Για τις «Γεωγραφίες της Απουσίας» τού Σωτήρη Λυκουργιώτη*

Του Μήτσου Ζαρκάδα

Μέσα στο ζοφερό τοπίο των ημερών, όπου τα πάντα μοιάζει να έχουν ειπωθεί και όλες οι υποσχέσεις τής σκέψης να είναι πλέον αθετημένες από τη βίαιη ενηλικίωση της, η τέταρτη, αισίως, ποιητική συλλογή τού Σωτήρη Λυκουργιώτη συνιστά μια πρόκληση.

Κι αυτή η διατύπωση ξεφεύγει από τους όρους τής κοινοτοπίας, αν κανείς αναλογιστεί πως για όσους τουλάχιστον εξακολουθούν να υπερασπίζονται την ευαισθησία ως βασικό συστατικό της στοιχείο, η ποίηση είναι πάντα μια πρόκληση· μια παράβαση που αν και δε γίνεται (μόνον) για λόγους αισθητικούς, διατηρεί την παιδική χειρονομία τού υψωμένου μεσαίου δακτύλου απέναντι σε ό,τι απειλεί να την καθυποτάξει: στην ιδεολογία δηλαδή τής εφαρμοσμένης τεχνικής τού όψιμου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Έτσι, είναι ο ίδιος ο τίτλος, Γεωγραφίες της Απουσίας, τής υπό συζήτηση ποιητικής συλλογής που φαίνεται εν πρώτοις να παραδοξολογεί, να εγκολπώνει φραστικά μια —φαινομενική— αντίφαση: αυτήν τής υπαρξιακής κατάστασης μιας άχρονης Απουσίας με τη γεωγραφική της επισήμανση.

Υποψιάζεται κάνεις πως δεν είναι μόνον η επαγγελματική διαστροφή του ποιητή (επιστήμονας του χώρου ο ίδιος) που τον οδηγεί σε αυτήν την αντιμαχία και τελικά στη συμφιλίωση μέσω τής ποίησης· του χώρου με την αίσθηση τής απουσίας αλλά κάτι περισσότερο: η σχεδόν μαζοχιστική ανάγκη «να ζήσει» την απουσία μέσα στο απ’ το καθημερινό περίγραμμα τής ζωής. Για παράδειγμα, από την αρχή γράφει:

Επειδή έμαθα να ζω
απ’ τις εκλάμψεις
του φωτός που φέγγει
όταν χαράσσεται
το παραπέτασμα του κόσμου
αδυνατώ να ζήσω μακριά σου

γιατί εσύ
ήσουνα για μένα
το ξυράφι

Υπάρχει εξ αρχής ένας συνδυασμός αίσθησης κίνησης και ακινησίας στην ανάγνωση των ποιημάτων τού Λυκουργιώτη. Διακινδυνεύοντας να προβάλω στον δημιουργό τους μια ανάγνωση που ανήκει αποκλειστικά σε εμένα, θα έλεγα πως στους στίχους τής συλλογής απηχείτε η προαιώνια φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ ηρακλείτειας και παρμενίδειας θεώρησης. Γράφει, για παράδειγμα:

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται
μέσα απ’ τα μάτια σου

(…)

Ή άλλου:

Εδώ κάτω έφτασα σκάβοντας,
επιχειρώντας να ξεθάψω το πτώμα μου
Σκάβοντας βυθιζόμουν διαρκώς

(…)

Παρά τις σαμανικές συνδηλώσεις των τελευταίων στίχων και σε πείσμα ενός υποβλητικού ρομαντικού τοπίου που η ίδια διανοίγει, η ποίηση τού Λυκουργιωτη παραμένει μια ποίηση φιλοσοφική. Αυτό βέβαια δεν την καθιστά λιγότερο τραγική, ίσα-ίσα. Διότι η ίδια η φιλοσοφική ευσυνειδησία είναι τελικά που υπαγορεύει στην ποιητική αυτοσυνείδηση το αδιέξοδό της. Έτσι, συναντάμε το εξής συγκλονιστικό όσο και σπαρακτικό:

Έρχομαι με τις λέξεις
δεν έχω άλλο δρόμο
στους άλλους δρόμους χάθηκα
στους άλλους δρόμους πνίγηκε η φωνή μου

(…)

Το γεγονός τής γνώσης πως και «με τις λέξεις» ο δρόμος τού χαμού είναι προσημειωμένος και προδιαγεγραμμένος, αυτή η γνώση πως και «με τις λέξεις» θα χαθεί τελικά, αλλά παρόλα αυτά η εξακολουθητική εμμονή του να «έρχεται» με αυτές, είναι από το πιο έντιμα τεκμήρια τής ποιητικής δημιουργίας.

