Αντώνης Αντωνάκος: «Ο άνθρωπος δεν είναι ένα αθώο γατάκι…»

Υπάρχει ένας Αγρινιώτης ποιητής, που μου αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω τα ποιήματά του. Αυτό αξίζει να σημειωθεί εδώ, γιατί στην Ελλάδα συνηθίζουμε να γράφουμε ποιήματα, αλλά όχι και να τα διαβάζουμε. Επίσης μου αρέσει πάρα πολύ να κουβεντιάζω μαζί του, αφού με έναν τρόπο μαγικό κάθε φορά που συνομιλώ με τις αισθήσεις του, βρίσκω εκείνες τις μέσα μου διαδρομές, που με οδηγούν με αργές ταχύτητες στη μαθητεία των εκδορέων της ασχήμιας του χρόνου και του χώρου.

Μια τέτοια συζήτηση με τον Αντώνη Αντωνάκο είναι και η σημερινή.

Λευτέρης Τηλιγάδας

Ο Αντώνης Αντωνάκος γεννήθηκε το 1972 στο Αγρίνιο.
Σπούδασε Μαθηματικά.
Έχει δημοσιεύσει ποίηση, διήγημα, λίβελο, σάτιρα, πολιτικά άρθρα και ερωτικές μπροσούρες.
Ενδιαφέρεται για την προώθηση της ποίησης στο διαδίκτυο, συμμετέχοντας σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά, ιδίως όσον αφορά τη διάδοση φωνών και καλλιτεχνικών εμπειριών που προορίζονται να μείνουν στο περιθώριο της ποιητικής διαμάχης.
Διατηρεί επίσης, τον προσωπικό χώρο έκφρασης Αδέσποτος Σκύλος όπου δημοσιεύει σχεδόν καθημερινά.
Γραπτά του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά Βουλγαρικά και Πολωνικά.
Μερικά βιβλία του: Το Φθινόπωρο του Στρατιώτη, Η Μυθολογία των Ανώνυμων Κοριτσιών, Αγριοβατόμουρα Πικρά, Η Μουσική των Αγρών, Ο Ακροβάτης τού Τσίρκου, Εκφυλισμός της Ωχράς Κηλίδας, Καλός Λύκος, Τζογάρει η Ποίηση στο Μοίρασμα, Αικατερίνης Θεομηνίες, Μαλακίας Εγκώμιον κ.α

Λ.T.: Λέω να ξεκινήσουμε αυτή τη συνέντευξη, Αντώνη, με μια ερώτηση που απορρέει μέσα από ένα σου στίχο. Διαβάζω από το «Δένδρο ανάποδα»: «Βλέποντας αυτόν τον χαριτωμένο κόσμο να περιστρέφεται και να κάνει τις τούμπες του θυμάμαι το ρητό του Πυθαγόρα που έλεγε πως ο άνθρωπος είναι ένα δέντρο ανάποδο. Τα υπόλοιπα είναι καθαρά ζήτημα υπομονής».
Υπομονή: Πόση σήψη κρύβει αυτή η λέξη μέσα της, Αντώνη; Πόσο δύσκολο είναι τα «υπόλοιπα» να είναι ζήτημα ανυπομονησίας, μια διαδικασία προσμονής δηλαδή, χωρίς τη δυνατότητα αναμονής, μια βίαιη διευθέτηση της στιγμής ίσως;

Α.Α.: Λευτέρη, ως προνομιούχοι και οι δύο, αφού είμαστε ζωντανοί και μπορούμε να κουβεντιάζουμε, διαθέτουμε έτσι κι αλλιώς κάποιο είδος κοινωνικής υπομονής. Νομίζω εμβολιαζόμαστε μ’ αυτό. Οπότε τη σήψη λίγο πολύ την έχουμε στο τσεπάκι. Ξέρουμε τι θα μας βρει. Υπομένουμε αναμένοντας το μοιραίο. Απ’ την άλλη Το ανάποδο δέντρο του Πυθαγόρα είναι αυτή η φάρσα των σουρεαλιστών να επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο μέσα απ’ το διανοητικό παιχνίδι, απλώνοντας προς το χώμα όλα τα πλοκάμια της φαντασίας. Στερεώνοντας τις ιδέες με πράξεις. Μια άλλου είδους εξουσία δηλαδή, ενάντια στον κατατρεγμό της πραγματικότητας. Κοίτα το φλογερό Μαγιακόβσκι, τους Κουβανούς ποιητές, τη λυσσασμένη αντίσταση των Ισπανών στο φασισμό, των Ελλήνων στους Γερμανούς κανίβαλους και στους ντόπιους ευσεβείς τσολιάδες. Οι καλλιτέχνες λειτούργησαν πολλές φορές ως φιτίλια. Έλιωσαν με πάταγο τις σάρκες τους στα πεδία μάχης των ιδεών, δείχνοντας με ζήλο πως πρέπει να χάσεις την υπομονή σου όταν σε κυνηγάει το τέρας . Εδώ τους νόμους επιβίωσης τους ορίζει ένα κακούργο ένστιχτο. Αυτό που βάζει τα κόλλυβα στο ζωνάρι και τα πάει κέρασμα στο δυνάστη του.

Λ.T.: Να σταθούμε λίγο σε αυτό το «κακούργο ένστιχτο» και να προσπαθήσουμε, όσο μπορούμε, να το αποκωδικοποιήσουμε. Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που αισθάνεσαι ότι χαρακτηρίζει τη φυσιολογία του;

A.Α.: Έχω την εντύπωση πως αυτό το κακούργο ένστιχτο μας κρατάει στη ζωή. Είναι η φύση μας, η βιολογία της προϊστορίας μας. Παλιότερα μας βοηθούσε να παλέψουμε με τα θηρία, σήμερα μας βοηθά να επιβιώσουμε. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα αθώο γατάκι αλλά μια κοφτερή λεπίδα. Το ένστιχτο λοιπόν αυτό, είναι ιερό, γιατί είναι κακούργο. Αυτό θα σε θυμώσει για να ρίξεις τη μπουνιά, για να επαναστατήσεις. Ξέρεις καλά πως τα ένστικτα συκοφαντήθηκαν από όλα τα ιερατεία και όλες τις εξουσίες. Εκφυλίστηκαν για να φτιάξουν μιαν αγέλη καταναλωτών. Αποβλακωμένα γρανάζια στη γραμμή παραγωγής. Όμως υπάρχει η υγιεινή της επανάστασης και της εξέγερσης. Το νέο αίμα έρχεται πάντα να πνίξει το σάπιο παρελθόν και τις φθαρμένες αξίες. Όταν σε έχουν καταδικάσει στην πείνα πρέπει να σπάσεις τη βιτρίνα και να κλέψεις το ψωμί.

