(Στο σημείο που ξεκίνησε το διάστημα να ραγίζει σκέφτηκαν όλοι μαζί, έναν αριθμό θερμικών μηχανών)
1 Θυμάσαι οι πέτρες τόσο άτακτα ριγμένες στη γη που σού ’λεγα μην κλαις σήμερα μόνο σε παρακαλώ μην κλαις, θυμάσαι;
2 Πλέοντας παράκτια στη σκιά του κόσμου περίμενες -όλοι περιμέναμε- να ακουστούν έστω δυο λέξεις μα η σιωπή έσκασε δίπλα στο αυτί και στο ρήμαξε το καημένο* σήμερα που οι πανικοί πληθαίνουν, ψιθυρίζω καμιά φορά άμα σε δω «το για πάντα είναι πολύ βαριά κουβέντα» και το οποίο θα πει πως ανάβοντας τη γεννήτρια αστροστόλιστων υψωμάτων τρυπάει το αλεξίπτωτο και τότε τσακίζεσαι πάνω στα βράχια έστω και μ ένα Φωτοστέφανο (ήλεκτρου) στο κεφάλι έτσι μόνο παίρνουν πτήση τα λόγια του μετεωρολόγου ασκήσεις βαρομετρικών στην τρύπα του μήνα.
3 Ένας άλλος, ένας Νίκος Έλληνας στο Παρίσι πέταξε για λίγο πάνω από την άσφαλτο κι ας το γνώριζε ο άμοιρος πως όταν σκάσουν οι λέξεις θα σκάσει κι εκείνος. Έτσι κι έγινε.
4 Τότε που ο Όντιν πλανήθηκε στον κόσμο μας από τη μακρινή στέπα μέχρι τα ελατοδάση δίδαξε τους νέους, να κόβουν τα νύχια των γέρων και των νεκρών. Οι γίγαντες τους είπε μια μέρα, Ράγκναροκ τη λένε τη μέρα, θα κλέψουν όλα τα νύχια από το σκοτάδι και θα φτιάξουν ένα πολεμικό καράβι που παρακάμπτει τους γαλαξίες θα ξεφύγουν από τον πλανήτη τους και θα επιτεθούν Φωτιά και χιόνι θα απλωθούν στη Γη, αδερφός θα κυνηγήσει αδερφό η θάλασσα θα φτάσει ψηλά στον ίδιο τον ουρανό και οι νέοι τότε φοβήθηκαν άκουσαν τον Όντιν τον περιπλανώμενο κι έμαθαν πρώτοι αυτοί να χτίζουν καράβια μέσα στους νεκρούς.
Η ψυχή μας έχει κάτσει πλάτη με τη θάλασσα Ο ουρανός είναι πολλαπλάσιο πρώην αθροισμάτων Κι ο χώρος μας, ένας δρυμός από δωμάτια, όπου ακόμη και η οδύνη χάνει τις αιτίες της
ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΠΙΟΥ
Θα απαντηθούν οι απορίες, αλλά χωρίς δάνεια από ερμηνευτικές διατάξεις Δίχως παραμυθίες και συνταγές, δίχως επικλήσεις θαυμάτων. Ότι η ελπίδα γεννιέται, δεν ανασύρεται
*Από τη συλλογή “Διαλεκτική βυθού”, Εκδ. Μανδραγόρας”, 2014.
ΒΑΘΟΣ ΟΠΤΙΚΗΣ
Το μάτι κομματιάζει την καμπύλη σ’ ευθύγραμμα τμήματα. Σχεδόν στίγμα προς στίγμα η ανασύσταση της εικόνας. Το χέρι μου συγγράφει σύμβολα καθώς μεταφέρω. Διάλογος κυματαγωγής κι ακολουθίες θυσίας. Τι είναι η θυσία, αν δεν είναι η ίδια η αλήθεια κάθε φορά. Κινητικότητα που πρέπει να εκφραστεί δίχως ενδοιασμούς μέλλοντος, δίχως άρνηση πεπραγμένων. Νόημα ελεύθερο σαν υδροφόρο σύννεφο. Μηχανή του ανέμου
ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Τα πελάγη, το ένα απ’ τ’ άλλο τρεις παλάμες γύμνια ο ωκεανός τους. Πέτρες χωραφάκια στην απεραντοσύνη η στεριά. Τα ποτάμια, αναρριχήσεις μόχθου μέχρι θυσίας, μέχρι σφάλματος, μέχρι την αδικία της ξηρασίας. Κι ανάμεσα οι κοστουμαρισμένες πολιτείες. Μπαχάρι το αποξηραμένο αίμα σωματοποιεί υποθέσεις πλημμυρίδας. Τα νερά υπομένουν τη λήθη των επιχώσεων· τόπος να αποκαλυφθώ εκ νέου
*Από τη συλλογή “Διηγήσεις πόλεων”, Εκδ. Κέδρος”, 2016.
ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΑΟΡΑΤΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ
Η στεριά μου κατεβάζει τις μπόρες της με χείμαρρους, όταν έχει καιρούς δηλαδή, για να πούμε όλη την αλήθεια, το λάθος και το ψέμα να ποτίσουμε. Κι ύστερα η ερυθρόμορφη καρποφορία των δρυμών και το κόκκινο κρασί των πεδίων, αιμορραγούν στη θάλασσα · αυτόν τον αντιγραφέα τ’ ουρανού· κάποτε κάποτε ορμώμενου από τη λογική της άλμης. Και τότε, ναι τότε μόνο, τα χέρια σου, τα χέρια μου, καθώς βυθίζονται στην απεραντοσύνη της δίψας, η ζωή πατά με επίγνωση τα πόδια της στη γη. Αδελφοί εν fb, συνοδοιπόροι μου στο άυλο, βαδίζω και τ’ ομολογώ: πλούσιος ειμί της έκπτωσης στην εποχή.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Το γνωρίζω αγαπητέ φίλε πως μοιάζω με σπιτικό κατάκλειστο κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού. Φήμες τοξικών εκπαιδεύσεων μ’ έχουν αλώσει. Υποψίες δολιοφθοράς σχίζουν τα πρόσωπα της νύχτας μου. Κάτω απ’ τα πόδια νοιώθω αστραπιαίο ένα έδαφος κι εγώ συνθλίβομαι στην ακινησία. Αν τολμούσα ν’ ακονίσω το κέρατο, την ουρά να εξοπλίσω, αλλά κατασβήνομαι στην αναπόφευκτη εξέλιξη. Με συγκρατεί και η πρόσοδος των επιχώσεων. Ναι αυτό το σημείο της προόδου επιβάλλεται προσώρας, όπου των οριζόντων το
ουσιώδες ανάμεσα ασφυκτιά.
*Από τη συλλογή “Ατελές κολλάζ”, Εκδ. Κουκκίδα” 2020.
ΠΙΚΡΟΓΛΥΚΟ
Η αυτοϊκανοποίηση των εξατμίσεων· οι αδερφοφάδες μέρες· αυτές η τέσσερις λέξεις κτίζουνε χρόνους με λάσπη πένθους κι αγανάκτηση· κι αν θέλω να φωνάξω με φιμώνει η εποποιία του φόβου για το χείριστο· αυτή η πληγή. Λίγο φαρμάκι επαρκεί να τρεμοσβήνει η οθόνη μου και να φτωχύνει η λεμονιά, να ρημάξουνε οι νεραντζιές, τα νυχτολούλουδα να πάρουν φως · να σβήσουν. Χωρίς αρώματα πώς να πικρίσει το γλυκό να το καλοσκαιρίσουμε κι εφέτος. Αχ, περγαμόντο μου και νεραντζάκι, για μια φορά ακόμη ας ανθίσουνε στα χείλη έρωτες ζαχαρωμένοι, μελωμένοι · αχ περγαμόντο μου και νεραντζάκι · το δροσερό νερό.
ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ
Την αντέχουμε τη μέρα · γρανίτης· σύντριμμα όμως κοφτερό κι άμμος γυαλί · λεπίδι οι σκιές ματώνουνε το φως, ή λίγη στάχτη τίποτα. Και το τίποτα πνίγει την πρόταση, συνθλίβει την πορεία. Σμιλεύεται ο άνεμος στη γύμνια των φυλλοβόλων. Ήχος ρολογιού σε δυο βήματα: πένθος-ναι, πένθος-όχι· πένθος-ναι, πένθος-όχι. Όπου μοιάζουν άχνη χρόνου οι παγετώνες στα οκτάωρα. Το πεπερασμένο θα ζυμωθεί σε διαμαρτυρίες και άλλους λαβύρινθους · το πείσμα της αγωνίας μας σκαρφαλώνοντας, σκοντάφτοντας. Αλλά η πόλη ερωτεύεται τον ποιητή έστω και για ένα μονάχα λυπητερό τραγούδι· αρκεί να είναι γινόμενο των πολλαπλασιασμών της. Η πόλη· ό,τι μπορώ να ορίσω ως σμάρι συναφών ελπίδων· κι εγώ εις μάτην προσπαθώ να βρω τις λέξεις με το καλό το μέλι· να στάξω στα πικρότατα μια τόση δα ομορφιά, παρηγοριές λυγμών, γράφοντας-σβήνοντας. “…Εφούσκωνε τ’ αέρι / λευκότατα πανιά, / ωσάν το περιστέρι / που απλώνει τα φτερά…”
*Από τη συλλογή “τεθλασμένη πόλεως αφή”, Εκδ. Κουκκίδα”, 2021.
I Βαθιά στ’ όνειρό σου κρέμεται το νέφος της βροχής Οι καρποί της υπόσχεσης ωρίμασαν Στο αράχνινο της παρουσίας σου υφάδι Τ’ άστρα της νεκρανάστασης σαπίζουν
Σαν το ιερό κεφάλι της Αφροδίτης, το πανόμοιο δικό σου Στη χλόη θα χορταριάσει, πάει καιρός Που το φθινοπωριάτικο άγγιγμα το σκέπασε με πάχνη Λήθη φτωχή κατοικία τυφλών
Κρατάω το κεφάλι σου με το κυρτό του μέτωπο Όπου ο εγκέφαλός σου μες σε συνομιλίες από φωσφόρο Μοιάζει σαν ένα ρόδο σαρκοφάγο
ΙΙ Βάλε πάνω στ’ αυτί μου το ασημένιο κοχύλι του δικού σου αυτιού Και μην πεις τίποτα: ακούω το κάθε τι που δεν ομολογείς Κι ό,τι ποτέ δεν προαιστάνθηκες Σκεπασμένη πυρκαγιά του πάθους
Μέσα σου βουΐζει ο μανιασμένος ωκεανός Κραυγάζει μέσα σου ο Θεός με το σκοτεινό στόμα Που είναι γεμάτο απειλή και κατηγόριες
‘Όταν στο πανηγύρι σου ένα κόκκινο βιολί ολολύζει Φαντάζομαι πως εγώ σέρνω το δοξάρι Όμως μονάχο τυ κραδαίνει το κορμί σου Ό βιολιστής εγώ δεν ήμουν, όχι δεν ήμουν.