Η γνώση τού προδιαγεγραμμένου τέλους, τού μάταιου των κόπων και των προσπαθειών μαζί με την αποφασισμένα ποιητική στάση, δηλαδή τη στάση τής ανθρώπινης δημιουργίας, σε αντίσταση προς την αναπόφευκτη επερχόμενη καταστροφή και τον θάνατο, είναι που καταξιώνει τούτη τη γραφή που μας υπενθυμίζει:

Τον πόνο μη φοβηθείς
ο κόσμος που θα ζήσουμε θα είναι σταλαγμίτης
φτιαγμένος απ’ το άλας των δακρύων

Συναντάμε όμως και την «αντίστροφη» στάση —που ίσως είναι τελικά να είναι η ίδια, με αλλαγή φοράς. Εκείνη της υπερήφανης, έντιμης και ειλικρινούς αμηχανίας και απραγίας (που φτάνει στα όρια τής καταστροφής και τής αυτοχειρίας), σε πείσμα μιας δήθεν «δημιουργίας» που πιθηκίζει απλά τα πρότυπα τής τεχνοκρατικής πόζας. Ενδεικτικά:

τώρα που βρήκαμε του Ερατοσθένη το σχοινί
τώρα που μετρήσαμε τελεσίδικα τη γη
τώρα τι…

τώρα τι κάνουμε;

Είπαμε πως η ποίηση του Λυκουργιωτη είναι μία ποίηση φιλοσοφική σε όλα τα στάδια της εξέλιξής της. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως είναι μία ποίηση απόμακρη και απομακρυσμένη από τα γήινα και μεμονωμένα, από εκείνα που βασανίζουν τον απλό άνθρωπο. Είναι στοιχείο αναγνωρίσιμο της ποίησης τού Λυκουργιωτη πόσο εντυπωσιακά μπορεί να εναρμονίζει και να συμφιλιώνει την ακροβασία στα υψηλότερα νοήματα των καιρών με την παραμονή και την αλληλεγγύη στον καθημερινό άνθρωπο που κατατρώγεται από την ερωτική απώλεια:

Φεύγοντας άφησε πίσω της
—εκμαγείο του κορμιού της—
κάτι λίγα ρούχα

Κι εγώ ακόμα εδώ
προσμένω τη λάσπη
το χώμα, το νερό

να πλάσουν πάλι το σχήμα της

Μία, εν είδει κριτικής, γραπτή αποτύπωση των σκέψεων που αποκομίζει κανείς από την ανάγνωση μιας ποιητικής συλλογής, δεν μπορεί επ’ ουδενί να υποκαταστήσει την ίδια την ανάγνωση της. Η τελευταία συνιστά πάντα ένα ταξίδι, μια διαδρομή που καλείται να την ακολουθήσει ο καθείς κατά μόνας. Η άποψη αυτή ενισχύεται στην παρούσα περίπτωση από την παραδοχή ότι μονάχα μία συγκεκριμένη «οπτική ανάγνωση» παρουσιάστηκε εδώ.

Διότι είναι ο πλούτος (τόσο με την ποσοτική όσο και με την ποιοτική έννοια) τής συλλογής των ποιημάτων τού Λυκουργιώτη που προσφέρεται για μία ευρεία αξιολόγηση. Κι αν ισχύει τελικά η περίφημη φιλοσοφική γνώμη ότι κάθε έργο τέχνης διατηρεί ένα ουτοπικό πλεόνασμα αυτονομίας, το έλλειμμα ζωής που το ίδιο εμπεριέχει, αποκρυσταλλωμένο και φετιχισμένο, θα μένει εκείνο που θα μας ταλαιπωρεί αλλά και θα μας σπρώχνει πάντα ένα βήμα πιο πέρα από το σκαλοπάτι της απελπισίας

Διότι όπως ο Λυκουργιώτης μας λέει, σε ένα δίστιχο – επίγραμμα που το επιγράφει «Ηράκλειες στήλες»:

στο χείλος του γκρεμού
έχει υπέροχη θέα

*Γεωγραφίες της Απουσίας, Σωτήρης Λυκουργιώτης, Κουρσάλ 2021.

