Αντώνης Αντωνάκος, από τη “Μουσική των Αγρών”

Αυτός είναι ανήμερο θηρίο. Κοιτάζει τις κίσσες στο
χωράφι. Κοιτάζει τη γίδα που έχει σκαρφαλώσει στον
ουρανό. Αυτός βάζει ζάχαρη στα δάχτυλα. Βάζει μέλι
στο κρεβάτι του.
Με μια κίνηση εξανεμίζει το θρίαμβό του.
Γυρίζει το διακόπτη της αγάπης.
Κερδίζει το ψωμί του κοιτάζοντας τ’ άστρα.
Και θέλω να προσθέσω πως αυτός είμαι εγώ. Και πως
όταν το άτομο αισθάνεται η κοινωνία χάνεται.

Το ωραίο μαύρο πηχτό σκοτάδι τύλιξε τους γυμνιστές.
Το άπειρο με τις μυστικές του εσοχές σκέπασε τα πηγάδια.
Εδώ έσκυβαν τα κορίτσια.
Εδώ έπιναν νερό.
Εδώ καθρέφτιζαν τα βυζιά τους.
Και το σκληρό καλοκαίρι γύρω κούρδιζε τον αγρό με
τα φίδια του.
Κρυφά μουρμούριζε το πνεύμα.
Έβγαζε υγρά
στο βαθύ ύπνο η ακατέργαστη ύλη.

Το λήμμα για τον κόρφο της στο λεξικό έκανε φτερά
ή δε γράφτηκε ποτέ. Γιατί ο κόρφος της με άλεσε.
Γιατί ο Γαλαξίας με οδήγησε εκεί.
Βρέφος, με τα χείλη και τη γλώσσα κοιτάζοντας.
Πιπιλίζοντας αυτό το σπασμό που κατευνάζει.
Τον έναστρο πόθο των σπλάχνων της καθώς πέφτει
η νύχτα στο κεφάλι μου. Καθώς όλα τα βαμπίρ της
δημιουργίας λυγίζουν το κορμάκι τους
και περιμένουν τον εραστή τους. Και περιμένουν
να διαβούν στον Κάτω Κόσμο της αγάπης.

Ακούω τη μουσική των αγρών. Το τσέμπαλο των
μυστικών περασμάτων. Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω να ροκανίζουν
διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών. Κι
έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των
άστρων. Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

Τόσο παράλογος είναι ο Δημιουργός που
φτιάχνει γυναίκες με μεγάλα μαύρα φρύδια.
Κι αυτές παλεύουν με το τσιμπιδάκι τους να αλλάξουν
τον κόσμο. Να διορθώσουν τα λάθη του θεού.

*“Η Μουσική των Αγρών”, Εκδόσεις Bibliotheque, Αθήνα 2014.

Λεωνίδας Καζάσης, Νατάσα

Από χρώμα βαθύ, αραιό,
τον ρούν του χρόνου συλλογίζομαι.
Επέμεινα χωρίς να υπομείνω
στον χρόνο τον αήττητο,
τον ηττημένο από τον ίδιο
που επαναλαμβάνεται προπαγανδίζοντας υπέρ της πραότητος
ενώ ταχέως χάνεται στην γενεσιουργό
αιτία της ανυπαρξίας του την κίνηση
και την θυγατέρα της μεταβολή.
Η παρουσία σου στην σκέψη,
την νοσταλγία οικεία καθιστά,
το συγκυριακό αντάμωμα, προσδοκία φιλίας εμήνυσε,
η φιλία προσδοκία παρέμεινε.
Των στιγμών το εφήμερο την μνήμη κυβερνά.
Η αβρότητα που νοιώθω, η αβρότητα που νοιώθεις,
την ώσμωσή τους
στης λυκαυγής το σκίρτημα ομολογούν.
Πόσες προσμονές, λύπες, παραδοχές σε εμβάλλουν;
Αγέρες εποφθαλμιούν το γίνωμά σου.