Λ.T.: Η ηθική της επιβίωσης και οι αντοχές της, δηλαδή;

A.Α.: Τις ηθικές αντοχές σε τέτοιου είδους αποφάσεις μόνο μια αφυπνισμένη κοινωνική συνείδηση μπορεί να τις καθορίσει. Κοίτα τις λεγόμενες πλούσιες δυτικές χώρες. Απ΄τη μια αδιανόητος πλούτος κι απ΄την άλλη ταπείνωση και φτώχεια. Απ’ τη μια φιέστες γιορτές παρελάσεις κι απ΄την άλλη αποκλεισμός και αδιέξοδο. Βλέπεις η επέτειος της ελληνικής επανάστασης είναι μια γιορτή των αστών, ένα πανηγυράκι. Εργολαβία ομίλων που παίρνουν λεφτά απ΄το κράτος. Είναι σα να γιορτάζουν οι κοτζαμπάσηδες το Κιλελέρ.

Λ.Τ.: Και ο λαός στα παλαμάκια, που λένε;

Α.Α.: Πραγματικά, Λευτέρη, δεν ξέρω τι σημαίνει λαός. Είναι τόσο ξεχειλωμένες τούτες οι λέξεις: λαός, κόσμος, κοινωνία, που όσο τις χρησιμοποιείς τόσο πελαγώνεις. Αφού όμως η οικονομία είναι αυτή που καθορίζει τις ζωές μας, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια τάξη, για ένα λαό ή για μια πατρίδα. Η πεταλούδα που πετάει στο Πεκίνο φέρνει καταιγίδες στην Αμερική. Ποτέ δεν θα γλιτώσουμε απ’ την καταιγίδα για να χορέψουμε το tango με το σατανά. Ποτέ δεν γλιτώσαμε.

Λ.Τ.: Και η πρόοδος, Αντώνη, η εξέλιξη που κουβαλάει η Πεταλούδα στην πλάτη της;

Α.Α.: Ποια εξέλιξη; Της τεχνοεπιστήμης και του ντετόλ; Του θρησκευτικού φανατισμού και του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού; Η πρόοδος συμβαίνει μόνο στα σεντούκια των πλουσίων και στα παγκάρια των παπάδων. Αυτοί μας λένε κάθε μέρα πως οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Βέβαια οι άνθρωποι κάνουν προσευχές, φτιάχνουν ΜΚΟ, φροντίζουν αστέγους, ταΐζουν μετανάστες. Έχει πέσει πολύ δουλειά.

Λ.Τ.: Και η ποίηση; Υπάρχει κάπου μέσα σε όλα αυτά η ποίηση; Την βρίσκουμε ή την εφευρίσκουμε για να οικοδομήσουμε μέσα της ένα παράλληλο σύμπαν που θα μας σώσει;

Α.Α.: Μέχρι σήμερα έχει σώσει κάποιους εκδότες και κάποιους ακαδημαϊκούς. Ξέρεις πως τα φράγκα, τα λίγα έστω, τα φέραν τα νόμπελ. Η ποίηση είναι εκ φύσεως αντιεμπορικό είδος, ειδικά σε μια ισχνή λογοτεχνική πιάτσα όπως η ελληνική. Μιλάμε πάντα για τη γραπτή ποίηση, αυτή που τυπώνουμε στα βιβλία. Υπάρχει όμως και η άλλη ποίηση, που όσο κι αν την κυνηγήσεις δεν πρόκειται να την πιάσεις και να την κλείσεις στο κλουβί. Και η δεύτερη είναι που μας βοηθά να ζήσουμε ή να πεθάνουμε. Σκέψου πως λίγο-πολύ ο Εμπειρίκος με την απόχη του σουρεαλιστή έπιασε αυτή την ποίηση της πραγματικότητας. Αυτοί είναι μάλλον οι ποιητές, γράφουν δε γράφουν: όσοι κάνανε οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου.

Λ.Τ.: Από ποιο σόι είναι η ποίησή σου, Αντώνη;

Α.Α.: Από το σόι της πραγματικότητας που ήδη σου περιέγραψα. Υπάρχει η αγωνία μου και ο θυμός μου. Το υπαρξιακό μου βλαστήμι. Θυμάσαι τον Κούβελα, εκείνο το ακροδεξιό πουλέν της βαθιάς συντηρητικής Θεσσαλονίκης που είχε πει πως οι ποιητές είναι λαπάδες; Και φυσικά είχε δίκιο. Ο Κούβελας ως μούτρο ήξερε πολλά. Ήξερε τι ματαιοδοξία και τι ναρκισσισμός υπάρχει πίσω απ΄την λεγόμενη υψηλή κουλτούρα. Ο ίδιος είχε δώσει βραβεία και τιμητικές συντάξεις σε λογοτέχνες. Τα είχε καλά με τους γλείφτες της εξουσίας. Αν κάποιοι βεβαίως χέσανε πατόκορφα την ποίηση αυτοί είναι οι εξηγητές της. Αν θες να σκοτώσεις ένα ποίημα βάλτο στα σχολικά βιβλία. Αν θες να σκοτώσεις έναν ποιητή δωσ΄ του βραβείο.

Λ.Τ.: Κατά την εκτίμησή μου, Αντώνη, η ελληνική λογοτεχνία (σε όποια μορφή, είτε ακαδημαϊκή είτε εμπορική είτε ανεξάρτητα περιθωριακή ή μεμονωμένη) και ο κόσμος της είναι ένα κλειστό σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του. Ποια η γνώμη σου;

Α.Α.: Είμαστε μια μικρή χώρα. Οι μικρές χώρες είναι κάπως πιο ανθρώπινες απ΄τα τερατόμορφα κέντρα. Αυτό σημαίνει πως οι άνθρωποι έχουν ακόμα την ευαισθησία να πολεμούν για την ομορφιά. Να γίνονται λυρικοί, ρομαντικοί ή ακόμα και γραφικοί ή ακόμα και ψώνια. Τα ψώνια κρατούν ζωντανή τη λογοτεχνία. Μακάρι να γράφουν όλοι, να ζωγραφίζουν όλοι, να τραγουδούν όλοι. Απ΄την άλλη υπάρχει το κλειστό σύστημα που περιγράφεις. Οι ίντριγκες και τα ξεμαλλιάσματα. Οι αριστείες και οι αχαριστίες. Όλα αυτά βεβαίως είναι ανθρώπινα. Και ως ανθρώπινα είναι κωμικά και τραγικά μαζί. Δυστυχώς οι νεότεροι ποιητές γράφουν σαν Αμερικάνοι. Φτάνουν στον ποιητικό οργασμό δια μέσω του αλκοολισμού και του αυτομαστιγώματος. Τους ενδιαφέρει να καταγραφούν στις επετηρίδες ως καταραμένοι. Κι αυτό δεν είναι παρά η βίαιη αντίδραση στο βρικολακιασμένο τρίπτυχο πατρίς θρησκεία οικογένεια. Είναι όμως και η πανηγυρική αποκάλυψη της λειψής μας παιδείας. Της αμηχανίας απέναντι στην πνιγηρή αγάπη της μαμάς και του μπαμπά.