*Από την Ανθολογία Εγκόλπιο Ερωτικού Λόγου – Ανθολόγιο Ξένης Ερωτικής Ποίησης του 20ού Αιώνα, Εκφόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000. Μετάφραση: Δημήτρης Παπαδίτσας.
«Δεν υπάρχουν ατομικές ουτοπίες. Η ουτοπία, από τη φύση της έχει κάτι συλλογικό. Τείνει μάλιστα να είναι πανανθρώπινη. Κρατά με τρυφερότητα μες στο χέρι της την πάσχουσα ανθρωπότητα»
Μπορούμε να ξαναβρούμε τη μαγεία του κόσμου, την ελευθερία, τη δύναμη του οράματος για μία ζωή με νόημα και σκοπό; Με την «Ουτοπία», το νέο του βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν, ο συγγραφέας Βασίλης Ηλιακόπουλος μας υπενθυμίζει ξεχασμένες αξίες και μας προσκαλεί σε ένα ταξίδι γεμάτο έμπνευση και φαντασία.
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Κοβάνη*
Κάτω από ποιες συνθήκες και με τι διάθεση γράψατε το νέο σας βιβλίο;
Κάτω από συνθήκες διαρκώς επιδεινούμενες, με τάση να γίνουν ζοφερές, στις οποίες όμως κρατώ την ψυχραιμία μου και μια κρυφή αισιοδοξία. Βέβαια αυτή η διάθεση διατηρείται επειδή έχω μια τάση προς το ονείρεμα και δεν έχω χτυπηθεί «κάτω από τη ζώνη» ώστε να μείνω σέκος όπως συμβαίνει με πολλούς.
Ποιο είναι το θέμα του; Τι είναι η «Ουτοπία»;
Πρόκειται για την ιστορία ενός καραβιού. Ενός καραβιού φανταστικού που όμως παραμένει αναντίρρητα πραγματικό. Εκεί πάνω ξαναφτιάχνεται ο κόσμος από την αρχή ως ένα σύνολο, ως άπαν.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, εδώ θα θέλαμε ολάκερες νύχτες για ν’ αρχίσουμε να το ξεδιαλύνουμε. Ίσως θα μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε λέγοντας ότι η «Ουτοπία» είναι μια περηφάνεια.
Από τις «Αναμνήσεις ενός περιπλανώμενου» και τις «Νυχτερινές Ιστορίες» μέχρι και την «Ουτοπία» το ταξίδι επανέρχεται ξανά και ξανά στις γραφές σας. Τι είναι αυτό που το κάνει σημαντικό για εσάς;
Το ταξίδι, η μετακίνηση μες στη γεωγραφία, η αναχώρηση για να μπορείς να επιστρέψεις, η αναχώρηση για να μην επιστρέψεις ποτέ, η νοσταλγία, η άσκοπη περιπλάνηση, όλα αυτά είναι πράγματα γοητευτικά. Επίπονα αλλά γοητευτικά.
Προσφέρουν ακόμα τη δυνατότητα να δεις τα πράγματα υπό νέαν γωνία. Το βλέμμα ξανανιώνει και γινόμαστε πάλι παιδιά. Ήρθαμε σ’ αυτόν τον κόσμο και παλεύουμε αδιάκοπα να τον γνωρίσουμε. Ταξιδεύοντας αποκτάς μια βιωμένη αντίληψη τού κόσμου.
Από την άλλη, εγώ έτσι γεννήθηκα. Όπως άλλοι γεννιούνται σπιτόγατοι. Από ‘κει και πέρα, γράφοντας, ήταν αναπόφευκτο να γράψω για περιπλανήσεις. Για τη μετακίνηση ως έργο ή, αν θέλετε, ως «περιέργεια».
Έτσι κι αλλοιώς η ανθρωπότητα λέει και ξαναλέει στον εαυτό της τέσσερις ιστορίες. Η μία είναι η ιστορία ενός ταξιδιού. Η Οδύσσεια -το ταξίδι δηλαδή προς τη γνώση. Βλέπετε, όλα πάνε πίσω στον Όμηρο…
Και ποιες είναι οι άλλες τρεις;
Η πολιορκία μιας πόλης -η Τροία- δηλαδή ο πόλεμος. Η ιστορία ενός έρωτα -Ρωμαίος και Ιουλιέττα. Και ο θάνατος ενός θεού -οι ιστορίες που αφηγούνται οι θρησκείες.
Έτσι τουλάχιστον λέει ένας μακρινός θείος μας από την Αργεντινή.
Και ποιος είν’ αυτός;
Μπόρχες.
Το κείμενό σας έχει πυκνότητα και ρυθμό. Είναι κάτι που προκύπτει καθώς γράφετε ή το επιδιώκετε συνειδητά;
Όταν άρχισα συστηματικά να γράφω σκάλιζα σαν ένας «υποψιασμένος βάρβαρος». Με τον καιρό, σκάβοντας πια, ξέθαψα κάτι ρίζες και ακολουθώντας τες οδηγήθηκα στη μουσική. Στον ρυθμό (όλο και πιο αρχέγονο), στη μελωδία, στην παύση και κάποιες τρομερές στιγμές στη σιωπή.
Αυτά φυσικά τα έχουν αναλύσει άλλοι πιο διεξοδικά. Εγώ απλά κατάλαβα κάποια πράγματα όταν διάφορα κείμενα, υπό την πίεση τής ροής τους, αναγκαζόμουνα να τα απαγγέλω και κάποτε να τα χορεύω. Όσο για την πυκνότητα… αυτή είναι μια διαρκής άσκηση αφαίρεσης.