Όταν η λογοτεχνία εμψυχώνει τα πράγματα για ν’ αναστοχάζεται την ανθρώπινη κατάσταση

Κώστας Σβόλης

Κυκλοφόρησε εδώ και κάποιες μέρες η συλλογή διηγημάτων της Αρετής Μουσουλιώτη με τον τίτλο «στο σπίτι με τις λεύκες ή ζωή κρυμμένη μέσα στη ζωή» από τις εκδόσεις των ξένων και το Καλειδοσκόπιο-εργαστήρι για τους δραπέτες του πραγματικού. Οι λογοτεχνικές της απόπειρες δεν είναι άγνωστες στους αναγνώστες της πόλης Κ, καθώς τρία από τα διηγήματα της συλλογής (Το χωριό, Οι γιορτές στο τετράδιο, Στο σπίτι με τις λεύκες) είχαν πρωτοδημοσιευτεί στις σελίδες μας.

Οι ιδιαιτερότητες της γραφής που εμφανίζεται στα συγκεκριμένα διηγήματα τα τοποθετούν δικαιολογημένα στην κατηγορία «ακατάταχτα», τουλάχιστον μέχρι να δούμε να εδραιώνεται η εγχώρια εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού. Η χρήση της γλώσσας αποπνέει φροντίδα δίχως επιτήδευση, η αίσθηση του χιούμορ ξεχειλίζει από τους αρμούς των φράσεων, φέρνοντας συχνά πυκνά ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του αναγνώστη.

Η κρυπτογράφηση είναι η βασική τεχνική που χρησιμοποιεί η δημιουργός, χωρίς ωστόσο αυτό να στέκει εμπόδιο στην προσέγγιση του θεματικού πυρήνα των διηγημάτων που δεν είναι άλλος από την ανθρώπινη κατάσταση στην πιο καθημερινή και συγχρόνως υπαρξιακή της διάσταση. Αντίθετα θα λέγαμε ότι ανοίγει τους ορίζοντες της ανοικτότητας στην ανάγνωση: οι αφορμές των διηγημάτων είναι πραγματικά υπέροχες αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να παγιδευθεί κανείς στο παιχνίδι της αποκρυπτογράφησης, στην αναζήτηση της αρχικής και κατά κυριολεξία έμπνευσης της συγγραφέα, όσο και αν αυτό είναι άκρως προκλητικό. Πρέπει να κλείσει τα αυτιά του σ’ αυτές τις σειρήνες και να αφήσει να αποπλανηθεί από την ίδια την αφήγηση: να δώσει σάρκα και οστά στον Λάκι και στη Μάντα, να ξεστρατίσει από τον δρόμο του και να χαθεί στις γειτονιές του Χωριού, να αλητέψει με τη συμμορία, να μυρίσει τα αρώματα του κάμπου και να νιώσει τις δονήσεις των γεωφυσικών φαινομένων που τον πλήττουν, να θρηνήσει, να θυμώσει και εν τέλει να επιβιώσει στα περιθώρια των τετραδίων και των γραμματικών της εξουσίας, να απολαύσει ως μοναδικός θεατής τον χορό των ιδιόρρυθμων μπαλαρίνων, να ποθήσει μια ζωή στο σπίτι με τις λεύκες, να βάλει να ακούσει το όνειρο του Μούτση όταν θα συναντήσει τον άντρα στο μαξιλάρι, να σκεφτεί συναντήσεις και αποχωρισμούς της ψυχής με το σώμα, να εκτιμήσει από την αρχή ιδιόρρυθμες παρέες.

Είναι μέσα στην ίδια την αφήγηση, εκεί ακριβώς, που η Αρετή Μουσουλιώτη καταφέρνει να εμψυχώσει τα πράγματα και άρα να τα κάνει μαγικά· εκεί αναδύεται ο απώτερος σκοπός της γραφής της, οι άνθρωποι, οι αισθήσεις και η ανάγκη να υπάρχουμε μαζί με άλλους, ακόμα και όταν αισθανόμαστε τόσο μόνοι. Αυτό το περίεργο εκκρεμές ανάμεσα στη μοναξιά του ανθρώπου –που πάντα, με τις αποστροφές του λόγου και την απροσδόκητη εμφάνιση του πρώτου προσώπου, παραπέμπει στην ίδια την αφηγήτρια– και στην έντονη συλλογική ζωή των εμψυχωμένων αντικειμένων συμπυκνώνει την υπαρξιακή μας αντίφαση, την κινητήρια δύναμη της ζωής, το conatus που μας σπρώχνει στην άβυσσο και μας εκτοξεύει προς την ευτυχία της απόλαυσης – εκδοχές της είναι και η γραφή, η ανάγνωση, η δια ζώσης συζήτηση πάνω σε όσα διαβάζουμε. Οι εικόνες που συνοδεύουν το βιβλίο σχεδιάστηκαν για τη συγκεκριμένη έκδοση από τη Λία Γυιόκα.