Petra Kolmancic, Αμφίβια

Είμαστε όπως τα αμφίβια. Κάποιες φορές έξω, σε ξερή γη,
κάποιες φορές μέσα, βαθιά στους εσωτερικούς μας βάλτους.

Νιώθουμε ασφαλείς στους λασπωμένους βάλτους μας.
Ευημερούμε εκεί.

Είμαστε ευαίσθητοι στο άγγιγμα, noli me tangere
και στις λέξεις και στις ματιές, noli me legere, noli me vedere

To αίμα μας άλλοτε βράζει, άλλοτε παγώνει, άλλοτε νερώνει.
Πίσω απ’ τα βλέφαρα έχουμε μεμβράνες κι ένα επιπλέον ζευγάρι
βλεφαρίδες

για να μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια μας σφιχτά, όρθιοι
και ξαπλωμένοι.
Κάνουμε έρωτα χωρίς να κοιταζόμαστε

ριχνόμαστε ο ένας στον άλλον πισώπλατα, για να μπορούμε
να αδράξουμε,
να μεταμορφώσουμε και να φανταστούμε τους πόθους και
τα οράματά μας.

Ύστερα εγκαταλείπουμε, παίρνουμε το δρόμο μας, γιατί
εκείνος που μας ρίχνεται, αργά ή γρήγορα, αρχίζει
να βρωμάει θλίψη

και είναι αφόρητο ό,τι δεν μπορεί να γεννηθεί.
Είμαστε όπως τα αμφίβια, ένας ακέφαλος ανταγωνισμός
δίχως πόδια.

*Από το βιβλίο “οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές”, Εκδόσεις Ρώμη, Θεσαλονίκη 2020. Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

Luis Cernuda [1902-1963], Μερικά κορμιά είναι σαν λουλούδια

Μερικά κορμιά είναι σαν λουλούδια,’
Άλλα σάν μαχαίρια,
Άλλα σάν κορδέλλες νερού
Όμως όλα, αργά ή γρήγορα,
Καψίματα θα είναι που σε άλλο κορμί μεγαλώνουν,
Μετατρέποντας με της φωτιάς τη δύναμη μια πέτρα
σε άνθρωπο.

Όμως ο άνθρωπος ρίχνεται σ’ όλες τις κατευθύνσεις,
Ονειρεύεται ελευθερίες, συναγωνίζεται τον άνεμο,
Ώσπου μιά μέρα το κάψιμο σβήνει,
Κι αυτός ξανά είναι πέτρα στου κανενός το δρόμο.

Εγώ, που δεν είμαι πέτρα, παρά είμαι δρόμος
Που διασχίζουνε στο πέρασμά τους τα πόδια τα γυμνά,
Πεθαίνω απ’ άγάπη γι’ αυτούς όλους.
Τους χαρίζω το κορμί μου για να το πατούν,
Άν και τους φέρνει σε μια φιλοδοξία ή σ’ ένα σύννεφο,
Χωρίς κανείς τους να καταλαβαίνει
Ότι φιλοδοξίες ή σύννεφα
Δεν άξίζουν μιαν άγάπη που παραδίνεται.

*Από την Ανθολογία Εγκόλπιο Ερωτικού Λόγου – Ανθολόγιο Ξένης Ερωτικής Ποίησης του 20ού Αιώνα, Εκφόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000. Μετάφραση: Νίκη Παπαθάνου.

Για τον Νίκο Βέλμο

Νίκος Βέλμος, (ψευδώνυμο του Νίκου Βογιατζάκη). Κρητικής καταγωγής αλλά γέννημα θρέμμα Πλακιώτης, γεννήθηκε το 1890 στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 21. Από φτωχούς γονείς, ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης κι είχε άλλα έξι αδέλφια. Σε γειτονικό σπίτι έμενε ο Εμμανουήλ Ροΐδης και του πήγαινε αυγά από το κοτέτσι του φτωχικού τους. Συγγραφέας, ηθοποιός, φιλότεχνος, αθηνολάτρης, επαναστάτης με τον τρόπο του, είχε πάντα την αίσθηση του κάλλους της ζωής που την ήθελε αγνή, απλή, ατόφια και χωρίς ψευτιά. Η δική του ζωή ήταν ένας συνεχής αγώνας για τους αδικημένους.