Γενικά θεωρούμε την ουτοπία κάτι άπιαστο που μάταια μας βασανίζει. Αποτελούν ματαιοπονία ή με κάποιο τρόπο μας ωφελούν οι ουτοπίες μας;
Ένας Ιταλός φίλος -που μια εποχή, έχοντας ερωτευτεί, έγινε και ποιητής- μού έστειλε χθες το ακόλουθο: «ένας χάρτης του κόσμου που δεν περιέχει τη χώρα της Ουτοπίας, δεν αξίζει καν μια ματιά γιατί δεν σκέφτεται τη μοναδική χώρα προς την οποία ο ανθρωπότητα διαρκώς κατευθύνεται. Και όταν ρίχνει άγκυρα εκεί, ο ναύτης της βάρδιας βλέπει καλύτερη χώρα και η ανθρωπότητα ξαναπλέει».
Είναι Όσκαρ Ουάιλντ! Εγώ τώρα τι να πω; Το ερώτημα απαντήθηκε κατά τον καλύτερο τρόπο.
Μολαταύτα, συμφωνώντας με έναν παλιότερο εαυτό μου, θα αποτολμήσω μια προσωπική απάντηση: «… τι άλλο λοιπόν είναι ο άνθρωπος από ένα πυκνωμένο νέφος από όνειρα, από μια συμπυκνωμένη ομίχλη ιδεών; Εμένα, όλο και περισσότερο, έτσι μου μοιάζει μέχρι που όταν απλώνω το χέρι και αγγίζω κάποιον εκπλήσσομαι που έχει και μια υλική υπόσταση, μια απτή στερεότητα»! Συνεπώς δεν υπάρχει εκλογή, δεν μπαίνει καν ερώτημα. Ο άνθρωπος είναι ζώον ουτοπικόν.
Υπάρχει κάπου ο ιδανικός σας αναγνώστης στον οποίον απευθύνεστε και, αν ναι, ποιος είναι;
Α, χα! Όποιος μου βάζει αυτό το ερώτημα πρέπει να ‘ναι βαλτός, οπότε η απάντηση έρχεται ακαριαία: «Μα, εγώ! Όταν ήμουν 16 χρονών»!
Ποιες είναι οι δικές σας ουτοπίες;
Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Δεν υπάρχουν προσωπικές ουτοπίες. Όνειρα, επιθυμίες, συμφέροντα, ναι! Η ουτοπία, από τη φύση της έχει κάτι συλλογικό. Τείνει μάλιστα να είναι πανανθρώπινη. Κρατά με τρυφερότητα μες στο χέρι της την πάσχουσα ανθρωπότητα.
Στους καιρούς μας την περιγέλασαν πολύ. Της χρέωσαν έλλειψη νου, πρακτικού πνεύματος, ρεαλισμού και ορθολογικής σκέψης. Το χειρότερο: της χρέωσαν το αίμα! Λες και ο κόσμος έπαψε ποτέ να είναι σφαγείο! Λες και έχει σκοπό να πάψει να σφάζεται!
Και ποιοι είναι αυτοί που ξεσπαθώνουν; Οι πονηροί και οι υποθερμιασμένοι! Ανησυχούν μήπως ο λαός μπει σε μπελάδες. Εγώ ανήκω στο είδος των ανθρώπων που έχουν σκοπό να βάλουν την ανθρωπότητα σε περιπέτεια. Ακούγεται φοβερό! Η απάντησή μου είναι ότι το ανθρώπινο ον, ούτως ή άλλως, μπαίνει σε περιπέτεια απ’ τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο. Αν είναι λοιπόν να κοπιάζει τόσο, ας το κάνει για τις αξίες που δίνουν αξία στη ζωή.
Και, πρώτα απ’ όλα, ας τις ονομάσει ώστε να νοιώσει μια πρώτη περηφάνεια. Η μόνη δική μου φιλοδοξία είναι να παραστώ στο μέγα δείπνο όπου ολόκληρη η ανθρωπότητα θα παρακαθίσει σε τραπέζι πλούσιο με άφθονο κόκκινο κρασί και μαζί με τα αρχαία ζώα και τα πουλιά, που ποτέ δεν έπαψαν να ομιλούν, μαζί και με τα θαλάσσια όντα, θα οριστεί το μεγάλο συλλογικό εγχείρημα τού καιρού μας. Και μετά, υποθέτω, θα μπορούσε να αρχίσει η μουσική…
Πιστεύετε ότι μπορεί μία ουτοπία να γίνει πραγματικότητα;
Ναι, έχει ξανασυμβεί! Για περιορισμένο χρονικά διάστημα. Συνήθως τείνει προς την πραγμάτωση και την αγγίζει φευγαλέα. Ένα τεράστιο εκκρεμές αιωρείται πάνω απ’ το κεφάλι μας από τις απαρχές της Ιστορίας. Από την κόλαση στη λύτρωση και από ‘κει, πίσω στον χαμό.
Σήμερα λοιπόν που η φοβερή περιδίνηση έχει πάλι αρχίσει, γνωρίζοντας την αγωνία μιας τέτοιας αιώρησης, στήνω αυτί ν’ ακούσω τους παλιούς δασκάλους. Κάποιους απ’ αυτούς τους ανέβασα εγώ στην «Ουτοπία». Μαζί και κάποιες έρημες ψυχές που βρήκαν πάνω στο καράβι το μόνο σπίτι. Έτσι έρχομαι και σας παραδίδω ένα φυλαχτό.
