Σωτήρης Λυκουργιώτης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται
μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δέντρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες
στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται

*

Η EΛΕΥΘΕΡΙΑ

Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Η ελευθερία είναι σαν τη θάλασσα
κοφτερά βράχια κι αχινοί σαν μπεις
βάθη τρομακτικά, ίλιγγος κι υψοφοβία
πλάσματα στα βάθη της του φοβερού νου
άφωτες χαράδρες πνιγηρές και μαύροι καπνιστές

χιλιάδες ναύτες χάθηκαν
χιλιάδες ακόμα θα πνιγούν

Και τώρα τί
θα σταματήσουμε να μιλάμε για τη θάλασσα
επειδή η πλειοψηφία προτιμάει τις πισίνες;

*Από τη συλλογή “Γεωγραφίες της Απουσίας”, Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ, 2021.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Επαναστάτης Αντιγόνη

Αφιερωμένο στον Δ. Τρωαδίτη

Όχι, δε νοιώθω μίσος ή οργή ή κάποια αγανάκτηση,
Έπεσε η μοίρα σαν πολυκαιρισμένη πολυκατοικία
Με βύθισε ορόφους υπό τη γη, σκοτάδι και Άδης
Για να μιλήσω με την επιφάνεια κ’ ελίτ του κόσμου
Δεν υπάρχει ενδεδειγμένος τρόπος, στυγνή άρνηση
Μόνο όσα φούσκωναν τα υπόγεια ρεύματα απ’ αδικία
στης παλίρροιας τις τρικυμίες Εκεί τα ανώτερα πατώματα
των λογίων, των ευνοημένων της τύχης, τριγμοί στο αλάτι
Ένοιωθαν του καιρού αποστροφές Γερανοί του Ίβυκου
Έκδικοι στον ουρανό: οι ιπτάμενες δίκες άχαρων Ερινυών
Τρόμαζαν όταν έβλεπαν στον ουρανό τα πάντα εκκρεμή
πλην τους στροβίλους της Άνοιξης: η έαρος απαγωγή
Δεκατρείς Μάρτη κι ούτε ένα σπαθάτο λευκοχελίδονο
Θαλασσοπούλια μόνο του χειμώνα νοτίζουν πάγους
Μιμήθηκαν την ψαλιδισμένη ουρά που αεροπλανάται
Μιμήθηκαν το μαύρο χρώμα, του πένθους αποδημία
Μιμήθηκα και εγώ το ηλεκτρικό τιτίβισμα χελιδονιού
Σα να κλέψανε τ’ υπόγεια δώματα τ’ ελπίδα του έτους
Σα να κλέψαν χελιδόνια σε χιλιάδες προσφυγικές ροές
Όχι, δε νοιώθω μίσος ή οργή ή έστω κάποια αγανάκτηση,
Κάθε όροφος ήταν και φρικτό στρατόπεδο συγκέντρωσης
Κι εγώ διασκεδασμένη ακτίδα φωτός δύναμη της σκέψης
Βαθιά χωμένη στο κέντρο της Γης επαναστάτης Αντιγόνη

4/6/2021

*Artwork: Helios Gomez.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Εθεάθη η μοναξιά σου

Εθεάθη η μοναξιά σου
πάλι και πάλι
στο πλευρό ανθρώπων
στο πλευρό καιρών άστατων
στην άκρη του κρεβατιού
περίσσεια κουβέρτας
κρόσσια χαράς
ξέφτια λύπης
εθεάθη
με βλέμμα βαθύ
προβολείς προς τα μέσα
ο κρατούμενος διπλωμένος στα δύο
να μιλάει και να στίβει τις λέξεις
να μικραίνει της αλήθειας το φως
πότε πιάνεται σε κρόσσια χαράς
πότε σε ξέφτια λύπης
και ξέρει
πόσο καλά πληρώνει το σκοτάδι
για κάθε διακοπή φωτός εντός του.

*Από τη συλλογή “Διάδοχος χρόνος”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.