Μικροκλοπές και χασίς τον οδηγούν στη φυλακή. Χωρίς, λόγω της αλητείας του, να ‘χει τελειώσει το δημοτικό, κατόρθωσε με συνεχή αυτομόρφωση (μετέφραζε Σαίξπηρ απ’ το πρωτότυπο!) ν’ ασχοληθεί μ’ επιτυχία με πολλά είδη τέχνης όπως το θέατρο, την πεζογραφία, τη ζωγραφική, αλλά και τη δημοσιογραφία. Το 1905 έφηβος, ανεβαίνει στο σανίδι με το θίασο της Αικατερίνης Βερώνη. Σύντομα βρίσκεσαι στο θίασο του Θωμά Οικονόμου ο οποίος ενθαρρύνει την αυτομόρφωσή του. Μετά το θάνατο του Οικονόμου, παίζει σε παραστάσεις με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και την Κυβέλη. Περιοδεύει με πολλούς θιάσους σε νησιά του Αιγαίου, στη Σμύρνη και την Αίγυπτο, αποκομίζοντας εμπειρίες που ανοίγουν τον κόσμο στα μάτια του. Με την υποκριτική καταπιάνονται και οι αδελφές του Αριάδνη και Τατιανή. Στο σανίδι παραμένει κυρίως μέχρι το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920. Άλλοι λένε ότι έχει μεγάλο ταλέντο ως ηθοποιός, άλλοι πως έχει μέτριο.

Τη δεκαετία του 1910 εκδίδει τις πρώτες ποιητικές συλλογές. Το πεζό “Η ιστορία ενός παιδιού”, που γράφει όταν φυλακίζεται το 1916 μετά από πολιτικό καυγά για τις σοσιαλιστικές του ιδέες, αξίζουν μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ομοφυλόφιλος, ναρκομανής και αλκοολικός, αλλά χαρισματικός και πολυτάλαντος, υπήρξε ακάματος δημιουργός. Ήταν μία από τις πιο ιδιότυπες και κοινωνικά στιγματισμένες μορφές των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Ίδρυσε το “Άσυλο Τέχνης”, όπου οργανώνονταν ενδιαφέρουσες συζητήσεις για λογοτεχνικά, θεατρικά ή κοινωνικά θέματα και γινόντουσαν από καιρό σε καιρό ομαδικές ή ατομικές εκθέσεις γνωστών καλλιτεχνών. Μετέτρεψε το μπροστινό μέρος της οικίας του στην Πλάκα, που κοιτάζει στην οδό Νικοδήμου 21, σε διώροφο εκθεσιακό χώρο με δυο μικρές αίθουσες. Άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό για πρώτη φορά το απόγευμα της 18ης Απριλίου 1928 με τα εγκαίνια της έκθεσης Γιαννούλη Χαλεπά που ευθύς αμέσως χαρακτηρίστηκε ως καλλιτεχνικό γεγονός. Η έκθεση γνώρισε επιτυχία προσελκύοντας μεγάλο αριθμό επισκεπτών, “κόσμο κάθε τάξεως”, όπως σχολιάστηκε στον Τύπο της εποχής.

Μετέφερε στη δημοτική γλώσσα με πολύ σεβασμό έργα του Παπαρρηγόπουλου και του Βασιλειάδη, κυκλοφόρησε πολλά βιβλία και εξέδιδε το “Φραγκέλιο”, ένα εβδομαδιαίο φύλλο που το έγραφε ολόκληρο ο ίδιος και το μοίραζε μόνος του στους συνδρομητές του. Στις λίγες σελίδες του έντυπου αυτού ο Βέλμος σατίριζε και καυτηρίαζε, άλλοτε έμμετρα και άλλοτε πεζά, τα κακώς κείμενα της πολιτικής, κοινωνικής και καλλιτεχνικής ζωής. Μέσα από το περιοδικό του “Φραγκέλιο” (1926-29) κήρυξε ως οργισμένο ξέσπασμα του ανθρωπισμού του, την “Επανάσταση των Φτωχών”, με βάθρο την πεποίθησή του πως όποιος δεν εξεγείρεται εναντίον των πλουσίων βλέποντας τη δυστυχία των φτωχών είναι κτήνος. “Μοναχά ένα γομάρι μπορεί να είναι ευτυχισμένο άμα σε κάθε βήμα του σκοντάφτει σε πεινασμένους, σ’ αδικημένους, σ’ αρρώστους”, έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Βέλμος.