Τα πορτραίτα που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο σας είναι ζωγραφισμένα από εσάς. Ποια η σχέση σας με τη ζωγραφική;
Εκπαιδεύτηκα σαν ζωγράφος. Από μια στιγμή και μετά ξαναγύρισα σε μια παλιότερη αγάπη. Τον γραπτό και τον προφορικό λόγο.
Η ζωγραφική μου παιδεία όμως μου έδωσε πολλά. Όλα είναι ποικίλες όψεις του ενός. Μια παλιά καλή δεξιότητα που αποκτήθηκε με κόπο, ένας τρόπος θέασης, έχει χρησιμότητα κι αλλού. Και δεν μπορούμε να πούμε πολλά μονομιάς. Γιατί εκτός από τις επίσημες Τέχνες υπάρχουν και οι άλλες. Η Τέχνη τής Βραδύτητας, η Τέχνη τής Απραξίας, η ενατένιση του περάσματος του Χρόνου, η Λήθη, η Τέχνη της Αφάνειας και άλλες πολλές… Όλες τους όμως είναι όψεις, η Τέχνη είναι ενιαία.
Ένα στοχαστικό αφήγημα για την επαναμάγευση του κόσμου, για την επανεφεύρεση του ουτοπικού οράματος.
«Γνώρισα καράβια και καράβια… Ταξίδεψα με το «Αιγαίο»… Ένα άλλο, με ξύλινα καταστρώματα, το «Όμηρος», με έφερε στην αρχή μιας θαυμάσιας εποχής στα Νότια νησιά. Ξέρω λίγα πράγματα για το Μπάουντυ που δεν επέστρεψε ποτέ. Σε ταξίδια στην παγωμένη Ευρώπη άκουσα για το Γιόρικ. Ή μήπως μόνο για τον μύθο του Γιόρικ; Έμαθα ότι επιτέλους απέφυγε τη μοίρα να γίνει scrap, παλιοσίδερα, σε κάποιο λιμάνι της Β. Αφρικής και τώρα γαλήνια αναπαύεται στης θάλασσας τον πάτο. Στο Puerto Barrios της Γουατεμάλας ανέβηκα στο «Silver Reefer» και λίγες μέρες μετά, μάταια ανακατεύτηκα με το πλήρωμα του «Stella Solaris». Για εβδομάδες περίμενα στους Τροπικούς, σε λιμάνια της Κεντρικής Αμερικής, το «Sam G»… Το «Sam G». που είχε Μαύρο καπετάνιο και πλήρωμα λιγοστό για να με φέρει σε κάποια άλλα νησιά, μιαν άλλη Ρόδο, μια Δεύτερη Φυγή προς την Αθανασία… και δεν φάνηκε ποτέ! Πληροφορήθηκα κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες για το ταξίδι του «Άλμπρανου» στις Νότιες Θάλασσες. Ήμουν πάνω στο κατάστρωμα του «Μπάφορντ», πηγαίνοντας για τη Ρωσία, όταν έψελναν ύμνους για τη μεγάλη γη τους οι Ρώσοι εξόριστοι. Μολαταύτα υπάρχει ένα καράβι προορισμένο να με λυτρώσει από τις ιστορίες και τους τρόμους καραβιών. Κάποιες φορές σε ένα πάρκο μετά τη βροχή, σε απέραντες βιβλιοθήκες, σε θορυβώδεις καφενέδες… και κάποτε σε ένα τριανταφυλλένιο βιβλιοπωλείο του κόσμου… συναντώ κάποιον που ταξίδεψε με αυτό και όπως εγώ, άκουσε τον πατέρα των νερών, τον πατέρα των ξύλων, τον πατέρα των κανό».
#Ο Βασίλης Ηλιακόπουλος γεννήθηκε το 1953 στην Αθήνα. Είναι ζωγράφος και συγγραφέας. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του «Αναμνήσεις ενός Περιπλανώμενου» (Ροδακιό, 2001) και «Νυχτερινές Ιστορίες» (Πανοπτικόν, 2014).
Μέσα στο ζοφερό τοπίο των ημερών, όπου τα πάντα μοιάζει να έχουν ειπωθεί και όλες οι υποσχέσεις τής σκέψης να είναι πλέον αθετημένες από τη βίαιη ενηλικίωση της, η τέταρτη, αισίως, ποιητική συλλογή τού Σωτήρη Λυκουργιώτη συνιστά μια πρόκληση.
Κι αυτή η διατύπωση ξεφεύγει από τους όρους τής κοινοτοπίας, αν κανείς αναλογιστεί πως για όσους τουλάχιστον εξακολουθούν να υπερασπίζονται την ευαισθησία ως βασικό συστατικό της στοιχείο, η ποίηση είναι πάντα μια πρόκληση· μια παράβαση που αν και δε γίνεται (μόνον) για λόγους αισθητικούς, διατηρεί την παιδική χειρονομία τού υψωμένου μεσαίου δακτύλου απέναντι σε ό,τι απειλεί να την καθυποτάξει: στην ιδεολογία δηλαδή τής εφαρμοσμένης τεχνικής τού όψιμου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.
Έτσι, είναι ο ίδιος ο τίτλος, Γεωγραφίες της Απουσίας, τής υπό συζήτηση ποιητικής συλλογής που φαίνεται εν πρώτοις να παραδοξολογεί, να εγκολπώνει φραστικά μια —φαινομενική— αντίφαση: αυτήν τής υπαρξιακής κατάστασης μιας άχρονης Απουσίας με τη γεωγραφική της επισήμανση.