Λ.Τ.: Στα δοκίμιά σου κάνεις λόγο συχνά για την ανάγκη δημιουργίας κοινοτήτων, συλλόγων, συνεταιρισμών. Για μια συνεργατική νοοτροπία που πρέπει να αναπτύξουμε. Εσύ βλέπεις τους ανθρώπους να συνεργάζονται, να ομονοούν πάνω στα κοινά τους ζωτικά συμφέροντα ή να αδιαφορούν επιδεικτικά;

Α.Α.: Λευτέρη, επειδή ο ανθρώπινος κόσμος δεν γεννήθηκε σήμερα το πρωί, αλλά έχει διανύσει κάποιους αιώνες, η ιστορία αποκαλύπτει δραματικά πως είμαστε καταδικασμένοι να συνεργαζόμαστε για να επιβιώσουμε. Βέβαια συνεργάτες είναι και οι βρικόλακες, και οι στρατηγοί, και οι μαφιόζοι. Άρα η συνεργασία που προτείνω έχει άλλη αξία και άλλο πρόσημο. Συνεργαζόμαστε σημαίνει πριν απ΄όλα συναποφασίζουμε και συνδιαμορφώνουμε. Δεν διορίζουμε ειδικούς να ζήσουν την ζωή μας για μας.

Λ.Τ.: Ζούμε τους καιρούς της παντοδυναμίας των αγορών, Αντώνη, με συρρικνώσεις δικαιωμάτων, με εργαλειοποιήσεις συναισθημάτων και αντιλήψεων που στόχο έχουν την εγκαθίδρυση μιας εφιαλτικής κοινωνικής ειρήνης που νεκρώνει τις κοινωνικές αντιστάσεις (ή μήπως δεν είναι έτσι;). Μπορεί η ποίηση να ενεργοποιήσει σήμερα τα αντίδοτα που απαιτούνται για τη διατήρηση του δικαιώματος στο διαφορετικό;

Α.Α.: Λευτέρη, οι αγορές δεν ήρθαν ουρανοκατέβατες. Θυμάσαι το αξίωμα που διατύπωσε η Θάτσερ τη δεκαετία του ογδόντα. Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο τα άτομα και οι οικογένειές τους. Η διάλυση του Μεσαίωνα και η ανάπτυξη του προτεσταντισμού στη θέση του είναι το θεμελιώδες πολιτισμικό γεγονός που έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Όταν ο Χρόνος και το Χρήμα αλληλοταυτίστηκαν στο νου των ανθρώπων, ο προτεσταντικός πολιτισμός απέκτησε συνείδηση του εαυτού του, άρα και της δύναμής του. Ο κόσμος άρχισε να προχωρά γοργά προς τον ατομικισμό σύμφωνα με το προτεσταντικό ρητό, ο χρόνος είναι χρήμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες φτάσανε στο ζενίθ αυτής της ηθικής. Δημιούργησαν το μεγαλείο και τη φρικαλεότητα της απάνθρωπης ηθικής του Βενιαμίν Φράνκλιν. Όμως μοιραία ο προτεσταντισμός γέννησε και την ίδια του την άρνηση. Ο μαρξισμός ήρθε να ανακαλύψει και να φωτίσει τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Ο μαρξισμός υπήρξε το αντίδοτο απέναντι στη χυδαία μεταφυσική άποψη των καπιταλιστών για τον χώρο και το χρόνο. Η εφιαλτική κοινωνική ειρήνη που αναφέρεις είναι η ανακωχή του κοινωνικού πολέμου. Μια εκκρεμότητα με την ιστορία.

Λ.Τ.: Θεωρώ, Αντώνη, ότι ούτε στις μέρες μας ούτε και στην πριν ιστορία της λογοτεχνίας υπήρξαν «μεγάλοι ποιητές». Υπήρξαν όμως «μεγάλα ποιήματα» και ακόμα περισσότεροι «μεγάλοι στίχοι». Ποιήματα και στίχοι που κατάφεραν να κουβεντιάσουν με τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων και να «ξεκλειδώσουν» πολλές αγκυλώσεις της καθημερινότητας τους, διευρύνοντας τους ορίζοντες του κόσμου. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι στις μέρες μας, να βρεθείς, ως αναγνώστης, συνεργός ενός τέτοιου ανοίγματος;

Α.Α.: Ναι, ψάχνουμε πάντα τη βασίλισσα του καρναβαλιού και χάνουμε το καρναβάλι, ψάχνουμε τον ποιητή και χάνουμε το ποίημα. Ψάχνουμε την αποδοχή και χάνουμε την απόλαυση και τη χαρά. Όμως, δεν θέλω να δω την ποίηση σαν ένα αντάλλαγμα για την πραγματικότητα. Νομίζω πως η μεταμόρφωση της ζωής που ήταν πόθος του Ρεμπώ και η μεταμόρφωση της κοινωνίας που ήταν πόθος του Μαρξ, είναι τα δυο πράγματα που σταθερά με συγκινούν. Η γραφή είναι μια υλική πράξη. Η γραφή είναι ένα όπλο και δεν είναι. Είναι μια επανάσταση και δεν είναι. Άλλοτε ένα κήρυγμα αγάπης κι άλλοτε ένας ερωτικός λίβελος. Υπάρχει μια ροή στο χώρο και στο χρόνο της γραφής, σιγά-σιγά χάνεται το πρόσωπο και μένει μόνο η φωνή. Χάνεται ο ποιητής και μένει το ποίημα. Σκέψου πως ο ποιητής είναι αυτός που παγιδεύει τη στιγμή. Η ελληνοχριστιανική μας κουλτούρα κρατάει την παγίδα και πετάει τη στιγμή. Εκεί που χτυπάει το αίμα της ανυπόμονης καρδιάς των καβλωμένων νέων ξεφυτρώνει ένας ανδριάντας. Μια Κική Δημουλά ή ένας Τίτος Πατρίκιος. Λιβανίστε μας για να σας λιβανίσουμε.