Έγραψε τα: Ποίηση: Σεβντάς (1911), Δύο αγάπες˙ Ξυλογραφίες πρωτότυπες σχεδιασμένες και σκαλισμένες απ’ το ζωγράφο Άγγελο Θεοδωρόπουλο. (1923). Πεζογραφία: Ο ερωτοπαθος τραγουδιστής (1910), Ο πιστός της απελπισίας (από τη ζωή ενός αφορισμένου) και μελέτη για το θέατρο (1915), Σταγιονόρος (1926). Μελέτες: Το κοινωνικό βιβλίο (1921), Παλιά Αθήνα (1931), Ιστορία του παιδιού (1936).

Κατά μαρτυρία του Στρατή Δούκα, χτυπήθηκε το 1928 από την επιδημία του Δαγκείου στα νεφρά. Χωρίς ν’ υποπτεύεται τα επακόλουθα συνέχισε να πίνει, μ’ αποτέλεσμα οι συνέπειες της υποχρονίας νεφρίτιδας ν’ εκδηλωθούν ξαφνικά, μια εβδομάδα πριν καταλήξει οριστικά. Πέθανε σε ηλικία 40 ετών, νύχτα του Σαββάτου 5 Ιουλίου προς την Κυριακή 6 Ιουλίου του 1930. Η κηδεία του έγινε την ίδια μέρα στις 17.30 με πομπή από την οδό Νικοδήμου 21 στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα. Μεταξύ των άλλων που τον συνόδευσαν ήταν και μέλη του σωματείου ηθοποιών, καλλιτέχνες και λόγιοι.

*Δείτε κι αυτό το κείμενο του Βασίλη Χατζηιακώβου περί της θαυμαστής εμφανίσεως του Βέλμου στο “Καφφενείον Νέον”.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=2531216277164525&id=100008285330748

** Στο τελευταίο τεύχος του “Φαρφουλά” ανατυπώθηκε το θρυλικό περιοδικό του μεσοπολέμου “Φραγγέλιο”, που έβγαζε για 3 χρόνια (1927-1930) ο Νίκος Βέλμος, καθώς και η έκδοση ενός βιβλίου για τη ζωή και το έργο αυτού του σημαντικού πολύπλευρου επαναστάτη-δημιουργού, αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και μελέτης του ερευνητή Νίκου Λογοθέτη με τίτλο: Νίκος Βέλμος (1890-1930) ο γιος της απωλείας.
https://www.farfoulas.gr/…/%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CF%81%CF…

Γρηγόρης Σακαλής, Συμμετοχή

Αρκετά συχνά
τίθενται επί τάπητος
σημαντικά ζητήματα
όπως η συμμετοχή
στους κοινωνικούς αγώνες
και υπάρχουν κι εδώ
αντικρουόμενες απόψεις.
Δεν θα γίνουν όλοι ακτιβιστές
δεν θα γίνουν όλοι θεωρητικοί
πολλές φορές
υπάρχουν θέματα
που σε εμποδίζουν
να κατεβείς στο δρόμο
όπως προβλήματα υγείας
και άλλα
ο καθένας συμβάλλει
όπως μπορεί στον αγώνα
άλλοι με τη φυσική τους παρουσία
άλλοι με τα κείμενά τους
όλοι χρειάζονται
δεν υπάρχει η πολυτέλεια
του αποκλεισμού
η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή
δεν σηκώνει ερασιτεχνισμούς.

Ένα έτσι, 5517

Όλη μέρα μες στον ύπνο μου
κοιτούσα ευθεία στην πλάτη μου
καθώς έφευγα.

Άρχισε να βραδιάζει
για να μ’ ακούσω να πλησιάζω
από παντού.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/06/14/5517/

Νικόλας Λεβέντης, Δύο ποιήματα

Ενεργός Πολίτης

Πεσμένος στο οδόστρωμα,
το αίμα, νερό τρεχούμενο
εκ της πηγής-κεφαλής σου.
Το μηχανάκι δίπλα σου πεσμένο.

Όλοι λυπηθήκαμε πολύ
για τον χαμό σου,
καθώς σε κοιτούσαμε να υποφέρεις
από τα μπαλκόνια μας.

*

Σπίθα

Το κορίτσι με το κίτρινο φόρεμα
λουζόταν από τις αχτίδες του ήλιου
ενώ έτρεχε ανάμεσα στα δέντρα.
Για λίγο τα μάτια μου ξεγελάστηκαν,
ώστε το φως και το κορίτσι δεν ξεχώριζαν.
Μια αχτίδα έτρεχε και γελούσε.

*Από τη συλλογή “Η Επιστροφή”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2021.

Λεωνίδας Καζάσης, Είτε χορτάτοι είτε πεινασμένοι, το ψωμί που τρώτε απ’ τους αφέντες είναι μολυσμένο!