Υποψιάζεται κάνεις πως δεν είναι μόνον η επαγγελματική διαστροφή του ποιητή (επιστήμονας του χώρου ο ίδιος) που τον οδηγεί σε αυτήν την αντιμαχία και τελικά στη συμφιλίωση μέσω τής ποίησης· του χώρου με την αίσθηση τής απουσίας αλλά κάτι περισσότερο: η σχεδόν μαζοχιστική ανάγκη «να ζήσει» την απουσία μέσα στο απ’ το καθημερινό περίγραμμα τής ζωής. Για παράδειγμα, από την αρχή γράφει:
Επειδή έμαθα να ζω απ’ τις εκλάμψεις του φωτός που φέγγει όταν χαράσσεται το παραπέτασμα του κόσμου αδυνατώ να ζήσω μακριά σου
γιατί εσύ ήσουνα για μένα το ξυράφι
Υπάρχει εξ αρχής ένας συνδυασμός αίσθησης κίνησης και ακινησίας στην ανάγνωση των ποιημάτων τού Λυκουργιώτη. Διακινδυνεύοντας να προβάλω στον δημιουργό τους μια ανάγνωση που ανήκει αποκλειστικά σε εμένα, θα έλεγα πως στους στίχους τής συλλογής απηχείτε η προαιώνια φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ ηρακλείτειας και παρμενίδειας θεώρησης. Γράφει, για παράδειγμα:
Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα υπάρχουν όρια στις επιστροφές του όπως κι ο ποταμός που χύνεται μέσα απ’ τα μάτια σου
(…)
Ή άλλου:
Εδώ κάτω έφτασα σκάβοντας, επιχειρώντας να ξεθάψω το πτώμα μου Σκάβοντας βυθιζόμουν διαρκώς
(…)
Παρά τις σαμανικές συνδηλώσεις των τελευταίων στίχων και σε πείσμα ενός υποβλητικού ρομαντικού τοπίου που η ίδια διανοίγει, η ποίηση τού Λυκουργιωτη παραμένει μια ποίηση φιλοσοφική. Αυτό βέβαια δεν την καθιστά λιγότερο τραγική, ίσα-ίσα. Διότι η ίδια η φιλοσοφική ευσυνειδησία είναι τελικά που υπαγορεύει στην ποιητική αυτοσυνείδηση το αδιέξοδό της. Έτσι, συναντάμε το εξής συγκλονιστικό όσο και σπαρακτικό:
Έρχομαι με τις λέξεις δεν έχω άλλο δρόμο στους άλλους δρόμους χάθηκα στους άλλους δρόμους πνίγηκε η φωνή μου
(…)
Το γεγονός τής γνώσης πως και «με τις λέξεις» ο δρόμος τού χαμού είναι προσημειωμένος και προδιαγεγραμμένος, αυτή η γνώση πως και «με τις λέξεις» θα χαθεί τελικά, αλλά παρόλα αυτά η εξακολουθητική εμμονή του να «έρχεται» με αυτές, είναι από το πιο έντιμα τεκμήρια τής ποιητικής δημιουργίας.
Η γνώση τού προδιαγεγραμμένου τέλους, τού μάταιου των κόπων και των προσπαθειών μαζί με την αποφασισμένα ποιητική στάση, δηλαδή τη στάση τής ανθρώπινης δημιουργίας, σε αντίσταση προς την αναπόφευκτη επερχόμενη καταστροφή και τον θάνατο, είναι που καταξιώνει τούτη τη γραφή που μας υπενθυμίζει:
Τον πόνο μη φοβηθείς ο κόσμος που θα ζήσουμε θα είναι σταλαγμίτης φτιαγμένος απ’ το άλας των δακρύων
Συναντάμε όμως και την «αντίστροφη» στάση —που ίσως είναι τελικά να είναι η ίδια, με αλλαγή φοράς. Εκείνη της υπερήφανης, έντιμης και ειλικρινούς αμηχανίας και απραγίας (που φτάνει στα όρια τής καταστροφής και τής αυτοχειρίας), σε πείσμα μιας δήθεν «δημιουργίας» που πιθηκίζει απλά τα πρότυπα τής τεχνοκρατικής πόζας. Ενδεικτικά:
τώρα που βρήκαμε του Ερατοσθένη το σχοινί τώρα που μετρήσαμε τελεσίδικα τη γη τώρα τι…
τώρα τι κάνουμε;
Είπαμε πως η ποίηση του Λυκουργιωτη είναι μία ποίηση φιλοσοφική σε όλα τα στάδια της εξέλιξής της. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως είναι μία ποίηση απόμακρη και απομακρυσμένη από τα γήινα και μεμονωμένα, από εκείνα που βασανίζουν τον απλό άνθρωπο. Είναι στοιχείο αναγνωρίσιμο της ποίησης τού Λυκουργιωτη πόσο εντυπωσιακά μπορεί να εναρμονίζει και να συμφιλιώνει την ακροβασία στα υψηλότερα νοήματα των καιρών με την παραμονή και την αλληλεγγύη στον καθημερινό άνθρωπο που κατατρώγεται από την ερωτική απώλεια:
Φεύγοντας άφησε πίσω της —εκμαγείο του κορμιού της— κάτι λίγα ρούχα
Κι εγώ ακόμα εδώ προσμένω τη λάσπη το χώμα, το νερό
να πλάσουν πάλι το σχήμα της
Μία, εν είδει κριτικής, γραπτή αποτύπωση των σκέψεων που αποκομίζει κανείς από την ανάγνωση μιας ποιητικής συλλογής, δεν μπορεί επ’ ουδενί να υποκαταστήσει την ίδια την ανάγνωση της. Η τελευταία συνιστά πάντα ένα ταξίδι, μια διαδρομή που καλείται να την ακολουθήσει ο καθείς κατά μόνας. Η άποψη αυτή ενισχύεται στην παρούσα περίπτωση από την παραδοχή ότι μονάχα μία συγκεκριμένη «οπτική ανάγνωση» παρουσιάστηκε εδώ.