*Αναδημοσίευση από εδώ:https://poli-k.net/otan-logotechnia-empsychonei-ta-pragma/?fbclid=IwAR3dJSKjb1iipugLr8qrWAr7o5f64htZdp5XNAwfYMX9Sb3S5-2NxfZJTy8

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ποιήματα

ΚΑΠΤΕΝ ΧΟΥΚ
Το ένα μου χέρι είναι γάντζος.
Μ’ αυτό το χέρι γράφω.

ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ
Δεν είναι που εγώ δεν μεγαλώνω.
Είναι που φορώ ένα νούμερο μικρότερο σκιά.
Όταν πάω να τεντωθώ, σκίζεται στις ραφές.

ΓΟΥΕΝΤΥ
Βαρέθηκα να νταντεύω τα Χαμένα Παιδιά.
Όλη μέρα κολλούν το στόμα τους
στο εφηβικό μου στήθος
θέλουν να με θηλάσουν,
στο τέλος θα με καταβροχθίσουν
όπως οι Επτά νάνοι τη Χιονάτη.

ΤΙΝΚΕΡΜΠΕΛ
Όχι άλλη λευκή σκόνη για μένα.
Αν θέλετε να πετάξετε,
πιείτε ένα μπουκάλι ουίσκι.

*Από τη συλλογή «Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον», Εκδόσεις Πόλις, 2021.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Το σπίτι των αγέρηδων

Φώτο: Κασσάνδρα Αλογοσκούφη

Τίλλω τα μαλλιά της Κεφαλής μου
Οργισμένος απ’το περιεχόμενο αδια-νόητης Ιδέας
Είναι το τίλιο που μαδά τον ρηχό κρόκο της γης
Σπαίροντας από τις ριπές σιμάντορων ανέμων
Το όμορφο λουλούδι Αζαλέα ζευγαρώνει αυτιά τον Λεβάντε
Ο κρίνος -γυναίκα παρθένος- σπαράσσει τον Υμέναιο του Σιρόκου
Η ανεμώνη δικαιωματικά τον Μαΐστρο ζυγώνει με μετρικά βαρίδια Η ορτανσία σκώπτει πληθωρικά τ’ ανοιχτά υποκάμισα της Όστριας Τα βαγόνια επιστρατεύει η Βιγόνια για του Γραίγου την αναπνοή Αλίμονο τελευταίος επενέβη ο βιασμός -μη και μη- στο γιασεμί.
Να τος ο Τραμουντάνας, να τος ο Πουνέντες κι ο Γαρμπής
Άγαρμπα ξηλώνουν την κεφαλή του άνθους. Υπερίωνας
Ύπερθεν των ορέων τ’ ανθέων ξεμαλλιάζει κατά τύχη τα πέταλα Που να ταν πάντα Άνοιξη να σφαλίζαμε τους μισερούς Ανέμους; Που ναι ντε ο Χειμώνας να κάψει την αδιανόητη Ιδέα;
Είναι ο αμυγδαλανθός που εξανεμίζει τον κλέφτη του χιονιού
Είναι οι αλκυονίδες μέρες που ξελευθερώνουν πρόωρα
Ένα μάτσο μπουκέτο κοριτσόπουλα στο σπίτι τ’ ανοχής τ’ αγέρηδων Χρέωση δυστυχώς της ορχιδέας με το ρολόγι του Κυρρήστου
Κι όταν τελειώνει η πρώτη ευγένεια επιστρέφουν τ’ αρσενικά:
Ιδού η αγριότητα των πρώτων αρχαίων επωνύμων
Γιατί όνομα και οιωνός: Βορέας, Καικίας, Απηλιώτης,
Έβρος, Νότος, Λιψ, Ζεφύρι, Αργέστης κι Ολυμπιακός
Όλα χαμήλωσαν τον ταυραντισμένο τετρακέφαλο
Στου χαμομηλιού χαμαιτυπείο το κίτρινο αιδοίο
Το μάδησαν οργίλα απανθίζοντας μια ωχρά
Σπειροχαίτη καρυωτακιστικής καταβολής

23.3.2021

*Από τη συλλογή “Παρασάγγας αποχή”.