Ελένη Ντούξη, Αντιδραστήρας

Μάνα μην βιάζεσαι να παραπονεθείς. Σου είπα θα έρχομαι να σε βλέπω όποτε ψήνω καφέ στο γκαζάκι. Στην πόλη του ’86. Όπου γεννήθηκες και έσυρες και μένα στην κοιλιά — αν θυμάσαι. Κι εγώ θυμάμαι τις αναθυμιάσεις να μας τραβούν χιλιόμετρα πριν μπούμε μέσα. Η μυρωδιά του πετρελαίου μού γλείφει ακόμη τα ρουθούνια. Μυρίζει Τσέρνομπιλ κάθε φορά που ψήνω καφέ. Τα γεωτρύπανα θυμάμαι βογκάνε ακόμη όπως σκάβουν το χώμα. Και τρύπα εδώ και τρύπα εκεί και λίμνες. Πόσο θέλανε πια να χτυπήσουν φλέβα. Πάντως εμένα μου την πετυχαίνουν με την πρώτη. Κάθε φορά που με ανοίγουν, ρίχνω μέσα μ’ ένα κουτάλι το μάτι μου το μαύρο και όπως ανακατεύοντας, πίδακες πετρελαίου μού γραμμώνουν τα μάγουλα. Σε θυμάμαι ακόμη σε βλέπω. Στην κοιλιά της μηχανής να φοράς ρόμπα λευκή. Μα δεν γιατρεύονται έτσι με λίγο πασάλειμμα λευκού οι τρύπες στα μανίκια και στα χέρια. Ούτε οι τρύπες που έχουμε στις γλώσσες μας — Δια-ρροή και δεν μπορούμε να πούμε το ρο. Θυμάμαι όταν έκανες εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Το αναισθητικό ήταν νερό ή νε-, όπως έλεγες, και ήσουν ξύπνια καθ’ όλη τη διάρκεια. Το Τσέρνομπιλ που είχες στην καρδιά το βρήκαμε. Είχε βουλώσει την κεντρική αρτηρία. Το τύλιξα σε μαντίλι, μα το πήρε ο αέρας, [ήταν λευκό δεν θα ακουστεί το μπαμ, μην ανησυχείς]. Ακόμη μου είσαι θυμωμένη. Αλλά θα επανορθώσω. Θα έρχομαι να σε βλέπω όποτε ψήνω καφέ στο γκαζάκι. Στην πόλη του ’86. Που τις νύχτες δεν κοιμάται και τη μέρα ξερνάει μαύρο χρυσάφι. Και τα μαλλιά σου. Από χρυσάφι και αυτά μα ατόφιο κι ανόθευτο — όπως έσκυβες πάνω από τα ντεπόζιτα. Γι’ αυτό μην ανησυχείς, θα έρχομαι να σε βλέπω. Θα επιταχύνω, τώρα που έβγαλα και άλλα πόδια στην πλάτη. Εγώ εκσκαφέας — τετράποδο θα κοιμάμαι κάτω από το κρεβάτι. Άνοιγε τρύπες κι έρχομαι. Γι’ αυτό —σου λέω μάνα— μην βιάζεσαι να παραπονεθείς.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2020.

Kenneth Patchen, Το μαγικό ποντίκι

Είμαι το μαγικό ποντίκι
δεν τρώω τυρί
τρώω ηλιοβασιλέματα
και τις κορφές των δέντρων
Δεν φορώ γούνα
φορώ φουγάρα
χαμένων πλοίων και τον καιρό
που κάνει κάτω από τα νεκρά φύλλα
Είμαι το μαγικό ποντίκι
δεν φοβάμαι τις γάτες
ή τις ποντικοπαγίδες
Κάνω ό,τι μ’ αρέσει
πάντα
Δεν τρώω ξεροκόμματα
Είμαι το μαγικό ποντίκι
τρώω
μικρά πουλάκια – και παρθένες

Που έχουν γεύσεις σκόνης.

*Από το βιβλίο “Kenneth Patchen, Ας δεχτούμε την τρέλα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2017. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Στιγμογραφίες

Στιγμογραφία Πλανήτη —Περπατώντας πλάι σε πόρτες και τοίχους με σημάδια από σφαίρες-Μετά τις αιματηρές εφόδους των μπάτσων στη φαβέλα Γιαρέζινο του Ρίο ντε Τζανέιρο – Για να συλλάβει εμπόρους ναρκωτικών – Περπατώντας πλάι σε πόρτες και τοίχους με σημάδια από σφαίρες

*Φωτογραφία: Silvia Izquierdo

Στιγμογραφία Πλανήτη — Παίζοντας κρυφτό – Στα ερείπια της Γάζας – Παίζοντας κρυφτό στα ερείπια

*Φωτογραφία: Φελίπε Ντάνα

*Από τις Εκδόσεις Οδός. Πανός, κυκλοφορούν δύο βιβλία της Αλήτις Τσαλαχούρη: “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα” και “Κάθαρμα”.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Κάπου στις γειτονιές της Στουτγκάρδης