Διότι είναι ο πλούτος (τόσο με την ποσοτική όσο και με την ποιοτική έννοια) τής συλλογής των ποιημάτων τού Λυκουργιώτη που προσφέρεται για μία ευρεία αξιολόγηση. Κι αν ισχύει τελικά η περίφημη φιλοσοφική γνώμη ότι κάθε έργο τέχνης διατηρεί ένα ουτοπικό πλεόνασμα αυτονομίας, το έλλειμμα ζωής που το ίδιο εμπεριέχει, αποκρυσταλλωμένο και φετιχισμένο, θα μένει εκείνο που θα μας ταλαιπωρεί αλλά και θα μας σπρώχνει πάντα ένα βήμα πιο πέρα από το σκαλοπάτι της απελπισίας
Διότι όπως ο Λυκουργιώτης μας λέει, σε ένα δίστιχο – επίγραμμα που το επιγράφει «Ηράκλειες στήλες»:
στο χείλος του γκρεμού έχει υπέροχη θέα
*Γεωγραφίες της Απουσίας, Σωτήρης Λυκουργιώτης, Κουρσάλ 2021.
Μερικά κορμιά είναι σαν λουλούδια,’ Άλλα σάν μαχαίρια, Άλλα σάν κορδέλλες νερού Όμως όλα, αργά ή γρήγορα, Καψίματα θα είναι που σε άλλο κορμί μεγαλώνουν, Μετατρέποντας με της φωτιάς τη δύναμη μια πέτρα σε άνθρωπο.
Όμως ο άνθρωπος ρίχνεται σ’ όλες τις κατευθύνσεις, Ονειρεύεται ελευθερίες, συναγωνίζεται τον άνεμο, Ώσπου μιά μέρα το κάψιμο σβήνει, Κι αυτός ξανά είναι πέτρα στου κανενός το δρόμο.
Εγώ, που δεν είμαι πέτρα, παρά είμαι δρόμος Που διασχίζουνε στο πέρασμά τους τα πόδια τα γυμνά, Πεθαίνω απ’ άγάπη γι’ αυτούς όλους. Τους χαρίζω το κορμί μου για να το πατούν, Άν και τους φέρνει σε μια φιλοδοξία ή σ’ ένα σύννεφο, Χωρίς κανείς τους να καταλαβαίνει Ότι φιλοδοξίες ή σύννεφα Δεν άξίζουν μιαν άγάπη που παραδίνεται.
*Από την Ανθολογία Εγκόλπιο Ερωτικού Λόγου – Ανθολόγιο Ξένης Ερωτικής Ποίησης του 20ού Αιώνα, Εκφόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000. Μετάφραση: Νίκη Παπαθάνου.
Νίκος Βέλμος, (ψευδώνυμο του Νίκου Βογιατζάκη). Κρητικής καταγωγής αλλά γέννημα θρέμμα Πλακιώτης, γεννήθηκε το 1890 στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 21. Από φτωχούς γονείς, ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης κι είχε άλλα έξι αδέλφια. Σε γειτονικό σπίτι έμενε ο Εμμανουήλ Ροΐδης και του πήγαινε αυγά από το κοτέτσι του φτωχικού τους. Συγγραφέας, ηθοποιός, φιλότεχνος, αθηνολάτρης, επαναστάτης με τον τρόπο του, είχε πάντα την αίσθηση του κάλλους της ζωής που την ήθελε αγνή, απλή, ατόφια και χωρίς ψευτιά. Η δική του ζωή ήταν ένας συνεχής αγώνας για τους αδικημένους.
Μικροκλοπές και χασίς τον οδηγούν στη φυλακή. Χωρίς, λόγω της αλητείας του, να ‘χει τελειώσει το δημοτικό, κατόρθωσε με συνεχή αυτομόρφωση (μετέφραζε Σαίξπηρ απ’ το πρωτότυπο!) ν’ ασχοληθεί μ’ επιτυχία με πολλά είδη τέχνης όπως το θέατρο, την πεζογραφία, τη ζωγραφική, αλλά και τη δημοσιογραφία. Το 1905 έφηβος, ανεβαίνει στο σανίδι με το θίασο της Αικατερίνης Βερώνη. Σύντομα βρίσκεσαι στο θίασο του Θωμά Οικονόμου ο οποίος ενθαρρύνει την αυτομόρφωσή του. Μετά το θάνατο του Οικονόμου, παίζει σε παραστάσεις με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και την Κυβέλη. Περιοδεύει με πολλούς θιάσους σε νησιά του Αιγαίου, στη Σμύρνη και την Αίγυπτο, αποκομίζοντας εμπειρίες που ανοίγουν τον κόσμο στα μάτια του. Με την υποκριτική καταπιάνονται και οι αδελφές του Αριάδνη και Τατιανή. Στο σανίδι παραμένει κυρίως μέχρι το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920. Άλλοι λένε ότι έχει μεγάλο ταλέντο ως ηθοποιός, άλλοι πως έχει μέτριο.
Τη δεκαετία του 1910 εκδίδει τις πρώτες ποιητικές συλλογές. Το πεζό “Η ιστορία ενός παιδιού”, που γράφει όταν φυλακίζεται το 1916 μετά από πολιτικό καυγά για τις σοσιαλιστικές του ιδέες, αξίζουν μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ομοφυλόφιλος, ναρκομανής και αλκοολικός, αλλά χαρισματικός και πολυτάλαντος, υπήρξε ακάματος δημιουργός. Ήταν μία από τις πιο ιδιότυπες και κοινωνικά στιγματισμένες μορφές των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.
