Τις προδώσαμε και τώ-ρα παρουσιάζονται σαν μαύρες κηλίδες που περιφέ-ρονται άτακτα στα πλαίσια της σελίδας.
Για αυτό προτιμώ πια λευκές σελίδες. Φτιάχνω μόνος μου τις ιστορίες. Παίρνω κενές σελίδες, τις δένω μαζί και τις βάζω στο ράφι. Το μέγεθος του βιβλίου εξαρ-τάται από το πόσο διαρκεί η καθημερινή παρουσία σου στον καθρέφτη μου.
Τις εκδόσεις μου τις λέω «Άχρωμη Καθημερινότητα» και είναι εκτός εμπορίου.

Σημείωση 4

Πήραμε το καλοκαίρι από το αυτί κα, το σύραμε μαζί μας για να το κάνουμε να κρατήσει.
Αλλά δεν αντέξαμε.
Ούτε εμείς ούτε αυτό.
Και καήκαμε.

Σημείωση 5

Στέκω να κοιτάζω τον υπνόσακο μου, που με κουβάλησε μέσα του στις παραλίες που θάψαμε τα κορμιά μας. Όταν φύγαμε αφήσαμε εκεί τα χέρια μας, με την προϋπόθεση να τα βρούμε το επόμένο καλοκαίρι. Μείνανε εκεί πιασμένα μεταξύ τους να συντηρούνται στην κρύα άμμο.
Όταν έφυγες δεν είχα τρόπο να σε κρατήσω. Μόνο τα χέρια μου μπορούσαν να σε νιώθουν πια, σε εκείνη την παραλία. Σε εκείνο το καλοκαίρι. Ευτυχισμένος διαμελισμός. Σύντομα όμως ξέθαψες το δικό σου ζευγάρι και χάθηκες στη θάλασσα. Όταν βρήκα τα δικά μου, ήταν ιδρωμένα κι αλμυρά. Ξέρω ότι πριν φύγεις σου είχαν σκουπίσει τα δάκρυα.
Τώρα πια όταν θέλω να κρατώ το χέρι σου, χώνω τα δικά μου στην άμμο. Βλέπεις η υγρασία και η χρόνια επαφή μαζί σου μου προκάλεσαν μόνιμη νευρολογική βλάβη.

*Από το βιβλίο «Κονστάνς», Εκδόσεις «Απόπειρα», Αθήνα 2015.

Παναγιώτης Δημητριάδης, αγάπα κι εαυτόν ως αλλήλους

René Magritte, The Familiar Objects

την αγάπη σταύρωσε
με καρφιά δακρύων
τους αλλήλους κρέμασε
για θηλιές τα χέρια
ύστερα δίστασε
αντίκρισε είδωλο κενού

τι κι αν λυπήθηκες το άπειρο
πάντα ήλπιζες σε άλλους
αγάπη μόνο χάριζες
τώρα
πώς ν’ αγαπήσεις
τ’ άδειο

λοιπόν
δάγκωσε τη γλώσσα να κοπεί
θραύσε τις γνάθους να σταθούν
με ράμματα κέντησε τα χείλη
πνίξε τον λάρυγγα με νύχια
και ξύδι πότισε το στόμα

λεπτή δουλειά
το ξέρω
στοιχειό θνητό
μα είναι ο μόνος τρόπος
μην ακουστεί ούτε φθόγγος
κι αναστηθεί και πάλι
το ‘ως εαυτόν’

*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Νικόλας Λεβέντης, Καθαρτήρια θάλασσα

Όσοι γνωρίζουν δεν μιλούν.
Ευθρυπτότητα και θυμός συμπορεύονται,
άλικο πανί του ψυχισμού,
τη μια καταστέλλεται πένθιμα
την άλλη υψώνεται επαναστατικά.

Η αξιοπρέπεια πλήττεται πάντοτε,
ξέσπασμα δακρύων ή βωμολοχιών
συντροφεύουν παρά θιν’ αλός
τον περιπατητικό βαρύ ίσκιο.

Στο πέλαγο πλοία σφυρίζουν
το αίμα χαιρετούν συχνά-πυκνά.
Αίμα-λάβα ρέει αδελφικά
στη θάλασσα, χαιρετισμό ανταποδίδει.
Εκεί σβήνει.

*Από τη συλλογή «Κυνισμός», Εκδόσεις «Στοχαστής», Φθινόπωρο 2019.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Στ’ αστεία παίζαμε…

Στ’ αστεία παίζαμε!
Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε

Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιός θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας
δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Παράξενη που ήμουν
όταν γειτόνισσα μακρινών λάμψεων
συγκέντρωνα αγνές λέξεις
για να συνθέσω καινούργιες σιωπές

*

ΠΡΙΝ

Στην Eva Durrell

μουσικό δάσος

τα πουλιά ζωγράφιζαν στα μάτια μου
μικρά κλουβιά

*Από το βιβλίο “Αλεχάντρα Πισαρνίκ Ποιήματα”, σε μετάφραση Στάθη Ιντζέ, Εκδόσεις Ενύπνιο.