Surrealism in the Arab world

The current resurgence of surrealism in the Arab world is a revolutionary development of the greatest significance, demonstrating once more that the strategy of the unfettered imagination is always and necessarily global.

We publish here in English translation a manifesto in which our Arab comrades express their unequivocal interventionist orientation, sharply defined against their specific political and cultural background.

The Arab Surrealist Movement was reconstituted in the early 1970s, but its origins extend back to the mid-30s, when the Egyptian poet and theorist Georges Henein (who adhered to the movement in 1934 as a student in Paris) and the Egyptian painter Ramses Younan introduced surrealism to Cairo. With several others they maintained an intensive collective activity that endured into the late 1940s, as exemplified in many books and pamphlets and in the reviews Art et liberte, El Tattwor, La Seance continue and Le Part du Sable.

The Egyptian surrealists, who were also a section of the Fourth International, organized the Art & Liberty Group in response to the Breton / Trotsky Manifesto for an Independent Revolutionary Art, which announced the formation of the International Federation of Independent Revolutionary Artists, commonly called the FIARI. This Cairo group produced a journal and pamphlets, and organized several exhibitions. It was the most active and longest-lived segment of the FIARI, lasting several years after the demise of the parent organization.

Georges Henein (1914-1973), one of the movement’s greatest figures, collaborated extensively on international surrealist publications throughout the 1940s. His “Message from Cairo to Poets in America” appeared in the surrealist number of View in 1940. For reasons that are not wholly clear, he retired from collective activity around 1950, preferring to pursue his researches in solitude. He was in no sense a renegade, however; his later work was in full accord with surrealist aspirations.

Henein’s sensitiveness to the many and wide-ranging problems of human expression in the postwar period, and his profound revolutionary integrity, give his entire work a special significance today to the surrealists of all countries, and most especially, of course, to A.K. El Janaby and his comrades, who are in the truest sense the continuators of the effort begun by Georges Henein and Ramses Younan.

The Arab surrealists have produced many tracts and pamphlets, including an important critique of modern architecture by Maroin Dib. In 1973 they took the lead in preparing a tract, Against Nationalist Illusions, For the Internationalist Alternative, opposing all forms of nationalist chauvinism and calling for the overthrow of all established regimes in the Middle East. It urged the unification of the proletariat of all the Arab countries, as well as of Israel, on the basis of socialist revolution, “founded on the power of the workers’ and peasants’ councils.” This tract was signed by the Israeli Socialist Organization (Matzpen), the Arab Group “le pouvoir des conseils,” and the Algerian Group for the Propagation of Marxism.

The Arab surrealists’ journal, Le Desir libertaire, which they describe as “the Arabic equivalent of Arsenal,” has provoked great controversies in the Arabic press. Because of its vehemently revolutionary character, anti-nationalist and anti-religious, it is banned from the mails and from bookstores in all Arab countries (being produced in Paris by exiles).

In a recent letter A. K. El Janaby notes his intention to issue an Arabic version of the manifesto Lighthouse of the Future, which prefaced the surrealist section of the City Lights Anthology.

MANIFESTO OF THE ARAB SURREALIST MOVEMENT, 1975:

With disgust we shove aside the dregs of survival and the impoverished rational ideas which stuff the ash-can-heads of intellectuals.

1) We incite individuals and the masses to unleash their instincts against all forms of repression – including the repressive “reason” of the bourgeois order.

2) The great values of the ruling class (the fatherland, family, religion, school, barracks, churches, mosques and other rottenness) make us laugh. Joyously we piss on their tombs.

3) We spit on the fatherland to drown in it the fumes of death. We combat and ridicule the very idea of the fatherland. To affirm one’s fatherland is to insult the totality of man.

4) We practice subversion 24 hours a day. We excite sadistic urges against all that is established, not only because we are the enemies of this new stone age that is imposed on us, but above all because it is through our subversive activity that we discover new dimensions.

5) We poison the intellectual atmosphere with the elixir of the imagination, so that the poet will realize himself in realizing the historical transformation of poetry:

a) from form into matter;

b) from simple words hanging on coat racks of paper into the desirable flesh of the imagination that we shall absorb until everything separating dream from reality is dissolved.

Surrealism is nothing but the actualization of this surreality.

6) We explode the mosques and the streets with the scandal of sex returning to its body, bursting into flames at each encounter – secret until then.

7) We liberate language from the prisons and stock markets of capitalist confusion.