Ξάπλωσα και είδα σύννεφα. Σύννεφα που ο αγέρας τρέφει κατά βούληση. Και ξάφνου νόμισα πως βρέθηκα ξανά εκεί. Εκεί. Πάνω στο πλέγμα μιας παιδικής χαράς να δίνω μορφή στα σύννεφα και με κάποιο τρόπο μαγικό να αγγίζω την ευτυχία. Τότες, δεν αποζητούσα τίποτα άλλο. Ξάπλα σ’ ένα πλέγμα που σημαδεύει το κορμί και τον αέρα να δροσίζει υπόκωφα το πρόσωπό μου. Ασυνείδητα και ανυποψίαστα. Τώρα, αποζητώ την ανεμελιά των χρόνων εκείνων, όπου νόμιζα πως με την ανάσα του ο αγέρας θα πήγαινε την ψυχή ψηλά και πως με τη σιωπή του θα με προσγείωνε σε εδάφη γνώριμα, ονειρεμένα. Δακρύζω, όταν έρχεσαι στον νου. Αντιλαμβάνομαι το βάθος και, όταν διάβασα το μοίρασμά σου αυτό του πατέρα που έφυγε, επιβεβαίωσα την αίσθηση πως είσαι ο ένας.

*Από το βιβλίο “Η κρεμμυδαποθήκη”, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτης 2020.

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)

Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)

ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το

κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο…

View original post 890 more words

Χ.Π.Σοφίας, Duke

Ἀπ’ τὰ σπλάχνα τοῦ ἔρωτα οἱ
ἦχοι τῆς νυχτερινῆς σιωπῆς
γίνονται λύκοι ποὺ παραφυλᾶνε
τὴν ἄνοιξη. Ξένα χέρια
προσεύχονται ταξιδεύουν
τὶς μυρωμένες σκιὲς στὴν
ἐβένινη πολιτεία. Παρθένες
τοῦ φεγγαριοῦ στὸ φῶς τοῦ
καθρέπτη μὲ αἱμάτινα χείλη
αὐνανίζονται.


*Από τη συλλογή “Τετράφωνη συγχορδία”, Ἐκδόσεις στὸ Περιθώριο

**Βίντεο: Αλέξα Σκλείδη
***Μουσική: “Caravan” Duke Ellington

Θεοδώρα Βαγιώτη, Η διαδρομή

Όπως ανοίγουν οι σελίδες
στην αγκαλιά μου κρύβεται ο Βιζυηνός
αληθώς κοιμήσας τον Πασχάλην βαθέως
όταν οι πόρτες του λεωφορείου
ανοίγουν στη στάση Κίκιζα
το κεφάλι μου γέρνει φρικτά χτυπώντας στο παράθυρο
και από το χτύπημα
σκέφτομαι ξάφνου το μουσείο
που αφήσαμε πίσω
εκείνο με τις δωρεές πασών των εκκλησιών
όπου στην άκρη του πεζοδρομίου έπαιξα μιούζικαλ∙
από ξενύχτι κι όμως καλά τα καταφέρνω στους στροβιλισμούς
και στ’ αμερικανικά τραγούδια
στον αέρα και η καρδιά μου
πάει να σπάσει
όταν μ’ αγκαλιάζει ο απόλυτος ζεν πρεμιέ
/μα τι ‘ναι αυτό που στο χέρι του κρατά απειλητικά
τώρα που οι περαστικοί κοντοστάθηκαν
να μας ζηλέψουν
μια σιδερένια βέργα κι αρχίζει να
μου χτυπάει τα πλευρά
δίπλα μου περνούν βηματίζοντας αργά οι εύζωνες
κι ο νους μου μετρά τα κεντίδια
πάνω στη φέρμελη
άπονοι ληστές κάναν τις πέτρες τις ζεστές λημέρι*
/ο Βιζυηνός στο στήθος μου μέσα
μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως τώρα
μα είναι αργά
δεν έχω το τσαγανό της Μάσιγγας
να τραγουδώ τάχα σαν Σειρήνα
κι ο μπαμπάς δεν καπνίζει πούρα
παρά καμιά φορά ρουφάει το μεδούλι
από τα οστά του νεκρού ζώου∙
αυτή είναι μια σκηνή εξωφρενική να τη βλέπει η κόρη
/σε αντίθεση με το λεωφορείο
το τρένο έχει μια πληθωρική
θέρμη
που τη νιώθω στον ηχηρό του ρυθμό
εκεί το παράθυρο με υποδέχεται
στην άρση
εδώ, στο αέναο λεβάρε
όλα τα όνειρα χαλνούν

*Νίκος Γκάτσος, “Στου Όθωνα τα χρόνια”.