Μη δυνάμενοι να απεξαρτηθείτε από τις πλασματικές υλικές ανάγκες, που δημιουργεί η κοινωνία της αφθονίας (η οποία προϋποθέτει την υπερεργασία, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, χωρίς να οδηγεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στον καπιταλισμό),όντες ευνούχοι, χαρίζετε την ηθική αρετή στις θρησκείες, που την προβοκάρουν, θεωρώντας ανήθικη την αβρότητα του αγκαλιάσματος, του φιλιού, την οικουμενικότητα της ένωσης. 

Οι θρησκείες, κλείνοντας τα μάτια στην εγκληματικότητα όλων εκείνων, που έθεσαν σκοπό ζωής τον υλικό πλούτο (είτε επιτύχουν τον σκοπό τους είτε όχι), ζητούν από τους πλουσίους, την ελεημοσύνη της αλαζονικής φιλευσπλαχνίας τους, προάγοντας αυτούς και την υποταγή σε αυτούς, υποκρινόμενες ολιγάρκεια, ανιδιοτέλεια!

Ενώ, τόσο η ολιγάρκεια, η ανιδιοτέλεια, όσο και οι υπόλοιπες ηθικές και διανοητικές αρετές, ευρίσκονται μακριά από τις θρησκείες του πολιτισμού, οι οποίες, ως συνοδοιπόροι της εκμετάλλευσης, ενστερνίζονται την ηθική της την ανήθικη, που απαγορεύει στους ανθρώπους να φιλιούνται, για να τους πείθει να αλληλοεξοντώνονται.

Οι προβοκατόρισσες θρησκείες διασύρουν, υπονομεύοντας, το απροσπέλαστο, αυτό που διαφεύγει, προσαρμόζοντάς το, σε ό,τι εκλογικεύει, αναπαράγει, διαιωνίζει το μικρόβιο της εκμετάλλευσης!

Ο κόσμος δεν αλλάζει, βγάζοντας οι φτωχοί, τα απωθημένα-συμπλέγματά τους, παίρνοντας την θέση των πλουσίων, ως δικτάτορες προλετάριοι, σε ένα κράτος αυστηρής ειδίκευσης, εξειδίκευσης των ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων ενός επεκτεινόμενου συστήματος παραγωγής, μέσα σε μιά υστερική, αλματώδη άνοδο της τεχνολογίας, που δεν είναι φιλική προς το φυσικό περιβάλλον, και παράγει ανάγκες, παρά αποκρίνεται σε αυτές, όπου η γνώση, η ικανότητα θα αποτελούν πάλι, αιτίες εξουσιαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο,διατηρώντας, ταξικά-υλικά προνόμια· ούτε αλλάζει, αυξάνοντας οι εργοδότες τα ημερομίσθια και τις κάθε είδους παροχές προς τους  υπαλλήλους  τους, μικραίνοντας το άνοιγμα της ψαλίδας  της ανταλλακτικής υπεραξίας, που ο επιστήμων «σοσιαλιστής» εντόπισε, κρούοντας, στους πλουσίους, τον κώδωνα της ολοκληρωτικής απώλειας. 

Ο κόσμος θα  αλλάξει,όταν  απομυθοποιηθούν οι πλούσιοι (και τα υλικά αγαθά που αντιπροσωπεύουν) ως ψυχασθενείς-μανιακοί,  που, όντες καταπιεσμένοι, και αυτοί δυστυχούν, αλληλοσφαζόμενοι, φθονούμενοι από τους πάντες, αγοράζοντας-δωροδοκώντας τα πάντα, βιάζοντάς τα – Και πάψουν, να αποτελούν τα ιδανικά των ανθρώπων.

Άλλωστε, ο Αριστοτέλης, αν και διδάσκαλος βασιλέων, δεν διστάζει, τόσο στα «Ηθικά Νικομάχεια», όσο και σε άλλα έργα του, να αποκαλεί τους φιλοχρήματους, ανελεύθερους, και την φιλοχρηματία, ανελευθερία.

Στην απομυθοποίηση των πλουσίων, και τoν περιορισμό των υλικών αγαθών στην χρηστική σημασία τους, θα συμβάλλει τα μέγιστα, η απελευθέρωση-αποποινικοποίηση του ερωτικού ενστίκτου των ανθρώπων, του οποίου ο αυτάρκης, πάνδημος χαρακτήρας, διαφυλάσσοντας την ατομικότητα, προάγει την φιλία της συλλογικότητας, καταλύοντας την ξιπασιά των διαχωριστικών ταξικών γραμμών.   
  