Λ.Τ.: Τι θα απαντούσες σε κάποιον που θα αποκαλούσε τα ποιήματά σου «ωραία, αλλά άσεμνα» «ωραία, αλλά χυδαία»;

Α.Α.: Θα του απαντούσα ότι έχει δίκιο.

Λ.Τ.: Σε κάποιο βιογραφικό σου διάβασα το εξής: «Δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ μαθήματα δημιουργικής γραφής». Ελπίζω αυτή η φράση να ισχύει ακόμα, γιατί αλλιώς δεν θα έχει νόημα παρακάτω ερώτηση: Γιατί, Αντώνη, δεν έχεις παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής; Δε ντρέπεσαι;

Α.Α.: Ντρέπομαι λίγο, αλλά γράφω ένα άσεμνο ποίημα και ξεπερνώ τις ντροπές μου. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ωραίο κόλπο των εκδοτών. Όσο για τους επαΐοντες σοφούς, που διδάσκουν δημιουργική γραφή μου θυμίζουν τους σεξολόγους που δεν γαμάνε οι ίδιοι, αλλά δίνουν στους άλλους συμβουλές.

Λ.Τ.: Κουβεντιάζοντας την προηγούμενη εβδομάδα με το Γιάννη Υφαντή, μου ανέφερε δύο κατηγορίες ποιητών: αυτούς που γράφουν ποιήματα και αυτούς που δεν μπορούν να μην γράφουν ποιήματα. Πώς αντιλαμβάνεσαι αυτή τη διαφορά και σε ποια κατηγορία από τις δύο θα τοποθετούσες τον εαυτό σου;

Α.Α.: Έχουν ενδιαφέρον οι σοφιστείες ως πνευματικά παιχνίδια, αλλά καμιά αξία χρήσης στον πραγματικό χρόνο της ανθρώπινης κατάστασης. Πραγματικά χέστηκε κάποιος για το αν γράφεις για την πλάκα σου ή γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Είναι σαν να με ρωτάς για ποιον ή γιατί γράφεις. Όπως η ερώτηση για το ποιος δημιούργησε τον κόσμο έχει σαν δεδομένο πως ο κόσμος δημιουργήθηκε από κάποιο δημιουργό. Υπάρχει βεβαίως και ο εξωτισμός της γραφικότητας. Η παραξενιά, η μοναδική περίπτωση. Ανθρώπινα όλα. Στον Οιδίποδα έθεσε το ερώτημα «ποιος είσαι;» η απάνθρωπη σφίγγα. Ο Οιδίποδας το έλυσε, αλλά το αντάλλαγμα ήταν η τυραννία και η τύφλωσή του. Σκέψου όμως πως ο Οιδίποδας θα ολοκληρωθεί όταν μεταμορφωθεί ο ίδιος σε Σφίγγα, όταν θα γίνει ο ίδιος ένα με τα διλήμματα που αντιμετωπίζει, όταν, αντί να ρωτά «ποιος είσαι», θα ρωτά «πού πας;».

Λ.Τ.: Υπήρξαν εποχές, Αντώνη, που οι κοινωνικές «κατασκευές», ήταν στο μπόι των ανθρώπων. Οι σημερινές, αν δεν είναι προκλητικές ή σοκαριστικές, δεν υπάρχουν. Κάποτε θεωρώ ότι αρκούσε μια απλή αναπνοή για να ζήσεις… Σήμερα θεωρείται αναγκαίο να ρουφήξεις όλο το οξυγόνο γύρω σου, για να καταφέρεις απλά και μόνο να σταθείς στα πόδια σου. Δεν είναι ένας οδυνηρός εφιάλτης αυτό;

Α.Α.: Έχω την εντύπωση πως αυτό που περιγράφεις είναι η εξέλιξη της καπιταλιστικής λαιμαργίας. Ο καπιταλιστής είναι λαίμαργος, ισοπεδωτικός, δεν έχει ηθικές αναστολές. Δεν έχει ηθικές αξίες. Έχει τοποθετήσει την υποκρισία στο κέντρο κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Είναι σαδιστής γι΄αυτό είναι κυρίαρχος. Ο σαδισμός του τον κάνει άριστο και μεγαλοφυή. Πρωτοπόρο και κατακτητή. Επένδυσε στις αποικίες και τη δουλεία. Χρησιμοποίησε την εργατική δύναμη για να ρουφήξει όλο το μεδούλι της υπεραξίας. Απ΄την άλλη διαμόρφωσε, με τη συνδρομή της θρησκείας κυρίως, ένα καθεστώς υποτέλειας. Ε, αυτό το καθεστώς πολεμάμε. Και για να πολεμήσεις τον μαζοχισμό του προλεταριάτου πρέπει να προχωρήσεις μοιραία στον επαναστατικό σαδισμό. Οι αληθινοί επαναστάτες ήταν σαδιστές. Ο επαναστατικός σαδισμός άλλαξε ουσιαστικά τον κόσμο. Υπάρχει άραγε μεγαλύτερος σαδισμός απ΄το να κλονίσεις τις πεποιθήσεις κάποιου;

Λ.Τ.: Ένα τετράστιχο από ένα τραγούδι του Νικόλα, λέει: «Η επανάσταση αποδείχτηκε ένα όνειρο, | μια βολεμένη και ευφυής δικαιολογία. | Διατηρούμε την εσώτερη τη βρώμα μας | μ’ επαναστατική φρασεολογία». Ποιο το αντίκρυσμα της έννοιας επανάσταση, σήμερα;

Α.Α.: Κακοποιημένη και ταλαιπωρημένη λέξη, η λέξη επανάσταση, Λευτέρη. Η διαφήμιση το λέει καθαρά. Επαναστατική μέθοδος λεύκανσις πρωκτού. Στα αστικά μας βοσκοτόπια η επανάσταση έχει να κάνει με την κατανάλωση. Οι επαγγελματίες αναθεωρητές θάβουν τις επαναστάσεις, αφού πρώτα τις κακολογήσουν. Οι επαναστάτες όμως ανατινάζουν τις γέφυρες της παρηγοριάς και της συμπόνιας. Δεν θέλουν τη φιλανθρωπία των πλουσίων. Δεν θέλουν ελεημοσύνη αλλά δικαιοσύνη. Σκέψου πόσο καταχρηστικά χρησιμοποιούμε τη λέξη Δημοκρατία. Δημοκρατία σημαίνει δικαιοσύνη. Χωρίς δικαιοσύνη δεν υπάρχει δημοκρατία. Αν εσύ έχεις μια ολόκληρη χώρα δική σου κι εγώ ένα τρύπιο βρακί ε, δεν έχουμε δημοκρατία. Δυστυχώς ζούμε τη χούντα φαύλων ανθρώπων που μας πουλάνε αριστεία. Ζούμε ως εφιάλτη τη φαντασίωση του καπιταλιστή. Κοίτα τους κάμπους με τα καθρεφτάκια που τα λένε φωτοβολταϊκά και τα βουνά με τους θεόρατους ανεμιστήρες που τους λένε ανεμογεννήτριες. Και τι να πεις! Εμείς μολύνουμε τη φύση, αυτοί επενδύουν σε πράσινη ανάπτυξη. Τι να πρωτοδεί κανείς, τις παράνομες αμμοληψίες των ποταμών με τις ευλογίες των βλαχοδημάρχων, τα νησιά που ξεπουλήθηκαν στον άγνωστο τουρίστα, τη χαβούζα της Αθήνας!