It is plain that today’s language, instead of being an agitational force in the process of social transformation and a vocabulary of revolutionary attack, is only a docile vocabulary of defense cluttered in the store of the human brain with one aim: to help the individual prove his complete subordination to the laws of existing society – to help him as a lawyer in the courts of everyday reality (that is, of repression). Surrealism intrudes violently on this abject spectacle, annihilating all obstacles to “the real functioning of thought” (Andre Breton).

When we write, our memory belches this language from the old world. It is a game in which our tongues become capable of recreating language in the very depths of the revolution.

Our surrealism signifies the destruction of what they call “the Arab fatherland.” In this world of masochistic survival, surrealism is an aggressive and poetic way of life. It is the forbidden flame of the proletariat embracing the insurrectional dawn – enabling us to rediscover at last the revolutionary moment: the radiance of the workers’ councils as a life profoundly adored by those we love.

Our surrealism, in art as in life: permanent revolution against the world of esthetics and other atrophied categories; the destruction and supersession of all retrograde forces and inhibitions.

Subversion resides in surrealism the same way history resides in events.

Maroin DIB (Syria), Abdul Kadar EL JANABY (Iraq), Faroq EL JURIDY (Lebanon), Fadil Abas HADI (Iraq), Farid LARIBY (Algeria), Ghazi YOUNIS (Lebanon)

22/7/2009

##In the photo: Cover of “Libertarian Desire”

*This article printed in the journal Arsenal: Surrealist Subversion no.3, 1976, including The Manifesto of the Arab Surrealist Movement, 1975.

**Relevant link: https://libcom.org/history/surrealism-arab-world?fbclid=IwAR3jdn72t0ljnuCkL3oDoXmB3o05cCLV-eQHNsvYc3rURU-Vbbpn_o91N0Y

Έκτωρ Κακναβάτος, Του Έρωτα

Εγώ είμαι της θύελλας
γι’ αυτό σ’ αγαπώ
είμαι της λαίλαπας
γι’ αυτό σ’ αγαπώ
είναι που εντός μου είσαι η δίνη
είναι που έσπασες τον άξονα
που κράταγε την τάξη
κι όλα γίναν ιαχές
νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα
γι’ αυτό σ’ αγαπώ.

Sibilla Aleramo, Γυμνή στον ήλιο

Γυμνή στον ήλιο
για σένα που με ζωγραφίζεις ακίνητη
τα στήθη μονάχα δίνουν τον ρυθμό
της ζωής που πάλλεται στην καρδιά.
Σαν τον ουρανό της αυγής
είναι για σένα αυτή η φωτεινή μορφή μου,
λιβάδι, νερό, μοναχικά πέταλα λουλουδιών,
κλαδιά αμπελιών σε γιορτή.
Και με θαυμάζεις και διάπυρα τα γλυκά σου δάχτυλα
τα οδηγείς πάνω στο τελάρο.
Γυμνή στον ήλιο κι ακίνητη,
θραύσμα της φύσης,
από σένα κυριευμένη, από σένα απορροφημένη ξανά,
είσαι εσύ που με αποθεώνεις
ή η δική μου θεότητα είναι που σε δημιουργεί,
καλλιτέχνη, τέχνη, πνεύμα;
Σιωπηλά τα στήθη αναπνέουν.

*Μετάφραση: Άννα Γρίβα.

Νίκος Πριόβολος, Δύο ποιήματα

Βιβλιο-φιλικά

Ανά-γνωση.
Στ’ αντίκρυσμα \
διαδοχικών
ανθρώπινων όψεων.
Μορφών που προσπαθούσαν(,)
να δια-χειριστούν τις δικές τους ήττες.
Να τις εξανθρωπίσουν
[με πίκρα που δια-βρέχει τις λέξεις].

Όπως κι εκείνος.
Γέρος
εδώ και εικοσιτρία χρόνια.
Με μόνη περι-ουσία
το χρόνο.
Άπλετο χρόνο.
Χαμένο χρόνο.

Είχε κουραστεί
ν’ ανταποδίδει ματιές
καρφιά συμπάθειας
σ’ ηλικιωμένους εφήβους
[πρώην και νυν].
Για να ζήσει (σ)το σήμερα
να γίνει κομμάτι της αλήθειας τους.
Αν και σημασία
δεν έχει (τώρα) η διαδρομή.
Αλλά η αρχή και το τέλος.