Γενάρχα της σοσιαλδημοκρατίας! Εισάγεις τον καπιταλισμό από τον φεγγίτη, αντί της κυρίας εισόδου, γι’ αυτό οι ιθύνοντες σε υποδεικνύουν, ως το αντίπαλο δέος της εκμετάλλευσης!

Ο πολιτισμός, μέσα από την ανικανότητα του αισθάνεσθαι, διά της εισβολής της σεξουαλικής ηθικής(η οποία επέφερε την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών), εσήμανε τον ηθικό-πνευματικό θάνατο των ανθρώπων, διαστρέφοντας τον βιοπορισμό και το νόημα της ζωής, σε αιμοδιψή πλουτισμό, που κατέστρεψε την φύση. Επομένως, ο κομμουνισμός του πολιτισμού, δηλαδή, ο κομμουνισμός που, ο Μάρξ, επενόησε, ερείδοντας τον «κομμουνισμό του», στα εκμεταλλευτικά θεμέλια της αλλοτρίωσης της μονογαμικής αποχής έρωτος (όπου, στο Μανιφέστο, με πολύ ύπουλο, ειρωνικό, διφορούμενο τρόπο, εναντιώνεται στην πολυγαμία, την οποία  αποκαλεί, σαν φαλλοκράτης, κοινοκτημοσύνη των γυναικών, ισχυριζόμενος, ότι αυτή υπήρχε πάντα, μέσα στον αστικό γάμο, τον οποίο ονομάζει, κοινοκτημοσύνη των παντρεμένων γυναικών·  στην συνέχεια, την εξομειώνει με την πορνεία, όπως εξομειώνει και την μοιχεία, που την χαρακτηρίζει ανεπίσημη πορνεία, και τέλος υπόσχεται, να την καταργήσει(την καταργημένη εδώ και χιλιάδες χρόνια), μαζί με τις αστικές σχέσεις παραγωγής),  της τεχνολογίας, της υλικής αφθονίας· ένας τέτοιος κομμουνισμός, που διατηρεί, ενθαρρύνοντας, τον ευνουχισμό, την μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, τον καταναλωτισμό, την ιεραρχική εξουσία, τον ανταγωνισμό, την εργασιακή μανία, με κίνητρο, την υλική ανισότητα· ένας τέτοιος κομμουνισμός δεν υφίσταται, παρά μόνο, ως άλλη μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία(όπως οι πράξεις, τα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία, κατέδειξαν), κακοποίησε, δυσφήμισε την κομμουνιστική ιδέα, που δεν μπορεί, να είναι τίποτε άλλο, από την απελευθέρωση της μοναδικότητος των ανθρώπων, μέσα σε συνθήκες ισηγορίας, συνθήκες ολιγαρκούς υλικής αυτάρκειας με γεμάτα κελλάρια (από την ενασχόληση με την γεωργία, την  κτηνοτροφία, όπου η μηχανή,  θα είναι διακόνισσα, και όχι άνασσα), και ελεύθερο χρόνο, συνθήκες αναγνώρισης-προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και ελέγχου των γεννήσεων, συνθήκες,  που μόνο η απενοχοποίηση του έρωτα εξασφαλίζει.     
Ο Μαρξ, ενώ επεσήμανε, δίκην ψυχαναλητού, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, με την  ρήση:  -το εμπόρευμα, φετίχ στις ψυχές των ανθρώπων- είπε την μισή αλήθεια! Την άλλη μισή, ότι το εμπόρευμα γίνεται φετίχ στις ψυχές των ανθρώπων, γιατί έχει ακρωτηριασθεί, εκθρονισθεί το ερωτικό-σεξουαλικό ένστικτό τους, και στην θέση του ενθρονίσθηκε το εμπόρευμα, δεν τόλμησε(δικαιολογημένα, σύμφωνα με αυτά που έγραψε στο μανιφέστο), να την πει.

Εάν η δόλια βία που χαρακτηρίζει την ζωή των ανθρώπων (ξεπερνώντας την βία του ζωϊκού βασιλείου), αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη φύση, ώστε τα πράγματα, να μην είναι αντιστρέψιμα, και κάποιοι να φαντάζουμε ευήθεις! Μην χαίρεστε για την νίκη σας! η νίκη σας είναι καδμεία!