Λ.Τ.: Μπορείς να μου μιλήσεις με διακόσιες πάνω κάτω λέξεις για τον Αντωνάκο που ξέρεις;

Α.Α.: Λευτέρη, θα αποφύγω να σου μιλήσω για τον σπουδαίο μου εαυτό. Ανήκω σε μια γενιά που δεν περίμενε τον μάντη Κάλχα για να βγάλει βιβλίο. Για να πει τη γνώμη της. Για να βλαστημήσει. Η ελευθερία των μπλόγκς, η ελεύθερη ανάγνωση στο ίντερνετ, βοήθησε την άμεση δημοσίευση γραπτής ύλης. Την επικοινωνία και την ανάγνωση μακριά απ΄τη σκοτεινή καλύβα του παντογνώστη. Λευτέρη, θεωρώ την ιδιοκτησία κλοπή αλλά την πνευματική ιδιοκτησία δύο φορές κλοπή, γιατί εδώ κατέχεις κάτι φαινομενικά άυλο, μα στην πραγματικότητα κατέχεις την πρώτη ύλη. Την πραγματική συγκολλητική ουσία όλων των πραγμάτων. Το Λόγο. Των πολλών ανθρώπων τα παιδιά που είναι κι αυτά παιδιά μας. Άρα η ματαιοδοξία πως σου ανήκει κάτι επειδή το σκέφτηκες εσύ μοιάζει περισσότερο με λοφίο που στολίζει τον κώλο της μαϊμούς. Μας ανήκει ευτυχώς μόνο ό,τι φτάνει ως την τελευταία στιβάδα του δέρματος. Ως εκ τούτου θα μπορούσα να σου μιλήσω για τον Αντωνάκο μόνο αφού πεθάνει. Με διακόσιες λέξεις θα έγραφα γι΄αυτόν έναν σπουδαίο επικήδειο.

Λ.Τ.: Μου χρωστάς 38 λέξεις ακόμα…

Χρίστος Λάσκαρης (1931 – 11/6/2008), Δύο ποιήματα

ΝΑ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙΣ ΗΣΥΧΟ

Σταμάτα να έρχεσαι στον τάφο μου.
Λουλούδια πάνω μου δε θέλω.
Και πρόσεξε:
το στήθος σου καθώς σκύβεις
ακουμπά την πλάκα μου.
Μπήκα εδώ να ησυχάσω.

*

ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι•
ενώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους
ή το αφτί τους τρυφερά
και το προσφέρουνε.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

MIRAVALLE

Καλούσε με φωνές τό όνομά της
ώρες ατέλειωτες.
Τα μάτια της απύθμενα. Αστραφτερές σφαίρες
δίδυμα άστρα τής Λήδας.
Οι βάγιες την ετοίμαζαν για τον τάφο.

Ρίχτηκε στα πόδια της.
Εκείνη τραβήχτηκε. Αφήνει
από τό κεφάλι της να πέσει
το κηρωτό σάβανο.

Και αργά άνοίξανε
τα ανήμερα μάτια
της χαμένης του αγάπης.

*

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΣ

-Μ άρέσεις. Πάρε με στου κόσμου
το καράβι. Είμαι ή Λίγεια. Ή κόρη τής Καλλιόπης.

Κωπηλατούσε από τό εκτυφλωτικό φως
ώς τη βαθειά σκιά. Κι εκείνη στάλαζε
στο στόμα του την ήδονή!

—Είμαι αθάνατη, γιατί όλοι οι θάνατοι χύνονται
μέσα μου. Είσαι ωραίος, νέος, μέ πλάνεψες
στο ανάκτορο των αιώνιων άμορφων νερών.

—Ό Οίνοψ Πόντος φυσά την κοχύλα του.
Σέ καλεί, λυγερή μου Λίγεια,
στις γιορτές τής μακρινής καταιγίδας!

Θ’ αγαπηθούμε στις αποβάθρες των άναχωρήσεων
όταν δέν θά υπάρχει άνάμεσά μας θάλασσα.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδόσεις στιγμή, 2007.

Βασίλης Νικολόπουλος, Η ζωή γύρω

Θάνατος στους υπευθύνους
και στους ανεύθυνους φωτιά
Θάνατος στους άχρηστους
και σε όλους τους χρήσιμους σ’ αυτή τη μαλακία
που καλείται σύστημα και κοινωνία μαζί
Θάνατος στους εμπρηστές
και σε όσους για την παραμικρή σπίθα δεν είναι ικανοί
Θάνατος στους ανίκανους λοιπόν
και σε όσους είναι ικανοί για όλα
Θάνατος στους ποιητές
και σε όσους τίποτε δεν εποίησαν
Στους αλαζόνες
και στους ταπεινούς που παραμέρισαν
Θάνατος στους αφεντάδες
και σ’ εκείνους που δουλικά τους ανέδειξαν
Σίγουρα όχι
Ο θάνατος τριγυρνάει στα γκέτο

*Από τη συλλογή “Αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Εκδόσεις “Αγαύη”, Αγρίνιο 2020.

Jorge Guillen, Ξενοδοχείο των δύο κόσμων*

Δεν σταματά η ζωή;
Μέσα
στο κοιμισμένο μου κεφάλι
βρήκα τον εαυτό μου πριν από μια παράσταση.

Ένα θέατρο
καταφέρνει να επιβάλει τις εφευρέσεις του
σε μένα. Οπότε
δύο και δύο δεν κάνουν ποτέ τέσσερα.

Εσύ, μια παράλογη σφαίρα,
η δημιουργία μου, και όμως με μεταλλάσσεις;
Υφαίνω τέτοιες εικόνες
που με καταπιέζουν στ’ αλήθεια;

Υποφέρω, απελπίζομαι, κλαίω,
ο λαιμός μου πνίγεται.
Κάποιος τραγουδά
γιατί έχασα τον θησαυρό μου.

