Antonia Pozzi, Δύο ποιήματα

Η ΖΩΗ

Στο κατώφλι του φθινοπώρου
μέσα σ’ ένα ηλιοβασίλεμα
βουβό

ανακαλύπτοτας το κύμα του χρόνου
και τη μυστική σου
παραίτηση

όπως από κλαδί σε κλαδί
ανάλαφρα
πέφουν τα πουλιά
που πια τα φτερά τους δεν τα βαστάζουν.

18 Αυγούστου 1935

*

ΚΡΑΥΓΗ

Να μην έχεις έναν Θεό
να μην έχεις ένα μνήμα
να μην έχεις τίποτα ακλόνητο
παρά μόνο πράγματα ζωντανά που δραπετεύουν –
να υπάρχεις δίχως χθες
να υπάρχεις δίχως αύριο
και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα –
-βοήθεια-
για τη δυστυχία
που δεν εχει τέλος

10 Φεβρουαρίου 1932

*Από το βιβλίο “Antonia Pozzi Λέξεις”, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013. Μετάφραση: Άννα Γρίβα.

Μαρία Αγγελοπούλου, Νομαίο- Γεννητικό

κορυφή Η
είναι Ο

Ακατάληπτος

Ανώτατος

Προϋπάρχων Ράμα

υιοί στο σύνολο
«σπέρμα κορμιού και ουσία δικιά του»
Σαντιμέντο ως πυρ καταλίσκων ευφροσύνη
σ’ Εκείνον απέφερε
Ο προβών κατά μόνας
δε συμπορεύεται της χαρισματούχου φύσεως
Ο επιθημών έρπει
Ο μη διαφυλάτων δεν είν’ άξιος να εισέλθει στα
του οίκου μου
έως πλήρους διαστρέβλωσης του νου

Αδιαλείπτως προσεύχεσθε ως η ανάσα αυτομάτως επιτελείται
ως ο ύπνος αυτοβούλως έρχεται και παρέρχεται
ανθρωπίνων σκέψεων νοθείας προστατευόμενοι

καταδότης των φρικωδέστατων μυστικών των Θεών

*Από τη συλλογή ”Ζάρυα”, εκδόσεις Γκοβόστης, 2019.

Νίκος Σφαμένος, μέρα παρά μέρα

μέρα παρά μέρα

ο καλός φίλος
λάμβανε τα βιβλία
των νέων ποιητών
καλαίσθητες εκδόσεις
κομψά εξώφυλλα
εκείνοι περίμεναν
τα σχόλιά του
μα πόσοι ποιητές πια!
χαμογελούσε όταν
τα άνοιγε
λέξεις
πόσοι να χάθηκαν
μέσα σ’ αυτές;
και αυτό!
τι παράξενο!
όλο να έρχονται
νέα βιβλία
έτσι κοιμόταν
χαρούμενος
ανάμεσα σ’ αυτά
και σε φακέλους
βιβλία-φάκελοι
φάκελοι-βιβλία
που δεν είχαν τίποτα
να πουν

Ειρηναίος Μαράκης, Πολτοποίηση

Θα σε πολτοποιήσω!
Κέρδος δε φέρνεις,
όμορφο δεν είσαι,
κανείς πια δε διαβάζει.
Βλέπεις, η τηλεόραση, εδώ και χρόνια,
το ενδιαφέρον μονοπωλεί
των ανθρώπων.
Οπότε, καλύτερα να εξαφανιστείς!
Πιάνεις χώρο άλλωστε.

7/6/2021

Nefelor, Ο τεμαχισμός

Αποφασίσαμε να τον τεμαχίσουμε.
Είχαμε καί τα εργαλεία καί την πείρα.
Είχαμε καί την συναίνεσή του.
Ξεκινήσαμε από το δεξί του χέρι,
Ήταν κάτι που μας ενοχλούσε χρόνια.
Το παρατήσαμε στην παραλία
πάνω στα μαρμάρινα καθίσματα.
Κρατούσε σφιχτά ένα μολύβι
δεν μπορέσαμε να του το αποσπάσουμε
και παρά τους σπασμούς και τα αίματα
παρατηρήσαμε
ότι έγραφε ακόμα πάνω στη σκληρή επιφάνεια.
Τα αυτιά του τα χωρίσαμε και τα κολλήσαμε
το ένα κάτω από την πινακίδα της οδού Μουσούρη
και το άλλο στην οδό Σκρά.
Οι περαστικοί αστειευόντουσαν μεταξύ τους
με το γνωστό γνωμικό με τα αυτιά και τους τοίχους.
Τα δόντια του μας τα ζήτησαν οι συλλέκτες.
Μετά από πενήντα χρόνια ήξεραν ότι θα αξίζουν μια περιουσία.
Κρατήσαμε και εμείς μερικά.
Κορόιδα είμαστε;
Παιδιά μεγαλώνουμε.
Εν τέλει το κεφάλι
το αφήσαμε στην εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου
πάνω στο δίσκο που περιφερόταν στην Κυριακάτικη λειτουργία.
Φιμωμένο φυσικά.
Ας είμαστε σίγουροι.
Το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού του χεριού
αυτό που μας έτεινε πριν τη διαδικασία
το καρφώσαμε πάνω στην κεραία ραδιοφώνου
που κρατούσαν κάτι ανέμελοι πιτσιρικάδες .
Έτσι αποφεύγουμε εμείς τα παράσιτα.
Το συκώτι και το νεφρό του
-είχε μόνο αριστερό-
τα δώσαμε στην κάβα
απ’ όπου έπινε τον εαυτό του συνήθως.
Τα δυο του πόδια τα στερεώσαμε σε σκαρί παρθενικού πλοίου
που μαστορεύανε στο ναυπηγείο.
Καλοτάξιδο.
Την καρδιά του την κράτησα εγώ.
Ο διευθύνων νους της όλης επιχειρήσεως.
Την πέταξα στο τζάκι του σπιτιού μου.
Χρόνια τώρα μας ζεσταίνει τους χειμώνες.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgzGkXSZGHnstZJpwHmcjvbXrDKDv