*Η φωτογραφία της ανάρτησης δείχνει σύνθημα γραμμένο σε τοίχο του εσωτερικού προαστίου Carlton τηγς Μελβούρνης.

Νάνος Βαλαωρίτης, Χρόνια και ζαμάνια

Δεν κατάλαβα διόλιου πώς πέρασε ο καιρός

Εκ των υστέρων φαίνονται όλα αλλοιώτικα
Είχα μια μεγάλη ανάγκη να μάθω τα καθέκαστα
Έκανα πίσω ολοταχώς για να πάω πιο γρήγορα μπρος
Εκείνη με κοίταζε μ’ ένα μάτι ανέκφραστο θολό

Ήμουν απ’ τους πρώτους που παραδέχτηκε πως είχε κάτι
Άρπαξα την τύχη μου απ’ τα μαλλιά την ώρα που πνιγόταν
Την κάθισα στο σκαμνί και μου μίλησε με λέξεις
Οι περισσότερες λέξεις ήταν γνωστές μα πολλές ήταν άγνωστες.

Πήρα λίγο πηλό κι έφτιαξα ένα κεφάλι για να σκεφτώ
Όταν το σκέφτηκα μου φάνηκε πολύ καλή ιδέα
Και προχώρησα χωρίς δισταγμό έως το τέλος
Το τέλος δεν ήρθε όπως όταν το περιμένει κανείς

Κάτι που γίνεται δεν είναι πάντοτε πριν από κάτι άλλο
Με τη γλώσσα οι σχέσεις μου είναι τώρα πιο ήρεμες
Παρακολουθώ ό,τι γίνεται χωρίς να δίνω πολλή σημασία
Έκανα πολλές προβλέψεις που δεν επαλήθεψαν διόλου

Ανεβαίνουμε σιγά σιγά μα δεν αισθανόμαστε βάρος.

Ο διπλανός μου κάθισε στο τραπέζι
Με κάποιο δισταγμό δέχτηκε να προχωρήσει πρώτος
Δεν ήξερε ποιος ήταν που του μιλούσε
Τον φανταζόταν πάντοτε λίγο εξημμένο να βηματίζει

Τον έβλεπε να βγαίνει από μια σκοτεινή στοά
Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που φάνηκε ολόκληρος
Το φαινόμενο πέρασε απαρατήρητο
Το μυαλό του ανοιγόκλεινε όπως δύο Συμπληγάδες.

Ακούστηκε ξαφνικά ένας πολύ δυνατός αέρας
Τον κοίταζε σαν να μην τον είχε δει ποτέ στη ζωή του
Ήταν μια μέρα από κείνες όταν όλα φαίνονται ολοκαίνουργια
Κανένα σύννεφο δεν ρυτίδωνε τη λεία της επιφάνεια

Πήγαμε με αυτοκίνητο ως την παραλία και γυρίσαμε
Καμιά φορά νομίζω πως το κάνει επίτηδες
Δεν πιστεύω να ’ταν από κείνους που προσφέρουν το άλλο μάγουλο
Περάστε παρακαλώ καθίστε – καφεδάκι; τσιγάρο; γλυκό;

Καλιφόρνια, 1984

*Από τη συλλογή “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014. Μετάφραση: Ξένια Κακάκη.

Σοφία Περδίκη, Ο κανόνας

Δεν μπορείς να γράψεις, λένε, για τραύματα νωπά.
Έτσι όπως σπαρταράει η σάρκα τους
ροδαλή ακόμα πριν από τη σήψη
προκαλεί στον νου θρομβώσεις
κι εκείνη η αναβλύζουσα σχισμή
δακρύρροιες επιφέρει.
Συγχύζονται οι προτάσεις, γίνονται εκδορές
πληγές αιμορραγούν
σχίζονται χαρτιά κι άλλα χαρτιά
τυλίγουνε απορροφητικά το σώμα
αλλά λειψά είναι, τι να σου κάνουν.
Ανήκεστος η βλάβη.

Κι ύστερα ακούγεται
κι ο μακρινός εκείνος ρόγχος των πραγμάτων
αχός που ακατάσχετα μονολογεί
σφαδάζει του λόγου η εκφορά
απαιτεί απόσταση αναπνοής
και ασφαλείας ζώνη
ένα φιλί ζωής εναγώνια ζητά
που πάντα τον κανόνα επιβεβαιώνει.

*Από τη συλλογή “Το αιώνιο αίνιγμα”, Εκδόσεις “Κίχλη” 2020.

**Artwork: Σοφία Περδίκη.