Αλλά αυτή η παράσταση είναι σύντομη.
Ξύπνησα
Και η αλλαγή δεν με παρηγορεί. Ποιο είναι το πραγματικό;

*Υπάρχει ένα ονομαστό ξενοδοχείο στην Αβάνα που λέγεται Hotel Ambos Mundos. Σύμφωνα με την οικογένειά του ο Guillen δεν πήγε ποτέ στην Αβάνα, αλλά ήταν μάλλον ενήμερος για την ύπαρξη του εν λόγω ξενοδοχείου και επηρεάστηκε από αυτό.
**Ο Jorge Guillen (1893-1984) ήταν Ισπανός από τα πιο βασικά στελέχη της λεγόμενης “Γενιάς του ΄27”, πανεπιστημιακός δάσκαλος και κριτικός. Έζησε αρκετά χρόνια στις ΗΠΑ και τη Λατινική Αμερική.
***Το ποίημα είναι από το βιβλίο “Horses in the Air and other poems”, Έκδοση City Lights Books, Σαν Φρανσίσκο, 1999. Μετάφραση από τα ισπανικά: Cola Franzen. Απόδοση:
Δημήτρης Τρωαδίτης.

Κυκλοφορεί το 25ο τεύχος-σκεύος του Τεφλόν!

ΘΕΜΑΤΑ

Σύγχρονη ρωσόφωνη φεμινιστική και κουίρ ποίηση
Σε
αυτό το εκτενές αφιέρωμα στη σύγχρονη ρωσόφωνη φεμινιστική και κουίρ ποιητική σκηνή, η ανθολόγος ποιήτρια Γκαλίνα Ρίμπου μιλάει για τις «νέες γλώσσες» που πλάθει η φεμινιστική και κουίρ ποίηση προκειμένου να αναδείξει «τη σύνδεση της κρατικής βίας με την έμφυλη και ενδοοικογενειακή, καθώς και με τα εγκλήματα μίσους εναντίον κουίρ ατόμων». Σε έναν κόσμο όπου «η βία έχει γίνει υποχρεωτική συνθήκη στη ζωή [μας]» και «τις γυναίκες/ που λένε την αλήθεια/ τις βαφτίζουν μάγισσες και τρελές», «η ποίηση πρέπει να μεταναστεύσει σε μια γλώσσα που να σταματά τη βία». Ανθολόγηση-Κείμενo: Γκαλίνα Ρίμπου, Μετάφραση: Νίκη Κ.

Lütfiye Güzel: Για τη ζωή που ποτέ δεν έρχεται
«Η ζωή σαν κούτσουρο,/ εκ των προτέρων θλιβερή, και η σελήνη/ είναι μονάχα μια σημείωση». Με γλώσσα γυμνή, αμακιγιάριστη, χωρίς φραστικά στολίδια, ποιητικές φιοριτούρες και ρητορισμούς, η Τουρκογερμανίδα ποιήτρια περιγράφει τη στείρα και μουντή καθημερινότητα της εργατικής τάξης στη σημερινή Γερμανία, μια καθημερινότητα όπου κυριαρχεί η υπαρξιακή και υλική ένδεια, ένα αίσθημα ασφυξίας: «αν δεν έχεις λεφτά/ τότε δεν έχεις τίποτα/ όμως σου παίρνουν ακόμα κι αυτό». Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Μαριάννα Τσάτσου

Ilse van Staden: Κοιλάκανθοι, μονόκεροι, βασιλίσκοι, ψάρια του ονείρου
Η Νοτιοαφρικανή ποιήτρια παρατηρεί –άλλοτε συνεπαρμένη και άλλοτε μελαγχολική– τους κύκλους ζωής και θανάτου της φύσης, σχεδιάζει «μια τοπιογραφία της ακινησίας για τα μάτια των κουρασμένων». Παίρνει τα αφρικάανς, μια γλώσσα που έχει συνδεθεί με το απαρτχάιντ, και την οδηγεί σε νέες, θαρραλέες κατευθύνσεις, ώστε αυτή να συμπεριλάβει όλα τα πλάσματα του κόσμου, ακόμα και τα «παράξενα όντα [που] μεταλλάσσονται μέσα σε σπηλιές». Κείμενο-Μετάφραση: Peter Constantine

Trish Salah: Ποιητική φυλολογία
«Δεν έχετε λέξεις για μένα»: Η Αραβο-καναδή ποιήτρια επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα γλώσσα προκειμένου να μιλήσει για όλα τα αμφίσημα, περίπλοκα και οδυνηρά που καραδοκούν εκτός της αυστηρής περιχαράκωσης του φύλου και της καπιταλιστικής γραμμικότητας. Τα ποιήματά της μιλούν για καταστάσεις βίας, επισφάλειας και εκμετάλλευσης που είναι αποτέλεσμα της τρανσφοβίας και του ρατσισμού, διερευνώντας τι σημαίνει να έχεις φύλο, να αλλάζεις φύλο ή να βρίσκεσαι κάπου ανάμεσα και πώς όλα αυτά συνδυάζονται με τη φυλή και την τάξη. Κείμενο: Kyoko Kishida, Μετάφραση: Jazra Khaleed, Kyoko Kishida

Ποιήματα: Δημήτρης Γκιούλος, Γιάννης Κάρκης, Καρτ, Χρήστος Κολτσίδας, ΜΚΧ, Mochi, Tilsa Otta, Σαμ Π., Sylvie, Γιώτα Τεμπρίδου, Ιβάν η τρομαγμένη, Αλέξανδρος Φαρμάκης, Σοφία Χατζοπούλου.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: elis talis
Σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