2 ποιήματα | Γιώργος Γάββαρης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

gavvaris

Λεπτομέρεια

Την πληρότητα της τέχνης
τη συγκίνηση
μας την δίνει η λεπτομέρεια.
Αυτή που λέει τους υπαινιγμούς
με ευγένεια και σεμνότητα.
Συμπληρώνει ελλείψεις ασαφών νοημάτων
αποφεύγοντας την έπαρση.
Η μικρή η λεπταίσθητη
που νικά για λίγο
εντοπίζοντας τον χρόνο το όλον.
Μεγεθύνοντας την λεπτομέρεια
ίσως
νιώσεις εντός σου να εισέρχεται
ανεπαίσθητα.

***

Η βιτρίνα πάντα γυαλιστερή

Θόλος πολύχρωμος
τσίρκου χνάρια άφησαν
κλόουν, ζογκλέρ, λιοντάρια, ελέφαντες, θηριοδαμαστές
και αποτυχημένες μπαλαρίνες.
Μόνο ψηλά σχοινοβάτης βλέπει
να αιωρούνται χωρίς βάρος σ’ αυτό το κενό
της πτώσης της εκμηδένισης
στημένες φωτογραφίες.
Πρόσωπα χιλιοειπωμένα
κομμάτια ενός παζλ που κανένα κομμάτι
δεν «θηλυκώνει» με άλλο.
Ο Βασιλιάς ―νόμιζε ότι έχει το προνόμιο να σηκώνει
στους ώμους του τη μνήμη των υπηκόων του―
σχεδόν γυμνός (όπως κάθε Βασιλιάς)
χωρίς τα διαδήματά του.
Το σώμα γκρεμισμένο «παλάτι»
θα συρθεί
ράκος στην αίθουσα για να κλείσει την
αυλαία του δράματος.

Τον είδα στο δρόμο. Μου μιλούσε.
Μάλλον παραληρούσε.
Μετά…

View original post 17 more words

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται
μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δέντρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες
στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται

*

Η EΛΕΥΘΕΡΙΑ

Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Η ελευθερία είναι σαν τη θάλασσα
κοφτερά βράχια κι αχινοί σαν μπεις
βάθη τρομακτικά, ίλιγγος κι υψοφοβία
πλάσματα στα βάθη της του φοβερού νου
άφωτες χαράδρες πνιγηρές και μαύροι καπνιστές

χιλιάδες ναύτες χάθηκαν
χιλιάδες ακόμα θα πνιγούν

Και τώρα τί
θα σταματήσουμε να μιλάμε για τη θάλασσα
επειδή η πλειοψηφία προτιμάει τις πισίνες;

*Από τη συλλογή “Γεωγραφίες της Απουσίας”, Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ, 2021.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Επαναστάτης Αντιγόνη

Αφιερωμένο στον Δ. Τρωαδίτη

Όχι, δε νοιώθω μίσος ή οργή ή κάποια αγανάκτηση,
Έπεσε η μοίρα σαν πολυκαιρισμένη πολυκατοικία
Με βύθισε ορόφους υπό τη γη, σκοτάδι και Άδης
Για να μιλήσω με την επιφάνεια κ’ ελίτ του κόσμου
Δεν υπάρχει ενδεδειγμένος τρόπος, στυγνή άρνηση
Μόνο όσα φούσκωναν τα υπόγεια ρεύματα απ’ αδικία
στης παλίρροιας τις τρικυμίες Εκεί τα ανώτερα πατώματα
των λογίων, των ευνοημένων της τύχης, τριγμοί στο αλάτι
Ένοιωθαν του καιρού αποστροφές Γερανοί του Ίβυκου
Έκδικοι στον ουρανό: οι ιπτάμενες δίκες άχαρων Ερινυών
Τρόμαζαν όταν έβλεπαν στον ουρανό τα πάντα εκκρεμή
πλην τους στροβίλους της Άνοιξης: η έαρος απαγωγή
Δεκατρείς Μάρτη κι ούτε ένα σπαθάτο λευκοχελίδονο
Θαλασσοπούλια μόνο του χειμώνα νοτίζουν πάγους
Μιμήθηκαν την ψαλιδισμένη ουρά που αεροπλανάται
Μιμήθηκαν το μαύρο χρώμα, του πένθους αποδημία
Μιμήθηκα και εγώ το ηλεκτρικό τιτίβισμα χελιδονιού
Σα να κλέψανε τ’ υπόγεια δώματα τ’ ελπίδα του έτους
Σα να κλέψαν χελιδόνια σε χιλιάδες προσφυγικές ροές
Όχι, δε νοιώθω μίσος ή οργή ή έστω κάποια αγανάκτηση,
Κάθε όροφος ήταν και φρικτό στρατόπεδο συγκέντρωσης
Κι εγώ διασκεδασμένη ακτίδα φωτός δύναμη της σκέψης
Βαθιά χωμένη στο κέντρο της Γης επαναστάτης Αντιγόνη