Ίδρυσε το “Άσυλο Τέχνης”, όπου οργανώνονταν ενδιαφέρουσες συζητήσεις για λογοτεχνικά, θεατρικά ή κοινωνικά θέματα και γινόντουσαν από καιρό σε καιρό ομαδικές ή ατομικές εκθέσεις γνωστών καλλιτεχνών. Μετέτρεψε το μπροστινό μέρος της οικίας του στην Πλάκα, που κοιτάζει στην οδό Νικοδήμου 21, σε διώροφο εκθεσιακό χώρο με δυο μικρές αίθουσες. Άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό για πρώτη φορά το απόγευμα της 18ης Απριλίου 1928 με τα εγκαίνια της έκθεσης Γιαννούλη Χαλεπά που ευθύς αμέσως χαρακτηρίστηκε ως καλλιτεχνικό γεγονός. Η έκθεση γνώρισε επιτυχία προσελκύοντας μεγάλο αριθμό επισκεπτών, “κόσμο κάθε τάξεως”, όπως σχολιάστηκε στον Τύπο της εποχής.
Μετέφερε στη δημοτική γλώσσα με πολύ σεβασμό έργα του Παπαρρηγόπουλου και του Βασιλειάδη, κυκλοφόρησε πολλά βιβλία και εξέδιδε το “Φραγκέλιο”, ένα εβδομαδιαίο φύλλο που το έγραφε ολόκληρο ο ίδιος και το μοίραζε μόνος του στους συνδρομητές του. Στις λίγες σελίδες του έντυπου αυτού ο Βέλμος σατίριζε και καυτηρίαζε, άλλοτε έμμετρα και άλλοτε πεζά, τα κακώς κείμενα της πολιτικής, κοινωνικής και καλλιτεχνικής ζωής. Μέσα από το περιοδικό του “Φραγκέλιο” (1926-29) κήρυξε ως οργισμένο ξέσπασμα του ανθρωπισμού του, την “Επανάσταση των Φτωχών”, με βάθρο την πεποίθησή του πως όποιος δεν εξεγείρεται εναντίον των πλουσίων βλέποντας τη δυστυχία των φτωχών είναι κτήνος. “Μοναχά ένα γομάρι μπορεί να είναι ευτυχισμένο άμα σε κάθε βήμα του σκοντάφτει σε πεινασμένους, σ’ αδικημένους, σ’ αρρώστους”, έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Βέλμος.
Έγραψε τα: Ποίηση: Σεβντάς (1911), Δύο αγάπες˙ Ξυλογραφίες πρωτότυπες σχεδιασμένες και σκαλισμένες απ’ το ζωγράφο Άγγελο Θεοδωρόπουλο. (1923). Πεζογραφία: Ο ερωτοπαθος τραγουδιστής (1910), Ο πιστός της απελπισίας (από τη ζωή ενός αφορισμένου) και μελέτη για το θέατρο (1915), Σταγιονόρος (1926). Μελέτες: Το κοινωνικό βιβλίο (1921), Παλιά Αθήνα (1931), Ιστορία του παιδιού (1936).
Κατά μαρτυρία του Στρατή Δούκα, χτυπήθηκε το 1928 από την επιδημία του Δαγκείου στα νεφρά. Χωρίς ν’ υποπτεύεται τα επακόλουθα συνέχισε να πίνει, μ’ αποτέλεσμα οι συνέπειες της υποχρονίας νεφρίτιδας ν’ εκδηλωθούν ξαφνικά, μια εβδομάδα πριν καταλήξει οριστικά. Πέθανε σε ηλικία 40 ετών, νύχτα του Σαββάτου 5 Ιουλίου προς την Κυριακή 6 Ιουλίου του 1930. Η κηδεία του έγινε την ίδια μέρα στις 17.30 με πομπή από την οδό Νικοδήμου 21 στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα. Μεταξύ των άλλων που τον συνόδευσαν ήταν και μέλη του σωματείου ηθοποιών, καλλιτέχνες και λόγιοι.
** Στο τελευταίο τεύχος του “Φαρφουλά” ανατυπώθηκε το θρυλικό περιοδικό του μεσοπολέμου “Φραγγέλιο”, που έβγαζε για 3 χρόνια (1927-1930) ο Νίκος Βέλμος, καθώς και η έκδοση ενός βιβλίου για τη ζωή και το έργο αυτού του σημαντικού πολύπλευρου επαναστάτη-δημιουργού, αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και μελέτης του ερευνητή Νίκου Λογοθέτη με τίτλο: Νίκος Βέλμος (1890-1930) ο γιος της απωλείας. https://www.farfoulas.gr/…/%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CF%81%CF…
Αρκετά συχνά τίθενται επί τάπητος σημαντικά ζητήματα όπως η συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες και υπάρχουν κι εδώ αντικρουόμενες απόψεις. Δεν θα γίνουν όλοι ακτιβιστές δεν θα γίνουν όλοι θεωρητικοί πολλές φορές υπάρχουν θέματα που σε εμποδίζουν να κατεβείς στο δρόμο όπως προβλήματα υγείας και άλλα ο καθένας συμβάλλει όπως μπορεί στον αγώνα άλλοι με τη φυσική τους παρουσία άλλοι με τα κείμενά τους όλοι χρειάζονται δεν υπάρχει η πολυτέλεια του αποκλεισμού η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή δεν σηκώνει ερασιτεχνισμούς.