Βίκυ Λιούκα, Αυταπόδεικτος χρόνος

Δοκιμασία αν(τ)οχών
Η αποσιώπηση της δυναμικής
Συνοδοιπόροι άμισθων καταναλωτών
(Κοιμάσαι ακόμα σε στάση εμβρυική;)
Μύγες: πολλές μύγες
Ασουλούπωτες κορμοστασιές ευφάνταστων ηρώων
Θεϊκή (;) παρέμβαση
Παρηγορητές της ομήγυρης
Στάσου να σου βγάλω μια αναμνηστική φωτογραφία: φόρεσε ένα ζευγάρι γυαλιά ή ένα καπέλο για να δείχνεις πιο σοβαρός
Η σοβαροφάνεια είναι η ασθένεια των πολλών
Οι επιβάτες – συνήθως – επιβιβάζονται στο τέλος
(Από ποιον προσπαθείς να ξεφύγεις;)
Άνοιξε ένα βιβλίο και κάνε πως διαβάζεις
Οι υπεκφυγές προκαλούν ταραχή στον ανθρώπινο οργανισμό
Κατηγορίες διαπιστώσεων (ή διαπιστωμένες κατηγορίες, ή κατηγορηματικές διαπιστώσεις;)
Γιατί αφήνεις να (σου) συμβαίνουν όλα αυτά;
Διασταυρώνουν τις ματιές τους αποφεύγοντας συστηματικά ο ένας τον άλλο
Κοιλιόδουλη όσφρηση
Καλλιεργητές μνημείων αναμασούν την άσπονδη μήτρα
Φερμουάρ στα χείλη, ηδονοβλεψίες, κασκαντέρ, αυθόρμητοι αναστεναγμοί, συμπαθητικοί εραστές, άχρωμοι επαναστάτες, κάθετες πτήσεις, ατυχείς προσφωνήσεις, συστηματικές ακυρώσεις, δραματουργοί, βασανιστές της υπομονής, εκτεθειμένοι υποστηρικτές του «όλα ή τίποτα», ένθερμοι εναγκαλισμοί, ζητιάνοι του έωλου, φύλακες και φυλακισμένοι, ανείπωτη συνήθεια, απαράμιλλη αντοχή, συλλογική αδιαφορία, παρακμιακή συνείδηση, αδιαφιλονίκητη ομοψυχία, παράλληλοι δρόμοι
Κοντά παντελόνια, κοντινή μέρα
Η μνήμη πάει κι έρχεται: σαν υαλοκαθαριστήρες σε βρώμικο παρμπρίζ
Ένας ξεχασμένος γκιώνης απαγγέλει τη μελαγχολία της νύχτας
Μια φωνή από το παρελθόν μας μάς προειδοποιεί (ή μας καθησυχάζει;)
Φιλιόμαστε σταυρωτά με την υπόσχεση να ιδωθούμε στα όνειρά μας
Δίνεις μια σπρωξιά στην ακολουθία χαρακτήρων παραχωρώντας τους το δικαίωμα της συντριβής
Με το λοστό της ηθικής σπας τη βιτρίνα της μιζέριας και της δήθεν ανιδιοτέλειας
Στο μακρινό μέλλον ο κύκλος της ζωής θα παρατείνεται (κι ο άνθρωπος ανήμπορος στο αναπηρικό του καρότσι θα αναζητά το λόγο που δεν θυμάται τα παιδικά του χρόνια)
Στο απόκεντρο της συμφοράς μοιράζουν φαγητό – για μεταξεταστέους – σε συσκευασία δώρου
Μια φωνή από το σήμερα μας εγκαταλείπει
Στο εναλλακτικό παρόν ο άνθρωπος θα συντομεύει τον χρόνο επιβίωσής του
Ακόμη σε τρομοκρατεί η θέα του ανέφικτου
Το κοινό πανηγυρίζει τη νίκη του σημειώνοντας στο ημερολόγιο την έναρξη της αβέβαιης πορείας του: κανείς δε θα θυμάται για ποιο λόγο – το κοινό – εγκαταλείφθηκε από την οντότητα της σκέψης και την ανάγνωση του προορισμού του
Ακόμη επιμένεις να αρνείσαι το χάος σαν τη μόνη αλήθεια
Η μνήμη πάει κι έρχεται: σαν σκύλος που ψάχνει το αφεντικό του
Με το λοστό της ηθικής σπας τη βιτρίνα της επικυρωμένης φιλανθρωπίας και της διαφημισμένης τύχης
Αναστάτωση προκάλεσε η αποκάλυψη πως ουσιαστικός προορισμός δεν υπάρχει
Στα πρακτικά της σύντομης ζωής μας θα καταγραφεί το αυταπόδεικτο ως έννοια μιας γλώσσας νεκρής
Στέκεις μπροστά στον καθρέφτη, ισιώνεις το καπέλο σου, και απαθανατίζεις τη στιγμή με το κλείσιμο του ματιού: χρόνος φιλάρεσκος τυλιγμένος γύρω από το λαιμό σου

http://vickyliouka.blogspot.com

*Artwork: Wilhelm Freddie (1909-1995) : Psychophotographic Phenomenon: The Fallen of the World War (1936)

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Ροή κυττάρου

Αυτό το κύτταρο με την αναπνοή εισέδυσε
Συνάντησε τα δικά σου, ανατινάχτηκαν εντός σου
Από τότε, η ανηφόρα έκλινε απότομα
Η κατηφόρα έγινε κάθετη

Κι έγινες αράχνη,να βαδίζεις στους βράχους
Ανάποδα
Κι έγινες πέλμα ιαγουάρου μέσα στα δάση
Κι έγινες μια σπιθαμή σε φλόγα τρεμόσβηστη
Μετά, άναψες,
Όλο το σώμα πυρπολήθηκε
Σε μακρύ χειμώνα χιονιού
Κι ασταμάτητης βροχής

Απρίλιος 2021

*

Δεν ήλθε

Η μέρα, κάθε μέρα, είναι εδώ
και φύγανε οι μέρες
σε μικρά δωμάτια που καπνίζανε τσιγάρα, μερόνυχτα
ενώ, οι παρλάτες σηκώνουν σκόνη
και φράζουν την αναπνοή

«Δεν είμαστε σκιές»
Τραγουδούν οι σκιές της σκιάς
Στον κόσμο τον μέγα τον σοφό,που όλο γκρεμίζει
Σκοτώνει τα καλύτερα μουλάρια κι αδέσποτα σκυλιά
Πάμε κι απ’ αλλού, για να ’λθει

Μάης 2021

Jorge Palma, Η εργατική τάξη δεν πηγαίνει στον παράδεισο

Η εργατική τάξη δεν πηγαίνει στον παράδεισο –
ταξιδεύουν γεμίζοντας τα εντόσθια
ενός κεραυνού ή χειρότερα: μέσα στο χτύπημα
μιας αστραπής, λεπτό σώμα,
τολμηρό πρόσωπο, ή τόπλες.

Η εργατική τάξη πλέκει τις πληγές του ουρανού
στα εργαστήρια του χρόνου
καθώς και σε αργαλειούς, ονειρευόμενη,
ανάλογα με το ποιος διαβάζει αυτό και πού, ανάλογα με
το ποιος το ακούει, ποιος το καταλαβαίνει,
ποια θα μπορούσε να είναι η προσωπική τους σημαία
ή η σημαία της πατρίδας, ο βορράς
κάθε ατόμου, ολόκληρη η ζωή τους.

Ανάλογα με το ποιος το βλέπει, πώς φαίνεται.
Εδώ ή στην Κίνα η εργατική τάξη
δεν πηγαίνει στον παράδεισο: ταξιδεύουν με βασανιστήρια
γεμίζοντας τα εντόσθια ενός κεραυνού
στο εσωτερικό ενός κοτόπουλου
χάλια στο άφτερο αεράκι
που με ένα άηχο χτύπημα
εξατμίζεται στον αέρα
καθώς μια λάμψη αστραπής εξαερώνεται
στον βαρύ αέρα μιας καταιγίδας
και εξαφανίζεται
ανάμεσα στους παλιούς αργαλειούς
του ουρανού.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Φωτογραφία της ανάρτησης: Antonio Berni.