4/6/2021

*Artwork: Helios Gomez.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Εθεάθη η μοναξιά σου

Εθεάθη η μοναξιά σου
πάλι και πάλι
στο πλευρό ανθρώπων
στο πλευρό καιρών άστατων
στην άκρη του κρεβατιού
περίσσεια κουβέρτας
κρόσσια χαράς
ξέφτια λύπης
εθεάθη
με βλέμμα βαθύ
προβολείς προς τα μέσα
ο κρατούμενος διπλωμένος στα δύο
να μιλάει και να στίβει τις λέξεις
να μικραίνει της αλήθειας το φως
πότε πιάνεται σε κρόσσια χαράς
πότε σε ξέφτια λύπης
και ξέρει
πόσο καλά πληρώνει το σκοτάδι
για κάθε διακοπή φωτός εντός του.

*Από τη συλλογή “Διάδοχος χρόνος”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.

Ελένη Ντούξη, Αντιδραστήρας

Μάνα μην βιάζεσαι να παραπονεθείς. Σου είπα θα έρχομαι να σε βλέπω όποτε ψήνω καφέ στο γκαζάκι. Στην πόλη του ’86. Όπου γεννήθηκες και έσυρες και μένα στην κοιλιά — αν θυμάσαι. Κι εγώ θυμάμαι τις αναθυμιάσεις να μας τραβούν χιλιόμετρα πριν μπούμε μέσα. Η μυρωδιά του πετρελαίου μού γλείφει ακόμη τα ρουθούνια. Μυρίζει Τσέρνομπιλ κάθε φορά που ψήνω καφέ. Τα γεωτρύπανα θυμάμαι βογκάνε ακόμη όπως σκάβουν το χώμα. Και τρύπα εδώ και τρύπα εκεί και λίμνες. Πόσο θέλανε πια να χτυπήσουν φλέβα. Πάντως εμένα μου την πετυχαίνουν με την πρώτη. Κάθε φορά που με ανοίγουν, ρίχνω μέσα μ’ ένα κουτάλι το μάτι μου το μαύρο και όπως ανακατεύοντας, πίδακες πετρελαίου μού γραμμώνουν τα μάγουλα. Σε θυμάμαι ακόμη σε βλέπω. Στην κοιλιά της μηχανής να φοράς ρόμπα λευκή. Μα δεν γιατρεύονται έτσι με λίγο πασάλειμμα λευκού οι τρύπες στα μανίκια και στα χέρια. Ούτε οι τρύπες που έχουμε στις γλώσσες μας — Δια-ρροή και δεν μπορούμε να πούμε το ρο. Θυμάμαι όταν έκανες εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Το αναισθητικό ήταν νερό ή νε-, όπως έλεγες, και ήσουν ξύπνια καθ’ όλη τη διάρκεια. Το Τσέρνομπιλ που είχες στην καρδιά το βρήκαμε. Είχε βουλώσει την κεντρική αρτηρία. Το τύλιξα σε μαντίλι, μα το πήρε ο αέρας, [ήταν λευκό δεν θα ακουστεί το μπαμ, μην ανησυχείς]. Ακόμη μου είσαι θυμωμένη. Αλλά θα επανορθώσω. Θα έρχομαι να σε βλέπω όποτε ψήνω καφέ στο γκαζάκι. Στην πόλη του ’86. Που τις νύχτες δεν κοιμάται και τη μέρα ξερνάει μαύρο χρυσάφι. Και τα μαλλιά σου. Από χρυσάφι και αυτά μα ατόφιο κι ανόθευτο — όπως έσκυβες πάνω από τα ντεπόζιτα. Γι’ αυτό μην ανησυχείς, θα έρχομαι να σε βλέπω. Θα επιταχύνω, τώρα που έβγαλα και άλλα πόδια στην πλάτη. Εγώ εκσκαφέας — τετράποδο θα κοιμάμαι κάτω από το κρεβάτι. Άνοιγε τρύπες κι έρχομαι. Γι’ αυτό —σου λέω μάνα— μην βιάζεσαι να παραπονεθείς.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2020.