Μια παρέα παιδιών.
Ζωντανές ζωγραφιές
(σ)το πρόσωπό τους,
επανέφερε μνήμες.

Παιδιά [όχι ράτσας]
σ’ ασφάλτινους καταυλισμούς
υπομνήσεις ελευθερίας,
ευφάνταστες πυρακτώσεις
από μάτια αστραφτερά
στη μοιρασιά του ονείρου.
Παιδιά
[όχι ερείπια].

Έφυγε.
Δεν άντεχε τόση ζωή.
Τόσα γαλάζια βλέμματα
πυκνώματα ουρανού.

*

Κηφισός

Κυριακή βράδυ
με πλωτά όνειρα.
Επιστρέφει στο σπίτι
από (παρα)ποτάμιους δρόμους
έμπλεος έρωτα.
Κάθε δεύτερη νύχτα
ποτίζει τις γλάστρες
μπαλκόνι που δε νοτίζει
τις λέξεις με κυνισμό.
Συνήθεια προσμονή
ευκαιρία για ημερήσια αυτοπροβολή
που δεν αρκείται σε ρόλους παρατηρητή.
Στην ηλικία του δεν ήταν ακόμη ανυπόφορη
η μυρωδιά ακριβών οραμάτων.

Ό,τι απέμεινε.
Ανταλλάσσει στιγμές
εξυψώνοντας όνειρα
θραύσματα παιδικής ηλικίας
[κατάλοιπο αθωότητας κάποτε θαλερής]·

Τόσης ζωής αφημένης στον 4ο όροφο
μ’ άσβεστη τη φλόγα της σάρκας.
Κάποιες στάλες ελπίδας
πάντα ανακουφίζουν.
Απόψε θ’ αποπλανήσει
τη λογική του.

Όταν ο καθένας «κτελεί ιδιοπεριστροφή
γύρω από τον άξονά του…
ποιο ηλεκτρόνιο δε θα λαχταρούσε
την αγκαλιά του πυρήνα;

*Από τη συλλογή “Συνήθεια του να ξύνεις τις πληγές σου”, Εκδόσεις bibliotheque, 2014.

Γιώργος Μπλάνας, Τρία ποιήματα

Ο ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Τι όμορφα που είναι όταν ξυπνάς πριν ξημερώσει
κι ανοίγεις το παράθυρο και μπαίνει φτερουγίζοντας,
όλο φωτάκια και δροσιές, ο κότσυφας του σύμπαντος
και λέει: «Επιθυμώ τη δύναμή σου για να φέρω
σε πέρας το άγαλμα της μέρας».

Πραγματικά, καλλίπυγος κι εύζωνος και γλυκιά
η μέρα προμηνύεται και κάνει
χαρές βαθιά η καρδιά και παροτρύνει
το στήθος να συλλάβει στον αέρα
βέλη και δόρατα μεγάλων έργων.
Κρίμα!
Τρυπώνει ο ήλιος πεινασμένο ερπετό
στη βρώμικη φωλιά της πόλης και αρχίζει
να κομματιάζει τα ημερόπουλα: αίμα, σάρκα
μυρίζει και ο κότσυφας του σύμπαντος γυρίζει –
ποιος ξέρει πού. Πολύ φοβάμαι…

*


ΚΥΡΙΑΚΗ


Τα χέρια σου έχουν το άρωμα
κάποιων λουλουδιών, που είδα
σε μιαν αυλή στη νότια Γαλλία
και δεν έμαθα ποτέ τ’ όνομά τους.
Εκείνος ο ακανθόχοιρος,
που χάραζε το γοτθικό σκοτάδι,
τραβώντας για το σπίτι του,
σίγουρα θα ήξερε.
Αλλιώς, γιατί τόση σπουδή
μες στη μακάρια αργοπορία του;
Λοιπόν, θα τα λέω Κυριακή
τα λουλούδια και το άρωμα κι εσένα.

*


ΒΡΟΧΗ


Όταν έρχεται βροχή, τα χέρια σου
προσπαθούν να μου δείξουν κάτι φτερωτά.
Σωπαίνουν νευρικά, σαν σπουργίτια,
στις παλάμες μου* τα τρυφερά
νύχια τους ανοίγουν μικρές
αθέατες πηγές στα βαριά
σύννεφα των χεριών μου
και βρέχει, βρέχει.


*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά”, εκδόσεις Bibliotheque, 2021.