Ποίηση και πανδημία

Κωστής Τριαντάφυλλου, «μη άρτιος Μάρτιος» (Μανδραγόρας, 2020)

Κριτική από τον Δήμο Χλωπτσιούδη

Η πανδημία έφερε μία ανατροπή τόσο στις αξίες όσο και στον τρόπο που αντιμετωπίζεται η ίδια η ζωή. Από τις υπερβολές και τις συγκρίσεις με απολυταρχικά καθεστώτα (όπου τελικά μέσα από τη σύγκριση μειώνεται το κοινωνικό και πολιτικό αντίχτυπο του αυταρχισμού) μέχρι τις θεωρίες συνωμοσιών (που αποπροσανατολίζουν από τα βασικά πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που εγείρει η διαχείριση της πανδημίας) η πολιτική προστασία της υγείας επέβαλε έναν διάλογο που αξίζει κάποια στιγμή να εξεταστεί με τη μέθοδο τη Μέθοδο της Ανάλυσης Λόγου (discourse analysis method).

Ως πρωτόγνωρη συνθήκη όμως αποτυπώνεται και στην ποιητική παραγωγή, προσφέροντας πλούσιο υλικό ιδεολογικών αναλύσεων. Η ποιητική συλλογή του Κωστή Τριαντάφυλλου, «μη άρτιος Μάρτιος» (Μανδραγόρας, 2020) αποτελεί μία ποιητική διαπραγμάτευση της κοινωνιολογίας της πρώτης καραντίνας του 2020. Ενδοκειμενικά καταγράφεται ως ελατήριο η πανδημία. Ωστόσο, ο δημιουργός ξεπερνώντας το επίκαιρο προβληματίζεται για τη βιοπολιτική. Ανατρέπει τη θεώρηση ότι υπέρ πάντων τίθεται η ασφάλεια, αφού ο άνθρωπος δεν είναι οντολογικά μόνο ζωή. Είναι και ο πολιτισμός του, οι σχέσεις του, η εργασία του. Ο Κωστής Τριανταφύλλου προχωρά σε μία ανατροπή του εξουσιαστικού λόγου για την πανδημία. Η ψυχολογία του περιορισμού και το αβέβαιο μέλλον, το περιβαλλοντικό αίτιο της πανδημίας, η ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα κατά την περίοδο της πανδημίας τίθενται ως βασικές θεματικές των συνθέσεων της συλλογής, ακυρώνοντας το αφήγημα ότι υπέρ πάντων τίθεται η υγεία. Το ποιητικό υποκείμενο, ως συλλογικό υποκείμενο, εκφράζει την απογοήτευση για την ανολοκλήρωτη άνοιξη, μία άνοιξη που δεν απόλαυσαν οι άνθρωποι.

Η διακειμενικότητα στην ποιητική του Τριαντάφυλλου εντείνει το ειρωνικό πλαίσιο της συλλογής. Σαν ένα υφαντό στη συλλογή ξεχωρίζουν διακείμενα από την ποιητική παράδοση και την πολιτική ρητορεία. Πολύ συχνά ενσωματώνει στη στιχουργική του δημοσιογραφικά συνθήματα ή θέσεις φορέων της εξουσίας για να τις ανατρέψει ιδεολογικά (όπως η έννοια της ατομικής ευθύνης). Η εφεύρεση ενός εσωτερικού εχθρού, τόσο με την προσωποποίηση του ιού (πόλεμος) όσο και των αρνητών να υπακούσουν στις εντολές (ανεύθυνοι πολίτες ή νέοι), αποτελεί μία πρακτική της γκραμσιανής ηγεμονίας προς τον ολοκληρωτισμό του αστικού κράτους. Η ποιητική ειρωνεία καλύπτει όλες τις συνθέσεις. Άλλοτε ανατρέποντας τον κυρίαρχο λόγο, άλλες φορές ως διακειμενική αναφορά και άλλοτε ως κοινωνική και πολιτική κριτική.

Η πανδημία αποτελεί ένα φαινόμενο εν εξελίξει. Και ακριβώς έτσι λειτουργεί και ο εξουσιαστικός λόγος που θεμελιώνεται στην διαχείρισή της. Ωστόσο, η ποιητική συλλογή του Τριανταφύλλου αποτυπώνει έναν σαφή προβληματισμό της πρώτης περιόδου, του σοκ που δέχτηκαν οι πολίτες και άνθρωποι της τέχνης ως κοινωνικές οντότητες. Ο ακροατής/αναγνώστης στοχάζεται για την πανδημία, τα αίτιά της και για την πολιτική της διαχείριση. Η συλλογή δίνει αφορμή για έναν ευρύτερο καλλιτεχνικό διάλογο, αποδομώντας τον εξουσιαστικό λόγο.

Η συλλογή του Κωστή Τριανταφύλλου αποτελεί μία εξαιρετική στιχουργημένη ανάλυση της πανδημίας. Ωστόσο, απουσιάζουν οι γλωσσικές εκείνες αναζητήσεις που απαιτούνται από την ποίηση, προκειμένου να αναστατώσει τη γλώσσα. Εκλείπει η ανοιχτή πρόσληψη, με το βλέμμα στο διαχρονικό. Μολονότι ο λόγος του Τριανταφύλλου συγκρούεται με τον κυρίαρχο λόγο (discourse), δεν συμπληρώνεται από κάποια αισθητική πρόταση. Η ανατροπή του εξουσιαστικού λόγου δεν έρχεται μέσα από την συμβατική γλώσσα και τη συμβατική αισθητική. Η ποίηση, που ιδεολογικά προάγει τον κριτικό λόγο, έχει ανάγκη από μία γλώσσα αντισυμβατική προκειμένου να ανατρέψει τον συμβατικό λόγο της εξουσίας. Η ποίηση δεν αρκεί να στοχάζεται ή να ασκεί κριτική. Οφείλει να ανατρέπει και αισθητικά τις κυρίαρχες δομές και γλωσσικά, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα λόγο διαφορετικό, ξεπερνώντας τις κρατούσες γλωσσικές δομές.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/poihsi-kai-pandimia-kritiki-apo-ton-dimo-chloptsioudi.html?fbclid=IwAR1sle2LsrkCfd5Br1tp0vbmQ4KejM1KndYE_eH7sySUJuKt5VoBc2Es50